Άλλες εποχές

Έμαθα για τον πόλεμο –γιατί πόλεμος είναι– που κάνει η κυβέρνηση στην κυριακάτικη εφημερίδα «Documento», όταν, ανοίγοντάς την, είδα την τρίτη σελίδα κενή, να γράφει όμως ότι εκεί τις άλλες Κυριακές υπήρχε μια κρατική διαφήμιση.

Αυτός ο αποκλεισμός με έκανε να θυμηθώ άλλες εποχές. Ήταν, θυμάμαι το 1945-1947, που ο πατέρας έβγαινε, όπως έλεγε ο ίδιος, «παγανιά».

«Ελένη», έλεγε στη μάνα μου ανοίγοντας την πόρτα, «βγαίνω παγανιά». Και γύριζε με τα πόδια όλο το Χολαργό, να βρει –αν έβρισκε– κάποια δουλειά σαν ξυλουργός που ήταν, ή κάποιο μερεμέτι, που τό ’φτιαχνε την ίδια μέρα ή την επομένη, αν δεν είχε μαζί του τα κατάλληλα εργαλεία.  Κάποιες φορές μ’ έπαιρνε κι εμένα μαζί του, μ’ άρεσε που τον έβλεπα να δουλεύει και από το τίποτα να φτιάχνει έργο. Μου ζητούσε κι εγώ του έδινα τα εργαλεία και καμάρωνα που βοηθούσα.

Συνήθης κατάσταση ήταν όταν την επόμενη μέρα πηγαίναμε για να τελειώσουμε τη δουλειά, πεταγόταν έξω ο ιδιοκτήτης και έλεγε στον πατέρα μου: «Μπάρμπα Σπύρο, άσ’το, μην το συνεχίζεις, γιατί λέγαμε χθες βράδυ με τη γυναίκα μου ότι δεν μας φθάνουν τα χρήματα για να σε πληρώσουμε…». Τέτοιες κι άλλες χίλιες τέτοιες αστείες δικαιολογίες. «Ήρθε ο χωροφύλακας;», του έλεγε ο μπάρμπα Σπύρος. Κι εκείνος του απαντούσε: «Είναι κι αυτό… Άσ’το, άσ’το…». Κι έτσι τα τρία παιδιά, η μάνα μου κι ο ίδιος δεν τρώγαμε και κάθε μέρα.

Άλλες εποχές…

Πέρασαν τα χρόνια, ήρθε η δικτατορία, ήμουνα 27 χρονών. Ως τότε ο πατέρας μου έβγαινε ακόμα «παγανιά», έβρισκε εύκολα δουλειά, βοηθούσα κι εγώ το σπίτι.

Το 1968 με έπιασε η δικτατορία, στο σπίτι τα οικονομικά έγιναν πάρα πολύ δύσκολα. Ξανά όπου πήγαινε ο μπάρμπα Σπύρος για δουλειά τον ακολουθούσε ο χωροφύλακας κι έτσι τον έδιωχναν.

Στον άνω Χολαργό το σπίτι μας ήταν κοντά στο νταμάρι του Τσακού, ιδιοκτήτης ο Κατραμάτος, ένας άνδρας γύρω στα πενήντα, ψηλός κι ευχάριστος τύπος. Ρώτησε τους εργάτες για μένα, έμαθε ποια ήταν η οικονομική κατάστασή μας. Είπε σ’ ένα φίλο του πατέρα μου που δούλευε εκεί: «Πες στο γέροντα να έρθει».

Πάει το άλλο πρωί ο πατέρας μου στο νταμάρι και τον ρωτάει ο Κατραμάτος: «Τι γίνεται, μπάρμπα Σπύρο, πού είναι ο γιος σου;»

-Δυο μήνες τώρα τον έχουν πιάσει και δεν έχουμε κανένα νέο του.

-Πάρε αυτά τα κλειδιά. Θα έρχεσαι κάθε πρωί. Στις 7 παρά τέταρτο έρχονται οι εργάτες να αλλάξουν και να πιάσουν δουλειά. Μετά εσύ θα παίρνεις το λάστιχο και θα καταβρέχεις το χωματόδρομο από κάτω στην άσφαλτο μέχρι το νταμάρι μια φορά το πρωί και μια φορά το μεσημέρι. Εντάξει;

-Εντάξει.

Περνάνε καμιά εικοσαριά μέρες, έρχεται ένα περιπολικό, βρίσκει τον πατέρα μου στο δρόμο να καταβρέχει για μεσημέρι και συνεχίζει για το νταμάρι. Τελειώνει το κατάβρεγμα ο πατέρας μου, μαζεύει το λάστιχο, πάει στο νταμάρι κι αφήνει τα κλειδιά στο γραφείο.

-Τι έγινε, μπάρμπα Σπύρο; Είναι δύσκολο, το ξέρω, γιατί είναι πολύ ανήφορος και γύρω στα 150 μέτρα. Δεν μπορείς, ε;.

-Δεν θέλω, κ. Κατραμάτο, να σας δημιουργήσω προβλήματα…

-Α, αυτό είναι. Κράτα τα κλειδιά, εμείς μαζί θα πεθάνουμε. Δηλαδή όχι και μαζί γιατί εσύ είσαι μεγάλος!

Μετά από χρόνια βρήκα εκείνον τον φίλο του πατέρα μου, που δούλευε στο νταμάρι, κι έμαθα τι συζητήθηκε στο γραφείο όταν πήγαν οι χωροφύλακες.

-Κύριε Κατραμάτο, αυτόν που έχεις και καταβρέχει, να τον διώξεις…

-Γιατί, ρε παιδιά;…

-Γιατί είναι κομμουνιστής.

-Ναι;… Δεν το ήξερα… Αυτός όμως είναι τίμιος, του έχω δώσει και τα κλειδιά του γραφείου, είναι περίπου δύο μήνες και δεν έχει χαθεί τίποτα.

-Να τον διώξεις κι εμείς θα σου στείλουμε άλλον εργάτη.

-Εντάξει να έρθει αύριο, να ξέρετε όμως ότι εγώ του δίνω δέκα δραχμές την ημέρα.

-Μόνο; Δεν μπορεί να έρθει με τόσα λίγα λεφτά.

-Ε, τότε τι να σας κάνω…

Πενήντα δραχμές την ημέρα έπαιρνε ο πατέρας μου…

Άλλες εποχές…

Αυτοί που κυβερνούν φτιάχνουν μια Ελλάδα χειρότερη από την Ελλάδα του Εμφυλίου και την Ελλάδα της χούντας.

Καμαρώστε τους.

Γιάννης Σταματάκης