Ένα τραγούδι για την Αφρική

Νγκούγκι γουά Θιόνγκο “Πέταλα από αίμα”
(μτφ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2017)

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένα όνομα που επανέρχεται διαρκώς και σταθερά ανάμεσα στις πιο σοβαρές υποψηφιότητες για το Νόμπελ Λογοτεχνίας – εκείνο του Κενυάτη συγγραφέα Νγκούγκι γουά Θιόνγκο, ενός από τους σπουδαιότερους συγγραφείς, όχι μόνο της Αφρικής, αλλά της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Έχοντας πλούσιες σπουδές στην Αφρική και την Ευρώπη, ο Νγκούγκι γουά Θιόνγκο κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα το 1964. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 επηρεάζεται βαθιά από το έργο και τη δράση του Φραντς Φανόν και τον μαρξισμό, ενώ έχει αρχίσει πια να συνδυάζει τη λογοτεχνική του δουλειά με την πολιτική δράση.

Το θέμα της γλώσσας αποτελεί διαρκές πεδίο ενδιαφέροντος του Νγκούγκι γουά Θιόνγκο. Στο κείμενό του με τίτλο «The Language of African Literature» [«Η γλώσσα της αφρικανικής λογοτεχνίας»], ο Νγκούγκι γουά Θιόνγκο θυμάται πώς στην Κένυα «τα αγγλικά έγιναν κάτι παραπάνω από μια γλώσσα», καθώς και το πόσο τους ταπείνωναν όταν τους έπιαναν στο σχολείο να μιλούν την ντόπια γλώσσα, τα κικούγιου, για να καταλήξει ότι «πιστεύω πως το να γράφω στα κικούγιου, μια κενυατική γλώσσα, μια αφρικανική γλώσσα, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των αντιιμπεριαλιστικών αγώνων των λαών της Κένυας και της Αφρικής». Πράγματι, κάποια στιγμή ο Νγκούγκι γουά Θιόνγκο εγκατέλειψε τα αγγλικά (όπως και το αγγλικό όνομα με το οποίο γεννήθηκε, Τζέιμς Θιόνγκο) και συνέχισε να γράφει τη λογοτεχνία του στα κικούγιου και τα σουαχίλι.
Το συγκεκριμένο βιβλίο, τα Πέταλα από αίμα, είναι το τελευταίο που έγραψε στα αγγλικά και κυκλοφόρησε το 1977. Η ρητή αντικαπιταλιστική τοποθέτηση του βιβλίου, μαζί με το αντίστοιχο πολιτικό μήνυμα ενός θεατρικού του έργου που παιζόταν εκείνη την εποχή στην Κένυα, είχαν τεράστιο αντίκτυπο και οδήγησαν στη σύλληψη και στη φυλάκιση του Νγκούγκι γουά Θιόνγκο, που, επιπλέον, όταν βγήκε από τη φυλακή, οδηγήθηκε σε αναγκαστική αυτοεξορία για πάνω από είκοσι χρόνια. Εκεί έγραψε και το κλασικό του δοκίμιο Decolonizing the mind: The Politics of Language in African Literature [Η αποαποικιοποίηση του νου: Η πολιτική της γλώσσας στην αφρικανική λογοτεχνία], ενώ μυθιστόρημα έγραψε ξανά μετά από πάνω από δύο δεκαετίες, το 2004, το Wizard of the Crow, το οποίο κατόπιν μετέφρασε ο ίδιος στα αγγλικά.
Τα Πέταλα από αίμα ξεκινούν με μια σειρά από συλλήψεις. Όχι για λόγους πολιτικούς ή τίποτε τέτοιο, αλλά για έναν φόνο, ή μάλλον για τρεις φόνους: κάποιος ή κάποιοι έβαλαν φωτιά στο πορνείο της πόλης, δολοφονώντας τρεις εξέχουσες μορφές της νέας ελίτ («διάσημους εθνικιστές αγωνιστές της πολιτικής, εκπαιδευτικής και κυρίως της οικονομικής ελευθερίας των Αφρικανών» – η οποία οικονομική ελευθερία μεταφράζεται σε μια εταιρεία που εκμεταλλεύεται τους κατοίκους της περιοχής, «παράδειγμα της επιχειρηματικής μεγαλοφυίας τους»… «Οι δικοί μας Κρουπ, οι δικοί μας Ροκφέλερ, οι δικοί μας Φορντ!»).

Καταπίεση, μνήμες, αγώνες

Οι πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος, λοιπόν, περιγράφουν τη σύλληψη των τεσσάρων προσώπων που θα είναι οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος: ένας συνδικαλιστής, ένας δάσκαλος, μια πόρνη, ένας παλιός αντάρτης. Και καθώς αυτή η σύλληψη ξυπνάει τον «παλιό θυμό» και μια «καινούργια πίκρα», αρχίζει να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη όλη η αποικιακή και μετα-αποικιακή ιστορία της Κένυας, όλη η «κακοδαιμονία» της Αφρικής: ο αγώνας για την Uhuru, την ελευθερία, και την ανεξαρτησία, ο λεγόμενος (από τους Άγγλους) πόλεμος των Μάου-Μάου (η μεγάλη και αιματηρή εξέγερση των Κικούγιου που ξέσπασε το 1952), οι αντιφάσεις του αντιαποικιακού αγώνα, η εισβολή των προτεσταντικών εκκλησιών και του τρίπτυχου Βίβλος – Όπλο – Νόμισμα (Χριστιανισμός – Εμπόριο – Πολιτισμός…), η Κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης («τα τελευταία χρόνια της Κατάστασης Έκτακτης Ανάγκης, ξέρετε, τότε που οι Αφρικανοί άρχιζαν να αποκτούν επιχειρήσεις»), οι έγκλεισμοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης (τα «χωριά συγκέντρωσης») και οι εκτοπίσεις («πριν μεταφερθούμε το 1955 στο νέο χωριό, την εποχή της Έκτακτης Κατάστασης»), η Εθελοντική Φρουρά και οι ντόπιοι συνεργάτες των λευκών αποικιοκρατών («Μαύροι κρανοφόροι αστυνομικοί, καθοδηγούμενοι από δυο Λευκούς αξιωματικούς… Μαύρος εναντίον Μαύρου…»), η καταστροφή της φύσης και η εμπορευματοποίηση της γης, η «εκπολιτιστική αποστολή» των αποίκων.
Ο συγγραφέας σκιαγραφεί με τις πιο έντονες πινελιές την αποικιακή καταπίεση και τον αντιαποικιακό αγώνα, χωρίς ωστόσο να εξιδανικεύει και να περιορίζεται στο απλοϊκό δίπολο Λευκοί αποικιοκράτες και Μαύροι επαναστάτες – άλλωστε, όταν μιλάει για τη μαύρη οικονομική και πολιτική ελίτ που διαδέχθηκε τους αποικιοκράτες στη διοίκηση της χώρας, εκεί γίνεται ίσως ακόμα πιο σκληρός στην κριτική του (είναι χαρακτηριστικό και το απόσπασμα του ιστορικού αγωνιστή της αφρικανικής ανεξαρτησίας Αμίλκαρ Καμπράλ που αναφέρεται ως μότο στο βιβλίο).

Σκληρός και λυρικός ταυτόχρονα

Παίζοντας διαρκώς με το παρόν και με αναδρομές στο παρελθόν, σκληρός και λυρικός ταυτόχρονα, ο Νγκούγκι γουά Θιόνγκο φροντίζει και να πλάσει ζωντανούς τούς χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Γουαντζά, την πόρνη που μέσα στο σπίτι της καίγονται τα τρία θύματα. Μπορεί κάποιες στιγμές η σαφής και ρητή πολιτική τοποθέτηση να παίρνει χαρακτηριστικά σοσιαλιστικού ρεαλισμού, κάτι όχι σπάνιο την εποχή και στη συγκυρία που γράφεται το βιβλίο, ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα είναι μια ζωντανή τοιχογραφία μιας ολόκληρης ιστορικής εποχής, μια τοιχογραφία που επιπλέον δεν αποφεύγει να αγγίξει ακόμα και τα πιο λεπτά και δύσκολα θέματα της κάθε ιστορικής στιγμής.
Η μεγάλη και κρίσιμη επιλογή του συγγραφέα (να εγκαταλείψει τα αγγλικά στα λογοτεχνικά του έργα και ταυτόχρονα όποιο όφελος αυτό σήμαινε για την καριέρα του) είναι το τεράστιο και πολύπλευρο θέμα που εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης – και από τον ίδιο τον συγγραφέα. Για παράδειγμα, ο βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας Νιγηριανός συγγραφέας Ουόλε Σογίνκα (που γράφει αποκλειστικά στα αγγλικά) λέει πως θεωρεί «ηττοπαθές» να γράφει κανείς μόνο στην ντόπια γλώσσα του. Από την άλλη, ο Νγκούγκι γουά Θιόνγκο, σε πρόσφατη συνέντευξή του στην El País, επαναλαμβάνει ότι το πρόβλημα δεν είναι οι γλώσσες αλλά «η προσπάθεια να δημιουργηθεί μια ιεραρχία ανάμεσά τους». Ο ίδιος βέβαια εξακολουθεί να γράφει ή να μεταφράζει βιβλία του και στα αγγλικά, ωστόσο πάντα προσπαθεί να αντικρούσει την άποψη ότι οι ντόπιες γλώσσες της Αφρικής είναι ασύμβατες με τη νεωτερικότητα (αναφέροντας μάλιστα παραδείγματα επιστημόνων σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ που έχουν γράψει τις εργασίες τους στα κικούγιου). Ο πλούσιος διάλογος (έως και διαμάχη) γύρω από το θέμα είναι ενδεικτικός για όλο το πολιτικό και ιδεολογικό βάρος που κουβαλάει ένα τέτοιο θέμα. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.

Κώστας Αθανασίου