Αίμα για νερό

Βόλφγκανγκ Σορλάου «Ξένα νερά»
(μτφ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. angelus novus, 2018)

Κεντρικός άξονας στα Ξένα νερά είναι τα σχέδια για γενικευμένη ιδιωτικοποίηση του νερού. Όλα (φαίνεται να) ξεκινούν από κάτι που δείχνει τυχαίο και άσχετο: μια βουλευτής του συντηρητικού κόμματος πεθαίνει από έμφραγμα τη στιγμή που ανεβαίνει στο βήμα της Βουλής. Μιας και πρόκειται για χαμηλής εμβέλειας στέλεχος του κόμματος, ο θάνατός της απασχολεί ελάχιστα τις εφημερίδες, για μία μόλις μέρα. Όμως η γιαγιά της διαβεβαιώνει πως δεν είχε κανένα πρόβλημα με την καρδιά της, είναι πεισμένη πως κάτι παράξενο έχει συμβεί. Και απευθύνεται στον ιδιωτικό ντετέκτιβ Γκέοργκ Ντένγκλερ.
Στις σελίδες του βιβλίου εκτυλίσσονται δύο παράλληλες ιστορίες, αυτή της έρευνας που αρχίζει να κάνει ο Ντένγκλερ σχετικά τον απροσδόκητο θάνατο μέσα στη Βουλή και εκείνη της ζωής του Στέφαν Κ. Κρομσρέντερ, διευθυντικού στελέχους μιας πολυεθνικής εταιρείας που ασχολείται σε όλο τον κόσμο με την ιδιωτικοποίηση του νερού.
Η έρευνα του ντετέκτιβ στην αρχή μοιάζει να προσκρούει διαρκώς στο αδιέξοδο του προφανούς: τίποτα δεν δείχνει πως μπορεί να υπάρχει κάτι πέρα από έναν απλό παθολογικό θάνατο. Όταν όμως θα αντιληφθεί πως, αφού έχει ψάξει επίμονα να βρει αντίγραφο της ομιλίας την οποία επρόκειτο να εκφωνήσει η βουλευτής όταν θα ανέβαινε στο βήμα, του δίνουν ένα πλαστό κείμενο, η έρευνα θα αρχίσει να μπαίνει σε άλλες ατραπούς.
Από την άλλη, η ζωή του Κρομσρέντερ μοιάζει σχεδόν παραμυθένια, βυθισμένη στον πλούτο και τη χλιδή. Καθώς η εταιρεία επεκτείνει τις ιδιωτικοποιήσεις του νερού σε ολόκληρο τον κόσμο (π.χ. στη Μεγάλη Βρετανία, όπου «η προηγούμενη Βρετανίδα πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ είχε καταργήσει το 1989 τη δημόσια υδροδότηση Αγγλίας και Ουαλίας, μοιράζοντας την πίτα σε δέκα ιδιωτικές εταιρείες» – ιδιωτικοποίηση από την οποία η εταιρεία του Κρομσρέντερ θα πάρει τελικά τη μερίδα του λέοντος), η ζωή του ανεβαίνει κάθε μέρα και περισσότερο την κοινωνική κλίμακα, ταυτόχρονα όμως έρχεται αντιμέτωπος με τον άγριο, ανθρωποφάγο ανταγωνισμό ανάμεσα στα στελέχη της ίδια εταιρείας. Και όταν αυτός ο ανοδικός δρόμος προς τον παράδεισο του πλούτου και της κυριαρχίας ανακόπτεται (για παράδειγμα, με τη νίκη των κατοίκων της Κοτσαμπάμπα της Βολιβίας, στον περίφημο «Πόλεμο του νερού», τότε που «η Παγκόσμια Τράπεζα δέχεται να δώσει δάνειο, μόνον εάν και εφόσον η Βολιβία ιδιωτικοποιήσει το νερό»), τότε ο Κρομσρέντερ (όπως και κάθε άλλο στέλεχος της πολυεθνικής) είναι έτοιμο για οτιδήποτε μπορεί να τον διασώσει από την κατρακύλα.
Σε αυτόν τον ακήρυχτο αλλά ανηλεή πόλεμο του νερού, εμπλέκεται ένας ολόκληρος κόσμος από κατ’ επίφαση αντικειμενικούς τεχνοκράτες εκτός κάθε κοινωνικής ή πολιτικής λογοδοσίας, από διαπλεκόμενους πολιτικούς πρόθυμους να ψηφίσουν «μικρές» τροπολογίες που καθορίζουν τη μοίρα εκατομμυρίων ανθρώπων, από διεφθαρμένους δημοσιογράφους διατεθειμένους με το αζημίωτο να συγκαλύψουν κάθε σκάνδαλο ή να πολεμήσουν οποιονδήποτε θα σταθεί στον δρόμο τον δικό τους και των αφεντικών τους, από ανηλεείς μηχανισμούς παραγωγής κέρδους, από πολυεθνικές εταιρείες που διαθέτουν ειδικό τμήμα για τις «σχέσεις με τα πολιτικά κόμματα» («τον βομβαρδίζει με ονόματα γνωστών πολιτικών, αξιωματούχων και καθηγητών, συνοδεύει τα ονόματα αυτά με τα ποσά που η εταιρεία τούς έχει καταβάλει, άμεσα ή έμμεσα, υπό τύπον δωρεών, χορηγιών ή αμοιβών για παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών»).
Η τυπολογία των ιδιωτικοποιήσεων, πάντως, είναι σταθερή: οι επενδύσεις για συντήρηση και βελτίωση του δικτύου κόβονται, το ίδιο και για την έρευνα, οι τιμές παίρνουν την ανηφόρα – σε αντίστροφη πορεία από την ποιότητα του νερού. Όμως, πλέον «έχουν περάσει οι εποχές που αυτοί οι άνθρωποι άφηναν αδιαμαρτύρητα να τους κλέβουν. Το νερό είναι δικό τους». Ο κόσμος αντιλαμβάνεται ότι σιγά σιγά το καθαρό πόσιμο νερό θα γίνεται πιο ακριβό από το πετρέλαιο, ότι θα μετατραπεί σε προνόμιο μόνο όσων έχουν να το πληρώσουν, αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι όλες οι περιπτώσεις ιδιωτικοποίησης επέφεραν αύξηση της τιμής και πτώση της ποιότητας του νερού.
Η πραγματικότητα είναι ότι «στη Γερμανία υπάρχουν 8.000 δημοτικές υδροδοτικές επιχειρήσεις, οι περισσότερες από τις οποίες λειτουργούν θαυμάσια παρέχοντας εξαιρετικής ποιότητας πόσιμο νερό, κατά κανόνα πολύ φθηνότερο από τις αντίστοιχες ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις». Και όταν ο Ντένγκλερ ανακαλύπτει τη μικρή παράγραφο 103 ενός νόμου (που προστατεύει το μονοπώλιο των κοινοτικών εταιρειών υδροδοσίας) και την επικείμενη τροποποίησή της από τη Βουλή, το παζλ συμπληρώνεται και τον βάζει στο μονοπάτι που θα τον οδηγήσει τελικά στη λύση του προβλήματος.
Πέρα από την κεντρική ιστορία, ο Σορλάου στήνει και ενδιαφέροντες και ζωντανούς «δευτερεύοντες» χαρακτήρες, τον καθένα με τη δική του ιστορία – για παράδειγμα η αγαπημένη του Όλγα, μετανάστρια και πρώην επαγγελματίας κλέφτρα. Τα βιβλία του Σορλάου, έντονα πολιτικά και στηριγμένα σε ισχυρή πραγματολογική βάση, έχουν πάντα πίσω τους πολλή ερευνητική δουλειά. Κατορθώνουν έτσι, σε λίγες σελίδες και μέσα από μια αστυνομική πλοκή, να θέτουν και να πραγματεύονται ζωτικά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής, πολύ συχνά αποκαλύπτοντας κρίσιμες αθέατες πλευρές τους.

Κώστας Αθανασίου

ΥΓ: Καθώς την προηγούμενη φορά η στήλη σχολίαζε την Έρημο των Ταρτάρων, του Ντίνο Μπουτζάτι (εκδ. Μεταίχμιο), αναφέροντας και την παλαιότερη έκδοση στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Αστάρτη, σε μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη, μετά την κυκλοφορία της εφημερίδας πληροφορήθηκε ότι το βιβλίο είχε μεταφραστεί και πολύ παλιότερα, από τον Μανώλη Φουρτούνη, και είχε κυκλοφορήσει (ως Η έρημος των Τατάρων) το 1971 από τις εκδόσεις Διογένης (του Κώστα Κουλουφάκου). Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί πως σύμφωνα με τους υπολογισμούς του γιου του μεταφραστή, Γιώργου Φουρτούνη, η μετάφραση έγινε ολόκληρη ή εν μέρει στην εξορία, στο Παρθένι της Λέρου.