Ήσυχες μέρες του Αυγούστου, ματωμένες, πληγωμένες

Γιασμίν Ελ Ρασίντι “Χρονικό ενός τελευταίου καλοκαιριού” (μτφ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Κριτική, 2017)

Ιούλιο ξεκινάει το μυθιστόρημα της Αιγύπτιας Γιασμίν Ελ Ρασίντι, Ιούλιο του 1984, και τελειώνει κάποιον Αύγουστο, τον Αύγουστο του 2014. Η αφηγήτρια, εξάχρονο κοριτσάκι στην αρχή του βιβλίου, τριάντα χρόνια μεγαλύτερη στο τέλος, αφηγείται μέσα σε λίγες χαμηλόφωνες σελίδες μια αλυσίδα από σκέψεις, σχόλια, αναμνήσεις, εικόνες, παρατηρήσεις – σπαράγματα, ανολοκλήρωτα πολλές φορές, για όσα συντάραξαν τη ζωή της και όσα πήγαν να ταρακουνήσουν αυτό που κάποιοι αποκαλούν «παραδοσιακή αδράνεια» της αιγυπτιακής κοινωνίας.
Το ήρεμο, σχεδόν νωχελικό κλίμα της αφήγησης, η ράθυμη ατμόσφαιρα των καυτών καλοκαιριών στο Κάιρο, έρχεται διαρκώς σε αντίθεση με όσα αφηγείται η συγγραφέας – πράγματα σκληρά, πράγματα που συνταράζουν μια χώρα και ανατρέπουν χιλιάδες ζωές, τα οποία όμως αποτυπώνονται σε μια αφήγηση χαμηλότονη, που επιλέγει να μη γίνεται κραυγαλέα και να μην εκβιάζει τα συναισθήματα του αναγνώστη.

 

Η αφήγηση, ακόμα και της εξάχρονης μικρής, είναι κατάσπαρτη από πολιτικά σχόλια, που διαμορφώνουν υπόγεια, σχεδόν διακριτικά, το πλαίσιο στο οποίο κινείται η ιστορία. Η ταξικά προνομιούχα θέση της οικογένειας υπενθυμίζεται διαρκώς, όπως και εκείνη του οικογενειακού τους κύκλου: «Μόνο σε τρεις από τις φίλες μου στο σχολείο δεν γίνονται διακοπές ρεύματος. Οι μπαμπάδες τους είναι πολύ σπουδαίοι. Μία από τις καλύτερές μου φίλες έχει σπουδαίο παππού. Ο παππούς της έχει πεθάνει, αλλά εξακολουθούν να είναι σπουδαίοι. Δεν τους κόβουν ποτέ το ρεύμα», θυμάται το εξάχρονο κορίτσι από το Κάιρο του 1984. Εκείνη την εποχή αρχίζει να ακούει (και να καταγράφει στο μυαλό της) και τις πρώτες πολιτικές συζητήσεις (και αντιθέσεις): «η ειρήνη που υπέγραψε (ο Σαντάτ) με το Ισραήλ ήταν πολύ κακό πράγμα», «υπάρχουν και στο Κάιρο παιδιά που πεθαίνουν από την πείνα, αλλά δεν τα δείχνουν ποτέ στην τηλεόραση», «ο καινούργιος μας Φαράω (ο Μουμπάρακ)». Στην οικογένεια ο ένας μιλάει για τα «τόσα που είχαμε στερηθεί επί Νάσερ» ενώ ο άλλος (ο αγαπημένος κομμουνιστής ξάδελφος που μιλάει κατά της μοναρχίας και της αποικιοκρατίας και της λέει ότι «οι Παλαιστίνιοι είναι αδέρφια μας») της λέει ότι «κανένας δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Νάσερ» και ο τρίτος (ο Θείος) ότι «ο Νάσερ πήρε από τους πλούσιους κι έδωσε στους φτωχούς. Αυτό ήταν το χειρότερο. Οι φτωχοί άρχισαν να τεμπελιάζουν».
Σε εκείνο το Κάιρο, η αστυνομία είναι πανταχού παρούσα, η βία της είναι διαρκής («η αστυνομία ερχόταν κι έπαιρνε πράγματα») και όταν το κοριτσάκι γράφει στο σχολείο έκθεση με τίτλο «Οι άνθρωποι που εξαφανίζονται» και μιλάει «για τους ανθρώπους που παίρνει η αστυνομία»… τότε «η δασκάλα μού βάζει μηδέν στα δέκα και λέει ότι δεν θα ’πρεπε να γράφω τέτοια πράγματα στην ηλικία μου».
Στη ζωή εκείνου του μικρού κοριτσιού, ο Μπαμπάς είναι απών και η Μαμά ακόμα πιο απούσα, παρά τη φυσική της παρουσία: «δεν με παρακολουθούσε», «την άλλη μέρα είχα σχολείο, αλλά η Μαμά είχε σταματήσει να προσέχει την ώρα», «κανένας δεν με έπαιρνε είδηση», «οι κάλτσες που μου άφηνε (η Μαμά) ήταν παράταιρες», «πήγαινα στην κουζίνα κι έφτιαχνα μόνη μου σάντουιτς». Σε εκείνη την ατμόσφαιρα αρχίζει να έχει και τα πρώτα σεξουαλικά ερωτήματά της («έχω δει την ξαδέλφη μου να φιλάει ένα άλλο κορίτσι στο στόμα. Είναι κακό; Μου λέει (ο ξάδελφος) να μη μιλήσω γι’ αυτό σε κανέναν») και να ακούει τα πρώτα σχόλια για τον πολιτικό ρόλο της θρησκείας («ήταν απλώς η μόδα με τους νεαρούς που έχαναν το δρόμο τους. Το γύριζαν στη θρησκεία»).

«Δεν υπάρχει γλώσσα γι’ αυτό που ζούμε»

Στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος (που διαδραματίζεται το 1998) βλέπουμε την ταξική παρακμή της οικογένειας να συνεχίζεται («τον οδηγό τον χάσαμε, δεν μπορούσαμε να του δώσουμε την αύξηση που ζητούσε, ούτε να βρούμε άλλον να δουλέψει με λιγότερα»), ενώ και η πόλη αλλάζει ασταμάτητα («εκεί όπου πρώτα έβλεπες τον Νείλο, τώρα είναι φράχτης, τοίχος, φράχτης, περιφραγμένο οικόπεδο γεμάτο σκουπίδια, κι άλλος φράχτης, κι άλλος τοίχος»). Σε όλο το Κάιρο γίνονται αλλαγές, «που σκοπό είχαν να σβήσουν την ταυτότητα της πόλης». Όλη η ζωή αλλάζει, όμως «δεν υπάρχει γλώσσα γι’ αυτό που ζούμε». Τότε η αφηγήτρια βλέπει και την πρώτη καθιστική διαμαρτυρία, την «πρώτη πολιτική κίνηση στον χώρο του πανεπιστημίου», ενώ αρχίζει να διαγράφεται με σαφήνεια η απειλή του θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Πλέον «η μαντίλα δεν φοβίζει κανέναν, αφού τη φορούν πια σχεδόν όλες και τίποτα δεν έχει στ’ αλήθεια αλλάξει».
Μπορεί η πλατεία Ταχρίρ να ήταν «το μεγαλύτερο ποίημα της Αιγύπτου» (όπως αποτυπώνει στο London Review of Books ο Robert F. Worth μια συνομιλία του με έναν διαδηλωτή εκείνες τις ταραγμένες μέρες), ωστόσο η κρίσιμη αυτή στιγμή απουσιάζει από το βιβλίο της Ελ Ρασίντι, η οποία, σκεπτικίστρια, απαισιόδοξη ίσως, στο τρίτο μέρος του βιβλίου μάς μεταφέρει κατ’ ευθείαν στο 2014, όταν πια έχουν όλα ανατραπεί και οι μνήμες πλέον είτε ξεθωριάζουν είτε πικρίζουν. Η ευφορία του 2011 και της ανατροπής του Μουμπάρακ έχει ξεχαστεί, τώρα πια στους δρόμους κρέμονται θεόρατα «πλακάτ με το πορτρέτο του νέου προέδρου Αλ Σίσι». Μπορεί η αδρανής, κάποτε, Μαμά της να έχει ενεργοποιηθεί σε μια αδιάκοπη ακτιβιστική δράση, η ίδια η αφηγήτρια όμως επιλέγει να παραμένει παρατηρήτρια και προβληματίζεται για το τι σημαίνει ενεργή δράση: «Σκέφτομαι το δικό μου γράψιμο, αν η λογοτεχνία είναι πολιτική θέση ή σημαίνει απουσία θέσης. Σκέφτομαι τη σιωπή της αντικειμενικότητας. Σκέφτομαι την παρουσία του παρατηρητή, του μάρτυρα. Είναι συνενοχή;» – και, μπροστά στην καθιστική διαμαρτυρία, αυτό που εκείνη επιλέγει είναι να εστιάσει τον φακό της κάμεράς της.

Σιωπές, ψίθυροι και αποσιωπήσεις

Η κοφτερή παρατήρηση είναι το βασικό εργαλείο της αφήγησης και αυτή η έμφαση στη λεπτομέρεια, που αποτυπώνεται με μικρές κοφτές προτάσεις, δίνει ένα κείμενο τόσο πυκνό που δεν επιτρέπει στιγμή στην προσοχή του αναγνώστη να χαλαρώσει χωρίς τον κίνδυνο να χάσει κάτι.
Η πλοκή του βιβλίου κυλάει μέσα σε σιωπές, τραυματικούς ψιθύρους και αποσιωπήσεις καθώς για άλλη μια φορά συναντάμε το γνώριμο μοτίβο – την Ιστορία που εξελίσσεται σαρώνοντας στο πέρασμά της ζωές και ανθρώπους, πολλές φορές ακόμα κι αυτούς που κάποια στιγμή νομίζουν πως την καθορίζουν.
Με τι μάτια (μπορούμε να) βλέπουμε εμείς, «οι Δυτικοί», όλα αυτά τα γεγονότα (αλλά και αυτή τη λογοτεχνία – σε ποιον βαθμό άραγε η «δυτική» ματιά και αγορά ωθεί να γράφεται μια λογοτεχνία «ειδικά» για τα «δυτικά» μάτια;); «Όταν εμείς πάψαμε να είμαστε τόσο απροκάλυπτα ρομαντικοί και επιστρέψαμε στις μπερδεμένες καταστάσεις του πραγματικού κόσμου, επέστρεψαν και τα δυτικά ΜΜΕ στον οριενταλισμό τους», έλεγε σε μια συζήτησή της με τη Μικέλα Χαρτουλάρη πριν από πέντε, περίπου, χρόνια η Αιγύπτια συγγραφέας Αχντάφ Σουέιφ. Όμως, τι τύπου «ματιά» χρειάζεται άραγε κανείς για να καταλάβει, ή μάλλον να νιώσει, τη στιγμή που, όταν στο τέλος του βιβλίου η αφηγήτρια μαζί με την εβδομηντάχρονη μητέρα της αποφασίζουν να αφήσουν το σπίτι που έμεναν πάντα και να μετακομίσουν σε ένα νέο σπίτι, σε μια νέα ζωή, η μητέρα «γυρίζει το κεφάλι, ακουμπάει τα χέρια στα μπράτσα της πολυθρόνας της σαν να ψάχνει στήριγμα, και στρέφει το βλέμμα προς τον Νείλο»;

Κώστας Αθανασίου