Ένας σύγχρονος κλασικός

Τζ. Μ. Κουτσύ, «Στην καρδιά της χώρας», μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Scripta, 2002,
Τζ. Μ. Κουτσύ, «Ελίζαμπεθ Κοστέλλο», μτφρ. Βασίλης Καραγιώργος, εκδ. Διήγηση, 2004

Διαβάζοντας την ελληνική μετάφραση του εμβληματικού βιβλίου της Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ «Μπορούν οι υποτελείς να ομιλούν;», που αποτέλεσε το αντικείμενο του προηγούμενου κριτικού μου σημειώματος στις σελίδες της «Εποχής», θυμήθηκα και ένιωσα την ανάγκη να επιστρέψω σε έναν από τους σημαντικότερους λογοτέχνες του τέλους του 20ού και της αρχής του 21ου αιώνα, τον νοτιοαφρικανό νομπελίστα Τζ. Μ. Κουτσύ, έναν από τους συγγραφείς που εισήγαγαν στο λογοτεχνικό πεδίο προβληματικές παρόμοιες με αυτές που θέτει στο θεωρητικό της έργο η Σπίβακ.

Ο Τζ. Μ. Κουτσύ δεν είναι μόνο ο συγγραφέας που εισάγει σε μια περιφερειακή λογοτεχνία, τη νοτιοαφρικανική, το μεταμοντερνισμό τόσο ως αισθητικό όσο και ως στοχαστικό εγχείρημα, αλλά ταυτοχρόνως εμφανίζεται ως μια συγγραφική φωνή που από τη μετααποικιακή περιφέρεια κατευθύνεται προς το κέντρο εστιάζοντας με το λογοτεχνικό (αλλά και με το ακαδημαϊκό) έργο του σε ζητήματα που το ίδιο διάστημα ή και λίγο αργότερα κάνουν την εμφάνισή τους στο πεδίο των μετααποικιακών σπουδών ή των σπουδών των υποτελών (subaltern studies). Παράλληλα, όμως, το έργο του Κουτσύ δείχνει βαθιά γνώση και ενός άλλου πεδίου του θεωρητικού στοχασμού, αυτό της φεμινιστικής θεωρίας, τόσο στη γαλλική αποδομητική εκδοχή της, το λεγόμενο «φεμινισμό της διαφοράς», όσο και ευρύτερα, και καταφέρνει με τους τρόπους της λογοτεχνίας να παρεμβαίνει και να εμπλουτίζει το πεδίο αυτό. Διαβάζοντας τα πρώιμα κυρίως έργα του αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς έναν εν εξελίξει διάλογο με τις σημαντικότερες φεμινίστριες θεωρητικούς της εποχής.

Η υιοθέτηση μιας θηλυκής αφηγηματικής φωνής

Βασικό εργαλείο της παρέμβασής του σ’ αυτόν το διάλογο είναι η υιοθέτηση σε αρκετά από τα βιβλία του μιας κεντρικής θηλυκής αφηγηματικής φωνής, κάτι που γίνεται για πρώτη φορά στο μυθιστόρημα «Στην καρδιά της χώρας» (μεταφρασμένο εξαιρετικά στα ελληνικά το 2002 από την Αθηνά Δημητριάδου), ενώ επανέρχεται αργότερα στο «Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα» και στην «Εποχή του Σιδήρου», για να καταλήξει στο οριστικό γυναικείο alter ego του, τη συγγραφέα Ελίζαμπεθ Κοστέλλο του ομώνυμου μυθιστορήματος, με την οποία μοιράζεται πλήθος βιογραφικών στοιχείων και που συχνά εμφανίζεται ως ηρωίδα και σε επόμενα έργα του, ενώ επίσης γίνεται το όχημα για πολλές από τις δημόσιες παρεμβάσεις του σε ένα συνδυασμό του δοκιμιακού λόγου με τη μυθοπλασία αλλά και ως ένα ριζικό πέρασμα σε μια θέση (γυναικείας) «αδυναμίας» από την οποία εκφέρεται ο λόγος.
Στο «Στην καρδιά της χώρας» ο Κουτσύ εισάγει ως αφηγηματική φωνή, και ταυτοχρόνως ως συγγραφέα του κειμένου που κρατά στα χέρια του ο αναγνώστης, τη Μάγδα, μια λευκή Αφρικάνερ που ζει με τον κτηματία/αφέντη πατέρα της και τους μαύρους υπηρέτες τους σε μια φάρμα χαμένη σε ένα χρονικό και γεωγραφικό limbo. Γεροντοκόρη, άσχημη, παρθένα, στείρα, και κυρίως τρελή, η Μάγδα, αναλαμβάνοντας το ρόλο του αφηγηματικού και συγγραφικού εγώ, λειτουργεί αποδομητικά και υπονομευτικά σε δύο επίπεδα, τόσο στο επίπεδο του λογοτεχνικού είδους, παρωδώντας το παραδοσιακό νοτιοαφρικανικό βουκολικό μυθιστόρημα, όσο και στο επίπεδο των ιδρυτικών αφηγήσεων για το έθνος, τη φυλή και το φύλο, υιοθετώντας μια φωνή και ένα λόγο που εκφερόμενος από μια θέση αδυναμίας υποσκάπτει κάθε αξίωση αυθεντίας.

Πού συναντά ο Κουτσύ την Σπίβακ

Πού συναντά ο Κουτσύ την Σπίβακ και το πολεμικό της δοκίμιο όσον αφορά τις συνθήκες που καθιστούν δυνατή ή αδύνατη την παραγωγή λόγου για τους υποτελείς, ακόμη περισσότερο για τις γυναίκες, και πιο πολύ για τις διπλά υποτελείς γυναίκες, τόσο λόγω φύλου, όσο και λόγω της θέσης τους στην αποικιοκρατική ιεραρχία. Με πολλές κοινές θεωρητικές αναφορές (ας περιοριστούμε μόνο στη λακανική ψυχανάλυση και την ντερριντιανή αποδόμηση), ο νοτιοαφρικανός συγγραφέας μοιράζεται επίσης με την Ινδή φιλόσοφο την εμπειρία της αποικιοκρατίας και του μετααποικιακού κόσμου. Ο μεν δεν είναι βέβαια από την πλευρά του έστω και προνομιούχου αποικιοκρατούμενου όπως η δε, αλλά με το έργο του δοκιμάζει διαρκώς τα όρια της θέσης του ως λευκού νοτιοαφρικανού άντρα, Αφρικάνερ στην καταγωγή, πολιτικά φιλελεύθερου (ή προοδευτικού αριστερού) και πολέμιου του καθεστώτος του απαρτχάιντ, διερευνώντας ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται μια ρηγματωμένη ταυτότητα για εκείνον που δεν μπορεί να αναλάβει το ρόλο που προορίζει γι’ αυτόν η αποικιοκρατική συνθήκη.
Το σημείο αυτής της συνάντησης στο μυθιστόρημα «Στην καρδιά της χώρας» θα το βρούμε στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα δύο γυναικεία πρόσωπα, η λευκή Αφρικάνερ έποικος, που με το παραλήρημα των ημερολογιακών καταγραφών της δοκιμάζει διαρκώς τα όρια του λόγου, συγκροτώντας με αμφιταλαντεύσεις, δισταγμούς, αναθεωρήσεις και παλινωδίες την «αποτυχία» της να προσφέρει μια συνεκτική, αληθοφανή και μονοσήμαντη αφήγηση, και πλάι της, διπλά υποτελής, η Μικρή Άννα, η μαύρη υπηρέτρια, που στερείται σχεδόν ολοκληρωτικά το λόγο, περιοριζόμενη σε ελάχιστες, στοιχειώδεις λέξεις.

Ένας διαρκής διάλογος

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο προβληματισμός του Κουτσύ και της Σπίβακ συναντιούνται όσον αφορά την κριτική τους στον αγγλοσαξονικό φεμινισμό της εποχής, που αδυνατεί να δει τις «άλλες γυναίκες», όσες βρίσκονται έξω από τον δυτικό κόσμο και τις φεμινιστικές διεκδικήσεις και αναλύσεις που εκπροσωπούν φεμινίστριες όπως η Σ. Γκίλμπερτ και η Σ. Γκούμπαρ στην εμβληματική μελέτη τους «The Madwoman in the Attic» (Η τρελή γυναίκα στη σοφίτα), το οποίο ο μεν Κουτσύ κατά κάποιον τρόπο παρωδεί μεταφέροντας το επιχείρημά του από το χώρο και το λόγο της δυτικής αποικιοκρατίας στη νοτιοαφρικανική αποικία, η δε Σπίβακ το αποδομεί με ένα ακόμη πολεμικό δοκίμιό της («Three women’s texts and a critique of imperialism»), αναδεικνύοντας το ρόλο της βρετανικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα (ακόμη κι όταν αυτή προέρχεται από γυναίκες) στην προώθηση της κοινωνικής αποστολής της Βρετανίας, με άλλα λόγια στην προώθηση του ιμπεριαλισμού.
Συνεχίζοντας την κειμενική στρατηγική της υιοθέτησης μιας γυναικείας αφηγηματικής φωνής, όπως κάνει στα μυθιστορήματα που προανέφερα, ο Κουτσύ διατηρεί και εξελίσσει το ενδιαφέρον του για τη θέση του γυναικείου αφηγηματικού εγώ, ως μιας «μέσης φωνής» και με τις δύο έννοιες, από τη μια ως μια θέση που βρίσκεται σε ένα μέσον, μεταξύ του (άντρα) αποικιοκράτη και του αποικιοκρατούμενου, από την άλλη με τη γραμματική της έννοια σχεδόν, ως μια φωνή που στερείται σαφούς υποκειμένου, ή ως ένα υποκείμενο που δεν γράφει αλλά γράφεται, εξασφαλίζοντας απ’ αυτήν τη θέση αδυναμίας μια υπολογίσιμη δύναμη απέναντι στην εξουσία και το λόγο της. Θα βρούμε την κορύφωση και την πλήρη λειτουργία αυτού του αφηγηματικού τεχνάσματος στην «Ελίζαμπεθ Κοστέλλο», το τελικό alter ego του νοτιοαφρικανού συγγραφέα. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, διάσημη ουσιαστικά για ένα βιβλίο της, εμπνευσμένο από το μονόλογο της Μόλλυ στον «Οδυσσέα» του Τζόις, που θέτει με τον πιο ολοκληρωμένο τρόπο μια σειρά από ηθικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής μας, απόρροια των μετααποικιακών θεωρητικών προβληματισμών. Σε ένα από τα κεφάλαια του μυθιστορήματος αυτού, με τον τίτλο «Οι ανθρωπιστικές σπουδές στην Αφρική», η συνάντηση της Ελίζαμπεθ με την καλόγρια αδελφή της θα θέσει εκ νέου ζητήματα που αφορούν τη θέση αποικιοκράτη-αποικιοκρατούμενου, αφέντη-δούλου, λευκού-μαύρου, και κυρίως τον τρόπο που ο δυτικός πολιτισμός διαβάζει και θέτει υπό την ηγεμονία του κάθε άλλο πολιτισμό, δημιουργώντας μέσω της ερμηνείας ακόμη και τον λόγο που ο Άλλος, ο υποτελής, είναι ικανός να εκφέρει.
Η λογοτεχνία του Τζ. Μ. Κουτσύ, ενός από τους σημαντικότερους συγγραφείς του καιρού μας, εμπλουτίζεται και γίνεται ακόμη πιο σαγηνευτική όταν διαβαστεί σε συνδυασμό όχι μόνο με τα θεωρητικά κείμενα και τις δημόσιες παρεμβάσεις του ίδιου του συγγραφέα, αλλά, και κυρίως, ως ένας διαρκής διάλογος με τους γενικότερους προβληματισμούς της εποχής μας για ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις εξουσίας είτε αυτές έχουν ως βάση τους τη φυλή, είτε το φύλο, αλλά και αυτές που σημάδεψαν τον κόσμο της αποικιοκρατίας και που εξακολουθούν να κυριαρχούν στο μεταπαποικιακό κόσμο.

Έφη Γιαννοπούλου