Ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα για την ελληνική παράνοια

Νίκος Α. Μάντης, ”Οι τυφλοί”, εκδ. Καστανιώτη, 2017

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

«Οι τυφλοί» του Νίκου Α. Μάντη, ένα από τα καλύτερα ελληνικά μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων, κατασκευάζουν έναν λαβύρινθο δίχως έξοδο, διάσπαρτο με κάτοπτρα, αναδεικνύοντας πολυεπίπεδες αντανακλάσεις της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, με πυρήνα τους την ελληνική ακροδεξιά.

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Νίκου Μάντη ξεκινά με ένα μάλλον κλασικό «μακγκάφιν», μια αφορμή δηλαδή που στην αρχή του βιβλίου μοιάζει κεντρικής σημασίας, ενώ στη συνέχεια αποκαλύπτεται ως ένα απλό ελατήριο που θέτει σε κίνηση την αφήγηση και σχετικά γρήγορα χάνεται από τον αναγνωστικό ορίζοντα. Όλα ξεκινούν το καλοκαίρι του 2011, όταν ο Ισίδωρος, άνεργος ηθοποιός, μέλος μια ακτιβιστικής ομάδας που στήνει καταστασιακά δρώμενα στην Αθήνα των Αγανακτισμένων, ερωτεύεται τη Σοφία, μια κάπως πιο πετυχημένη συνάδελφό του, που τον φιλοξενεί για λίγες μέρες στο σπίτι της. Άτυχος μέχρι τότε στις ερωτικές του περιπέτειες και σεξουαλικά ματαιωμένος, ο Ισίδωρος νιώθει πως ο έρωτάς του για την Σοφία, αμοιβαίος όπως τον φαντάζεται, επιτελεί πάνω του μια ριζική μεταμόρφωση. Όταν εκείνη εξαφανίζεται, αποφασίζει να την αναζητήσει με κάθε τρόπο και ίσως να την σώσει από κάποιον άγνωστο κίνδυνο, γρήγορα όμως θα εκτραπεί σε μια άλλη πολύ πιο σύνθετη και παρανοϊκή περιπέτεια.
Εγκαταλείποντας το μοτίβο της ερωτικής αναζήτησης, ο Μάντης θα μεταπηδήσει σε ένα άλλο μοτίβο κεντρικών χαρακτήρων, αυτό του μέντορα και του μαθητή, ενός διδύμου που συναντάμε συχνά στο είδος του detective story. Η γνωριμία του Ισίδωρου με τον Κλεάνθη Βρακά, πρώην λογοκριτή της χούντας, από τον οποίο αρχικά θα ζητήσει βοήθεια για να βρει την Σοφία, θα εκτροχιαστεί σε μια καταβύθιση στις υπόγειες στοές της Αθήνας και στα μυστικά της ελληνικής ακροδεξιάς.

Οι μεταλλάξεις της ακροδεξιάς

«Οι τυφλοί» εκτυλίσσονται κατά κύριο λόγο σε τρεις χρόνους: το καλοκαίρι του 2011, όταν οι Αγανακτισμένοι κατακλύζουν την πλατεία Συντάγματος και ο «Διπλούς Πέλεκυς» (μετωνυμία της Χρυσής Αυγής) ετοιμάζεται να μπει στη Βουλή· την άνοιξη του 1972, όταν ο εύζωνας Γιώργος Καρζής ή Κατσής, «ενσάρκωση της ιδέας του έθνους» κατά τη χουντική ορολογία, πρόσωπο με εντυπωσιακή εμφάνιση και τηλεπαθητικές ικανότητες, πρωταγωνιστεί  στις επετειακές εκδηλώσεις της δικτατορίας στο Καλλιμάρμαρο, ενώ ετοιμάζεται να πάρει μέρος σε μια αμφιλεγόμενη θεατρική παράσταση που τελικά θα κοπεί από τη λογοκρισία· το καλοκαίρι του 1985, όταν ο Νέιτ Λάμπερτ, Ελληνοαμερικανός υπάλληλος του ΔΝΤ, θα βρεθεί στις Κυκλάδες αναζητώντας στοιχεία για το θάνατο του πατέρα του, πράκτορα της CIA, τον οποίο για κάποιον λόγο συνδέει με την αριστερή τρομοκρατία.
Ο Μάντης καταφέρνει να υφάνει μια εντυπωσιακή πλοκή που θα συνδέσει τις τρεις ιστορίες και ταυτοχρόνως να ακολουθήσει ακόμη περισσότερα νήματα, που πότε τον οδηγούν στα βάθη της Τουρκίας μετά τη μικρασιατική καταστροφή, πότε στα χρόνια του Εμφυλίου κι άλλοτε ανιχνεύουν την ιστορία των πανκ και των σκίνχεντ στην Αθήνα της δεκαετίας του ’80.
Παρανοϊκή μυθοπλασία, detective story, πολιτικό μυθιστόρημα: συνδυάζοντας αυτούς τους τρόπους, τα είδη, ο Μάντης στήνει μια εξωφρενική, συνωμοσιολογική αφήγηση για την ελληνική ακροδεξιά, διερευνώντας τις μεταλλάξεις της από την εποχή της χούντας μέχρι σήμερα, ανακαλύπτοντας στις λιγότερο ή περισσότερο παρανοϊκές θεωρητικοποιήσεις της ένα κλειδί για να διαβάσει την ελληνική πραγματικότητα και τη σχέση της με το βαρύ παρελθόν της και την ιστορία.
Η Αριστερά δεν έχει σημαντικό ρόλο στην αφήγηση των «Τυφλών», χρησιμοποιείται ωστόσο συχνά ένα σχήμα που παραπέμπει στη θεωρία των δύο άκρων, κυρίως όταν το μυθιστόρημα περιγράφει την πάνω και την κάτω πλατεία του Συντάγματος το καλοκαίρι του 2011, αλλά και αλλού.

Σαν σε κινούμενη άμμο

Ποιος όμως είναι αυτός που μιλά στο μυθιστόρημα, και πόσο αξιόπιστο τον καθιστά ο συγγραφέας του; Η αφήγηση παρουσιάζεται εντός του μυθιστορήματος ως ένα χειρόγραφο που βρίσκεται στο δωμάτιο του Νέιτ Λάμπερτ μετά την αυτοκτονία του. Ποιος γράφει αυτό το χειρόγραφο; Ο «προθάλαμος», το εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου, αφήνει την εντύπωση πως το χειρόγραφο το γράφει ο Ισίδωρος. Στο κεφάλαιο με τον τίτλο «μίτος» υπάρχει ένα χειρόγραφο εντός του μυθιστορήματος που, ενώ φαίνεται να περιγράφει μια περιπέτεια των Κλεάνθη-Ισίδωρου, έχει υποσελίδιες σημειώσεις εμφανώς γραμμένες από τον πρώτο και μάλιστα σε πολύ προγενέστερη εποχή. Ο Μάντης τοποθετεί τις αλληλοδιασταυρούμενες ιστορίες του σε μια κινούμενη άμμο, καλλιεργώντας μια διαρκή αβεβαιότητα για την αξιοπιστία της αφήγησής του και δημιουργώντας πολλαπλές αντανακλάσεις του ζεύγους μέντορα-μαθητή· δεν είναι μόνο οι Κλεάνθης-Ισίδωρος, αλλά και ο εύζωνος Γιώργος Κατσής και ο Λουκάς Βακόνδιος, θεωρητικός της οργάνωσης με το όνομα «Ραδάμανθυς», ή ακόμη ο όσιος Μελέτιος και ο προσηλυτισμένος απ’ αυτόν Ευσέβιος (σε μια μικρή ιστορία μες στην ιστορία, που όμως αποτελεί τέλειο καθρέφτισμά της, εισάγοντας και τη χριστιανική παράμετρο πλάι στην αρχαιοελληνική-μυθολογική). Στην παρανοϊκή αφήγηση των «Τυφλών» η πλοκή προχωρά μέσα από παρεξηγήσεις· ο Ισίδωρος, π.χ., καταλαβαίνει τη λέξη «Σωλήν» στο σημείωμα του Κλεάνθη ως αναφορά στο youtube, ενώ πολύ αργότερα ο δεύτερος θα εξηγήσει ότι προκύπτει από το σημείο του σπιτιού του όπου πρωτοανακάλυψε την αόρατη γραφή που μεταγράφει στο περίφημο «Βιβλίο των Πάντων». Δεν στερείται συμβολισμού αυτή η παρεξήγηση, αφού επιτελεί ακριβώς τη μετάβαση από τον υλικό κόσμο του Κλεάνθη (η αόρατη γραφή καταλαμβάνει τους τοίχους του σπιτιού του) στον ψηφιακό του κατά πολύ νεώτερου Ισίδωρου, μεταφέροντας τον συνωμοσιολογικό λόγο στα φόρουμ του διαδικτύου και στα σχόλια κάτω από τα βίντεο του youtube.

Λαβύρινθος και τυφλότητα

Ο Μάντης κατασκευάζει έναν περίπλοκο κόσμο στις 600 σελίδες των «Τυφλών», με πολλαπλά επίπεδα αφήγησης και μια εντυπωσιακή πινακοθήκη προσώπων. Στο κέντρο του μυθιστορήματος βρίσκεται το θεματικό μοτίβο του λαβύρινθου, κι αυτό με δύο, ή μάλλον τρεις, εκφάνσεις. Λαβύρινθος γίνεται η ίδια η πόλη καθώς οι δύο άντρες προσπαθούν να ανακαλύψουν διαδρομές και μυστικές εισόδους στα έγκατά της, λαβύρινθο αποτελούν οι υπόγειες στοές της που θα τους οδηγήσουν κάποια στιγμή στο βασίλειο των τυφλών, ενώ πάνω από αυτούς υπάρχει ο τρίτος λαβύρινθος, αυτός των ανθρώπινων σκέψεων και των ιδεολογιών, των επιθυμιών και των τραυμάτων, των ονείρων και των παραισθήσεων, ο λαβύρινθος στον οποίο έχει προνομιακή πρόσβαση και δυνατότητα παρέμβασης ο εύζωνας Κατσής. Συγγενική με τον λαβύρινθο η θεματική της τύφλωσης αλλά και της τυφλότητας, από τη μια ασθένεια, από την άλλη εκούσια επιλογή, από τη μια πλήγμα, ανικανότητα να δεις και να ερμηνεύσεις τον κόσμο, από την άλλη πρόσβαση σε μια άλλη όραση που συλλαμβάνει τα μυστικά και τα αόρατα. Λαβύρινθος και τυφλότητα είναι μόνο δύο από τα στοιχεία που παραπέμπουν στον Χόρχε Λουίς Μπόρχες, διαρκώς παρόντα στο μυθιστόρημα, οι 600 σελίδες του οποίου θα τον απέτρεπαν οπωσδήποτε από την απόπειρα να το διαβάσει. Μπόρχες, αλλά και Πύντσον και Μπολάνιο αναγνωρίζονται ως βασικές επιρροές του Μάντη, σε έναν πυκνό, μακροπερίοδο λόγο που συνδυάζει την περιγραφή με το σχόλιο και το στοχασμό, δοκιμάζει πολλαπλές οπτικές γωνίες και εναλλάσσει τα γραμματικά πρόσωπα.
Ένα σπουδαίο μυθιστόρημα

Θα μπορούσε να δει κανείς τους «Τυφλούς» και ως μια αφηγηματική άσκηση, ένα παιχνίδι με τα είδη και τη διακειμενικότητα, αν βέβαια κατάφερνε να αντισταθεί στη γοητεία της αφήγησης και στην πειστικότητα της αρχιτεκτονικής κατασκευής. Ο Μάντης χρησιμοποιεί ρεαλιστικά, βιωματικά στοιχεία, όπως π.χ. την προσωπική του εμπειρία ως εύζωνα, για να μπολιάσει με πειστικότητα τις παρανοϊκές αφηγηματικές κατασκευές του και σε κάθε σημείο του βιβλίου του είναι φανερός ο συγγραφικός μόχθος που μεταστοιχειώνει το βίωμα αφαιρώντας του την όποια αυτοαναφορικότητα. Ιδίως τα πιο απομακρυσμένα στο χρόνο κομμάτια της ιστορίας του, όπως το κεφάλαιο με πρωταγωνιστή τον εύζωνα τότε Κατσή ή εκείνο που εκτυλίσσεται στις Κυκλάδες μέσα από τις ημερολογιακές εγγραφές του Λάμπερτ, καταφέρνουν να δημιουργήσουν με δεξιοτεχνικό τρόπο πειστικούς και σύνθετους χαρακτήρες και ατμόσφαιρες, ενώ τα κεφάλαια που αναφέρονται στα πιο κοντινά γεγονότα, όπως αυτά του 2011, φέρνουν συχνά τον αναγνώστη αντιμέτωπο με πιο στερεοτυπικές περιγραφές και πρόσωπα-καρικατούρες.
Χωρίς να έχει τίποτα να ζηλέψει από τους ξένους ομοτέχνους του, ο Μάντης, παρά τις όποιες υπερβολές του, μας δίνει ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, επιβεβαιώνοντας την άνθιση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής και την ανάγκη της προώθησής της έξω από τα σύνορα της χώρας μας.

Έφη Γιαννοπούλου