Έμφυλα και νομαδικά υποκείμενα στο όριο

 

Σούλα Μαρινούδη “Η ζωή χωρίς εμένα: Έμφυλα υποκείμενα εντός και εκτός των κινηματικών χώρων”,
εκδόσεις futura, 2017

Το τελευταίο διάστημα την εγχώρια δημόσια σφαίρα απασχόλησαν ζητήματα φύλου και σεξουαλικότητας, σεξισμού και έμφυλων διακρίσεων, αποκαλύψεις σεξουαλικής παρενόχλησης σε χώρους εργασίας και κοινωνικούς χώρους γενικότερα. Από το διεθνές σκάνδαλο Γουάινσταϊν με τις πολλαπλές συνέπειές του, δηλαδή το κύμα αντίστοιχων αποκαλύψεων για άλλα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και τον διάσημο ηθοποιό Κέβιν Σπέισι, αλλά και την έκταση που πήρε το φεϊμπουκικό #metoo, όπου γυναίκες απ’ όλο τον κόσμο αποκάλυπταν στις σελίδες τους στα σόσιαλ μίντια παρενοχλήσεις που είχαν υποστεί ακόμη και είκοσι ή τριάντα χρόνια πριν ή/και κατήγγελλαν τον καθημερινό σεξισμό, μέχρι τον τρόπο με τον οποίο καλύφθηκε από το δημόσιο διάλογο το θέμα της ταυτότητας φύλου λόγω της πρόσφατης ψήφισης του σχετικού νομοσχεδίου, αλλά ακόμη και από περιστατικά έμφυλης βίας σε αριστερές συλλογικότητες, που κι αυτά απασχόλησαν μια περιορισμένη δημοσιότητα, φάνηκαν να τίθενται στη δημόσια σφαίρα ζητήματα που άπτονται όχι μόνο των έμφυλων ταυτοτήτων και των σχετικών διακρίσεων, αλλά και ζητήματα σχετικά με την αναγκαιότητα της πολιτικής ορθότητας, την ανθρώπινη «φύση» και την ταυτότητα φύλου, την πολιτική διάσταση ατομικών δικαιωμάτων όπως είναι αυτά του φύλου και της σεξουαλικότητας κτλ.

Σ’ αυτό το μάλλον φορτισμένο πλαίσιο λόγων, με τις πολλαπλές διαστάσεις, διάβασα τη μελέτη της Σούλας Μαρινούδη «Η ζωή χωρίς εμένα: Έμφυλα υποκείμενα εντός και εκτός των κινηματικών χώρων», διπλωματική εργασία της συγγραφέως στο μεταπτυχιακό του τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, η οποία εκπονήθηκε το 2008 και εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις futura. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η μελέτη της Μαρινούδη δεν θα διατηρούσε τον καίριο χαρακτήρα της και την επιδραστικότητά της και σε άλλα συμφραζόμενα, ωστόσο η ανάγνωσή της που θα επιχειρήσω είναι αρκετά χρωματισμένη από πρόσφατα περιστατικά και λόγους. Κατά κύριο λόγο διότι το «Η ζωή χωρίς εμένα» έρχεται να απαντήσει σε τρεις πολλαπλώς προβληματικές θέσεις: α) στην κριτική προς το νομοσχέδιο που ασκήθηκε από μέρος της Αριστεράς, κυρίως του ΚΚΕ και κάποιων εξωκοινοβουλευτικών τμημάτων της, η οποία υποστήριξε ότι η υπεράσπιση των έμφυλων ταυτοτήτων και η αναγνώριση των υποκειμένων που διεκδικούν δικαιώματα που απορρέουν από αυτές τις ταυτότητες αποτελεί μέρος ενός ατομικιστικού και νεοφιλελεύθερου πολιτικού λόγου και ακυρώνει ή υπονομεύει ταξικές πολιτικές και κοινωνικές διεκδικήσεις β) τις βεβαιότητες της Αριστεράς και γενικότερα του ριζοσπαστικού και ελευθεριακού χώρου ότι ζητήματα έμφυλης καταπίεσης βρίσκονται εκτός του ορίζοντα της δικής τους δράσης και ότι η ισότητα και η αναγνώριση των δικαιωμάτων των μελών τους, όσον αφορά τον τρόπο που βιώνουν και εκφράζουν το φύλο και τη σεξουαλικότητά τους, αποτελούν δεδομένα της αριστερής ή της αναρχικής αξιακής τους παρακαταθήκης γ) ότι τα ατομικά δικαιώματα που αφορούν το φύλο και τη σεξουαλικότητα ανήκουν αποκλειστικά στη σφαίρα της ατομικότητας και δεν διαθέτουν άλλη πολιτική διάσταση, ούτε συνυφαίνονται με τους όρους άσκησης της εξουσίας και της κυριαρχίας, άποψη που εκφράζεται από το φιλελεύθερο χώρο, ή μάλλον απ’ αυτό το μέρος του που δεν χρησιμοποιεί μόνο προσχηματικά τον σχετικό όρο.

Βιογραφίες συγκεκριμένων υποκείμενων

Η μελέτη της Μαρινούδη εστιάζει στις βιογραφίες συγκεκριμένων υποκείμενων τα οποία συμμετείχαν σε και (αυτό)αποκλείονταν από κινηματικούς χώρους της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς ή του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού χώρου και στην οριακή εμπειρία τους στους χώρους αυτούς ακριβώς επειδή δεν κατάφερναν να προσαρμοστούν στις επιταγές μιας ετεροκανονικής και πατριαρχικά οργανωμένης δομής. Τα πρόσωπα με τα οποία συνομιλεί η ερευνήτρια, ακριβώς επειδή χρειάστηκε να διαπραγματευτούν ζητήματα έμφυλης υποκειμενικότητας και σεξουαλικής ταυτότητας στο εσωτερικό των συγκεκριμένων πολιτικών χώρων, βίωσαν έντονους αποκλεισμούς ή την αίσθηση ενός διαρκώς ανέφικτου ανήκειν και αναγκάστηκαν είτε να προσαρμοστούν σε συνθήκες που απαιτούσαν μια θυσία της επιθυμίας τους και της ζωής που επιθυμούσαν να ζήσουν είτε να καταφύγουν σε διαρκείς φυγές και δραπετεύσεις, αρχής γενομένης από το οικογενειακό περιβάλλον και τη γενέθλια πόλη, και στη συνέχεια στο εξωτερικό, σε πόλεις όπου η δυνατότητά τους να ζήσουν την ταυτότητά τους και την επιθυμία τους ήταν μεγαλύτερη, αλλά όπου πάντα υπέβοσκε η επιθυμία της επιστροφής. Σ’ αυτές τις ασυνεχείς ατομικές αλλά και συλλογικές διαδρομές, σ’ αυτήν τη διαρκή ένταση μεταξύ της θραυσματικής και κατακερματισμένης μετανεωτερικής ταυτότητας αλλά και της ανάγκης ενός ανήκειν και μιας σταθερής βάσης για να χαράξει το υποκείμενο το δρόμο του, η Μαρινούδη, εκκινώντας από το μεθοδολογικό και θεωρητικό πλαίσιο της αυτοανθρωπολογίας (δηλαδή της συγγένειας της ερευνήτριας και της βιογραφίας της με αυτές των υποκειμένων της έρευνας) αναλύει μια σειρά αφηγήσεων ανδρών και γυναικών που βίωσαν με οριακό τρόπο αυτές τις εντάσεις και τις ασυνέχειες.

Μια εξουσία που δεν γίνεται αισθητή ως τέτοια

Στην καρδιά του κειμένου της παρουσιάζει το σύγχρονο στοχασμό για την υποκειμενοποίηση και τη σχέση της με την υποταγή, για την παραγωγική εξουσία που ορίζει την εμπρόθετη δράση των υποκειμένων στη διαμόρφωση των ταυτοτήτων και των επιλογών, για μια εξουσία που δεν γίνεται αισθητή ως τέτοια αλλά και για την αποκειμενοποίηση που συντηρεί την καθαρότητα των κοινωνικών χώρων, αποκλείοντας όσους δεν ταυτίζονται με τα πρότυπα που αυτοί θέτουν. Σε χώρους που διεκδικούν την επανάσταση, αλλά ταυτοχρόνως κυριαρχούνται από ένα πρότυπο αγωνιστικής «αρρενωπότητας», που αφήνουν ελάχιστα περιθώρια στις γυναίκες να διεκδικήσουν μια διαφορετική ταυτότητα πέραν του κυρίαρχου πατριαρχικού λογοθετικού πλαισίου, αλλά και στους άνδρες που δεν ανταποκρίνονται στα στάνταρ της κινηματικής, αγωνιστικής αρρενωπότητας, τα υποκείμενα της έρευνας της Μαρινούδη αντιτάσσουν τον θεωρητικό και πολιτικό προβληματισμό τους για τα έμφυλα ζητήματα, τις διεκδικήσεις του φεμινιστικού και του queer κινήματος, ωστόσο παραμένουν πάντα στο περιθώριο, στα όρια των χώρων αυτών, με συνέπεια είτε τις συχνές δραπετεύσεις, είτε τη θυσία της δικής τους (ομοφυλόφιλης συνήθως) επιθυμίας υπέρ μιας επαναστατικής ασκητικότητας, είτε διαρκείς υπαρξιακές κρίσεις και καταθλίψεις.
Το θεωρητικό πλαίσιο της μελέτης στηρίζεται στον φουκοϊκό στοχασμό για την παραγωγική διάσταση της εξουσίας, στην ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόιντ και του Λακάν αλλά και το μεταλακανικό πολιτικό στοχασμό του Ζίζεκ, την queer θεωρία της Τζούντιθ Μπάτλερ, την αποδόμηση έτσι όπως διατυπώνεται από τον Ντεριντά αλλά και από φεμινίστριες στοχάστριες όπως η Ιριγκαρέ ή η Σπίβακ, τις θεωρίες της μετανεωτερικότητας και του ρευστού υποκειμένου όπως διατυπώνονται από τον Μπάουμαν ή τον Κρίστοφερ Λας, το σύγχρονο φεμινιστικό στοχασμό αλλά και την αγκαμπενική θεώρηση του homo sacer και της έννοιας του ορίου (ενός εντός/εκτός σε σχέση με το νόμο).

Η πολιτικοποίηση διαρκές ζητούμενο

Η Μαρινούδη, αν και περιγράφει με ιδιαίτερη οξυδέρκεια τις συνθήκες εντός των οποίων αναπτύσσονται οι προβληματικές σχέσεις των υποκειμένων της με τους πολιτικούς χώρους στους οποίους επιχειρούν να ενταχθούν ή εκείνους που επιχειρούν να δημιουργήσουν αποφεύγει δύο σφάλματα. Καταφέρνει να μην οδηγείται ποτέ σε μια πριμοδότηση του ατομικού έναντι του συλλογικού και του πολιτικού, αφενός διότι πάντα αντιμετωπίζει τα ζητήματα της έμφυλης ταυτότητας ως κοινωνικές κατασκευές και σε σχέση με την εξουσία, αφετέρου διότι αναδεικνύει πάντα ως πολιτική την επιθυμία των υποκειμένων που δεν εντάσσονται στις ετεροκανονικές νόρμες να βιώσουν την έκκεντρη υποκειμενικότητά τους και τις επιλογές τους ως προς το φύλο και τη σεξουαλικότητα. Επίσης, η κριτική προσέγγισή της στους πολιτικούς χώρους με τους οποίους αναπτύσσουν σχέσεις και εντάσεις τα υποκείμενα της έρευνας της, δεν εμπεριέχει την απαξίωσή τους, αντίθετα νομίζω ότι διεκδικεί την επανεπεξεργασία διαδρομών και τραυμάτων με στόχο τη δημιουργία νέων κοινωνικών υποκειμένων.
Όσα περιγράφονται στο «Η ζωή χωρίς εμένα» αποτελούν κοινό τόπο των μαζικών ή λιγότερο μαζικών πολιτικών σχηματισμών, όχι μόνο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς ή της αναρχίας. Η κομματική ζωή, η συλλογική δράση, η εξέλιξη των προσώπων μέσα σε συλλογικότητες και οι δυνατότητές τους να βιώνουν την ταυτότητά τους και να διεκδικούν την επιθυμία τους, αλλά και τα περιθώρια της ίδιας της πολιτικής δράσης και συμμετοχής τους περιορίζονται από πατριαρχικές δομές, παραδοσιακές εννοιολογήσεις της «αρρενωπότητας» και της «θηλυκότητας», από την ιεράρχηση του δίπολου «αρσενικό/θηλυκό» και τα πρότυπα συμπεριφοράς που αυτό επιβάλλει. Η ίδια η γλώσσα (που αποτελεί σημαντικό κομμάτι στην ανάλυση της Μαρινούδη) επιβάλλει συμπεριφορές και τρόπους, που συνήθως δύσκολα μπορεί να υπερβεί κανείς. Η πολιτικοποίηση αυτών των ζητημάτων αποτελεί διαρκές ζητούμενο.

Έφη Γιαννοπούλου