Ένα ποίημα για το Πάσχα

thomas

Του Θωμά Τσαλαπάτη

Διακριτική εισαγωγή:

Είναι κείμενα που όσο και αν τα προσπαθήσεις δεν βγαίνουν. Ή, ακόμα και αν βγουν, σε κάνουν να νιώθεις λαθραίος. Είναι το θέμα, είναι η διατύπωση, είναι η ειλικρίνεια που δεν αντιστοιχεί στην ειλικρίνεια που επιθυμείς ως όρο έκφρασης ή έκδοσης.
Και είναι τις φορές αυτές (όπως και τόσες άλλες φορές) που αναζητάς μια οικεία φωνή να μιλήσει στη θέση σου. Έναν διαμεσολαβητή να σε μεταφέρει στο σημείο της ειλικρίνειας.
Το Πάσχα δεν είναι αποκλειστικά θρησκευτικός χρόνος. Ή πιο σωστά δεν είναι χρόνος μόνο μίας θρησκείας. Μπορεί να μην πιστεύεις, να μην ενστερνίζεσαι, αλλά κάτι μέσα σου να θέλει να εκφραστεί. Γιατί το Πάσχα είναι μαζί φύση και σώμα, θρήνος και μεταφυσική των φυτών. Μια ιστορία παλαιότερη της θρησκείας, συνώνυμη της αντίληψης του γύρω κόσμου και του μυστηρίου πίσω από την ασάφειά του.
Θυμάμαι το ποίημα του Σικελιανού για το λαβωμένο παλικάρι του χωριού και μαζί τον Χριστό και τον Άδωνη, την τόσο ανθρώπινη μεταφυσική του, την αμεσότητα του θρήνου και του πόνου, του μυστηρίου και του σώματος. Θυμάμαι τα μεγάλα ερωτήματα να τίθενται επιτακτικά από το μεγάλο ποιητή και μαζί τη λαϊκότητα του ποιήματος. Θυμάμαι οικεία πρόσωπα να μου το διαβάζουν σε νωπές ηλικίες και εκείνο το πρώτο συναίσθημα πως αυτή είναι μια ποίηση που μπορεί να σταθεί χωρίς επεξηγήσεις.
Δώρο, λοιπόν, για ένα Πάσχα μικρό σαν τσίμπημα μιας αίσθησης που σε ξεπερνά:

Στ’ Όσιου Λουκά το Mοναστήρι

Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη – έτσι γλυκά θρηνούσαν! –
πως, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι απ’ τ’ Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη μέση
απ’ τα «Xριστός Aνέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: «Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!»

Kαι να· ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε -μάρτυράς μου νά ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος –
απ’ το στασίδι πού ‘μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
– έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Mάτια μου… Bαγγέλη!»

Kι ακόμα, -μάρτυράς μου νά ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος-,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…
(από τον Λυρικό Bίο, E΄,
Ίκαρος 1968)

http://tsalapatis.blogspot.gr/