Ένας ποιητής, ένα ποίημα: μνήμη Γιάννη Κοντού

Μιλάει ο δράκος στον Άγιο Γεώργιο

Όλες οι αγιογραφίες δείχνουν ότι θα με σκοτώσεις. Είναι απόγευμα, τα λέπια μου λάμπουν. Τρώω μόνο χορτάρι του φεγγαριού. Αίμα δεν είδα ποτέ. Ζεσταίνω τα αυγά της πολιτείας, βλέπουν οι κάτοικοι μερικούς εφιάλτες. Αυτά είναι όλα που κάνω –τα άλλα είναι ψέματα. Όσο για την κοπέλα και τα νερά που έχω φυλακισμένα, δες και μόνος σου: εδώ είναι κήπος με κοντές μηλιές και φράουλες που δεν δοκίμασα. Τώρα μόνοι και αντικριστά. Είναι Παρασκευή, οι πορσελάνες των προσώπων μας νυχτώνουν απότομα. Βλέπω τη σκέψη σου αγκάθι στον ουρανό. Βλέπω ακόμα τη μαύρη μπέρτα σου να ανοίγει και να με σκεπάζει, όπως σηκώνεις το χέρι με το κοντάρι. Αν ήτανε διαφορετικά τα πράγματα, μπορεί να ήμουνα σκύλος στην αυλή σου. Στις ζωγραφιές έχω φτερά με πράσινες μεμβράνες. Δεν πέταξα ποτέ. Σέρνομαι με πρησμένη την κοιλιά στο χώμα μετατοπίζοντας τη θάλασσα προς το βουνό. Εκείνη τη στιγμή έσπασε στο τζάμι της φωνής σου μπήγοντας το κοντάρι στα πλεμόνια μου, φτάνοντας μέχρι την καρδιά. Πηχτό αίμα τινάχτηκε, έβαψε τα ασημένια παπούτσια των αγγέλων που στέκονταν πίσω από σένα σε δυο σειρές και γέλαγαν. Έβγαλα το τελευταίο σφύριγμα –σύρμα νίκελ του τρόμου. Ωρίμασαν τα μήλα του κήπου και έπεσαν στα πόδια σου. Σήκωσες τα μάτια στον ουρανό και έγινες άγιος. Τα νύχια μου γαντζωμένα στο χώμα αναδίδουν μουσική και μύρο. Έκλεισα τα μάτια και είδα.
Γιάννης Κοντός, «Ανωνύμου μοναχού», 1985

thomas

Του Θωμά Τσαλαπάτη

Στέκουν όλα εκεί τα χαρακτηριστικά της ποιητικής του Γιάννη Κοντού και τα ποιήματά του, ο Γιάννης που δεν θέλει ούτε λιοντάρια ούτε ανθρώπους και το κλουβί των λιονταριών που συναντάς τυχαία ενώ πήγαινες στην τουαλέτα. Εδώ τα νύχια, η πόλη, οι δολοφόνοι, το αίμα και το χρώμα. Η επιθυμία για πτήση ακόμα και αν σέρνεσαι με την κοιλιά στο χώμα. Η ήπια προφορικότητα ακόμα και αν ειπώνεται από το στόμα ενός δράκου. Εδώ ο Γιάννης Κοντός και εδώ η ποίηση που γέννησε την ποίησή του.
Η παραμυθιακή διάσταση και η θυμοσοφία –χαρακτηριστικά τόσο κοινά σε τόσα ποιήματά του- θα δανειστούν την οικεία εικόνα του Αγίου Γεωργίου που σκοτώνει το δράκο. Η αντίθεση του Κοντού στην κυρίαρχη τάξη και αντίληψη θα πάρει τη μορφή της βεβαιότητας όλων των αγιογραφιών. Θα μπορούσαν να είναι κρατικά έγγραφα, δικτατορικές επιταγές και δημοκρατικές προστακτικές όλων των διευθυντών (που ο ποιητής έχει παιδικό όνειρο να εκτελέσει). Ο Άγιος Γεώργιος έχει στο ποίημα το μεγαλείο ενός φτερωτού δημοσίου υπαλλήλου που σκορπάει τον θάνατο. Ο μελαγχολικός σαρκασμός του ποιητή ενσαρκώνεται (για άλλη μια φορά σε πρώτο ενικό πρόσωπο) στην αποκατάσταση της αλήθειας από τον ίδιο το δράκο ενώ πεθαίνει. Η εξωστρέφεια των μορφών πίσω από την οποία κρύβεται ο ποιητής και οτιδήποτε προσωπικό, εδώ έχει τη μορφή ενός παρεξηγημένου τέρατος.
Ο ανθρωπομορφισμός του προφορικού δράκου θα μιλήσει για τα δικά μας σώματα. Τα λέπια μας που λάμπουν, την πρησμένη μας κοιλιά, τα άχρηστα φτερά μας. Το δικό μας σώμα απειλεί ο άγιος με τις βεβαιότητες του. Και μαζί το χορτάρι του φεγγαριού, τα αυγά της πολιτείας, το σούρσιμο που μετατοπίζει τη θάλασσα προς το βουνό. Την ίδια την ποίηση, ενώ τα μήλα πέφτουν στα πόδια του, ενώ εκείνος στρέφει τα μάτια προς τον ουρανό.
Ο ποιητής σκηνοθετεί με τρόπο εικαστικό. Δημιουργεί αποστάσεις ανάμεσα στα σώματα για να τις εκμηδενίσει την κατάλληλη στιγμή, στύβει χρώμα μέσα από τις λέξεις βάφοντας τα ασημένια παπούτσια των αγγέλων. Και ορίζει την αρχιτεκτονική του καταληκτικού στίχου που κάνει το ποίημα να αρχίζει και πάλι από την αρχή αυτή τη φορά με την ένταση του ερωτήματος: τι είδε ο δράκος μόλις έκλεισε τα μάτια; Αυτή θα μπορούσε να είναι μια ερώτηση και για ολόκληρη την ποίηση του Γιάννη Κοντού.
Μια ποίηση που μίλησε για το παράλογο και το άδικο, μέσα από μια ατελείωτη ευρηματικότητα και ένα σφιχτό στίχο, μέσα από απροσδόκητα τινάγματα και μια αστείρευτη εικονοποιία εξωτερικών μορφών και εσωτερικών χώρων. Για το βίωμα και τα γεγονότα, τον άνθρωπο και την εποχή. Για την ανθρώπινη οδύνη που τελικά απορρίπτει τον άγιο και εξυψώνει το δράκο μέχρι την αγιοσύνη.

http://tsalapatis.blogspot.gr/