Αισθηματική και πολιτική αγωγή στη δεκαετία του ’70

Iσμήνη Καρυωτάκη, “Στους δρόμους”, εκδόσεις Το Ροδακιό, 2017

«Θα μπορούσε να τον έχουν συλλάβει και στο Σαντιάγο της Χιλής το Σεπτέμβρη του ’73 ή στο Καρτιέ Λατέν το Μάη του ’68, στη διάρκεια της “Επιχείρησης Δούναβης” στην Πράγα, Αύγουστο του ’68, ή στην calle del Amparo της Μαδρίτης το ’36, με τον ίδιο περίπου τρόπο». Όμως τον Σείριο τον συλλάβανε στην Αθήνα, στο Παγκράτι, τον Απρίλιο του 1968, τον βασάνισαν και τον δίκασαν τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς μαζί με κάποια ακόμη μέλη της νεοσύστατης τότε οργάνωσης «Ρήγας Φεραίος», για να τον αφήσουν λίγο αργότερα, για λόγους υγείας. Ο Σείριος (ή στην πραγματική ζωή Κώστας Καρυωτάκης) είναι ο ένας από τους δύο πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος της Ισμήνης Καρυωτάκη «Στους δρόμους: Ως εις ουδεμίαν πολιτείαν ανήκοντες». Η Δεσμίνα, νεαρή αρχιτεκτόνισσα, άρτι αποφοιτήσασα από το Μετσόβιο Πολυτεχνείο, μυθιστορηματικό προσωπείο της ίδιας της συγγραφέα, είναι το δεύτερο κεντρικό πρόσωπο αυτής της ιστορίας, που ξετυλίγεται στην Αθήνα, στο Παρίσι και στους δρόμους που οδηγούν από τη μια πόλη στην άλλη, εκείνη την ταραγμένη κι επαναστατική δεκαετία, από το 1967 μέχρι το 1977, ενώ ανάμεσά τους και γύρω τους εμφανίζονται άλλα πρόσωπα, Έλληνες, Γάλλοι, Χιλιανοί, Παλαιστίνιοι, απάτριδες, εμιγκρέδες, εξόριστοι και εξεγερμένοι, εκπρόσωποι εκείνης της γενιάς που ξεσηκώθηκε και πάλεψε για έναν καλύτερο κόσμο, για μια ουτοπία, που κυνηγήθηκε και βασανίστηκε, που πειραματίστηκε στην πολιτική και στον έρωτα, που ηττήθηκε ή συμβιβάστηκε, που νοσταλγεί ένα ηρωικό παρελθόν και το αφηγείται με μια χαρακτηριστική μελαγχολία.

 

Το μυθιστόρημα της Ισμήνης Καρυωτάκη είναι ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα με στοιχεία μυθοπλασίας. Το ερέθισμα της συγγραφής του αναφέρεται μέσα στο ίδιο το βιβλίο, είναι η εμφάνιση σαράντα και κάτι χρόνια μετά, τον Μάρτιο του 2013, του Συνδέσμου του Μιλάνου (του Βασίλη Κωτούλα, όπως εξηγεί η Καρυωτάκη στο εκδοτικό σημείωμα όπου αποκαλύπτει την ταυτότητα των μυθιστορηματικών χαρακτήρων της), ο οποίος της παραδίδει το αρχείο του από τη δεκαετία ’67-’74. Τα τεκμήρια μιας εποχής θα γίνουν το έναυσμα για να γραφτεί το «Στους δρόμους», για να ζωντανέψει η μνήμη, για να επιστρέψει η Καρυωτάκη στις πόλεις και τα πρόσωπα του παρελθόντος. Για να ανασυνθέσει την αισθηματική και πολιτική αγωγή της, τη μύησή της στον έρωτα, στην παρανομία, στην εξορία.
Επιλέγοντας την τριτοπρόσωπη αφήγηση, η Καρυωτάκη εξασφαλίζει την αναγκαία απόσταση από τον νεανικό εαυτό της και αποφεύγει έτσι την όποια διολίσθηση στο μελοδραματισμό. Βλέπει τη νεαρή Δεσμίνα με την ίδια διαύγεια και ευαισθησία με την οποία το βλέμμα της –βλέμμα αρχιτέκτονα και ζωγράφου– στέκεται στις πόλεις και περιγράφει δρόμους, κτίρια, διαδρομές, όγκους και χρώματα. Το αρχειακό υλικό και το βιωματικό φορτίο παντρεύονται έτσι ώστε να δημιουργήσουν τη δική της ιστορία (προσωπική, βιωμένη, τραυματική) και να την εντάξουν στη μεγάλη εικόνα της Ιστορίας με Ι κεφαλαίο.

Εξόριστοι στο Παρίσι

Το μυθιστόρημα ξεκινά στο κατάστρωμα του πλοίου που θα πάρει τη Δεσμίνα και τον Σείριο από την Ελλάδα και θα τους οδηγήσει στο Μπρίντεζι, κι από κει στην Μπολόνια, στο Μιλάνο και τελικά στο Παρίσι, στριμωγμένους σ’ ένα μικρό διαμέρισμα της rue du Roi de Sicile. Αν και ξεκινά και καταλήγει στην Αθήνα, το μεγαλύτερο μέρος του καταλαμβάνει η ζωή του ζευγαριού στο Παρίσι. Στερήσεις, παρανομία, ευκαιριακές δουλειές, διαδοχικοί συγκάτοικοι με τους οποίους μοιράζονται το παρισινό διαμέρισμα, συναντήσεις με τους Έλληνες φίλους και συντρόφους που καταφεύγουν εξόριστοι κι αυτοί στη γαλλική πρωτεύουσα, ατελείωτες και θυελλώδεις πολιτικές συζητήσεις και διαφωνίες, βιβλία που συντροφεύουν τις διαδρομές τους, στίχοι ποιημάτων που μετατρέπονται σε στίξη της ζωής τους, γέλια και κλάματα, τσακωμοί και φιλιώματα. Και πανταχού παρών ο έρωτας και οι αγωνίες του, μια διαρκής πάλη με τον εαυτό και τον άλλον, ώστε να κερδηθεί η συνύπαρξη, η κοινή ζωή. Η Δεσμίνα κι ο Σείριος, η Δάφνη (φίλη καρδιακή αλλά και ερωτική αντίζηλος), οι δύο Μαΐστροι, η Χιλιανή Λώρα και ο αγαπημένος της Γκονθάλο (που θα δολοφονηθεί στο Σαντιάγο λίγο μετά την αποφυλάκισή του), ο καταστασιακός Αντρέ και οι εργάτες Πιερ και Ιζαμπέλ, ο Παλαιστίνιος Σάμι, πρόσωπα που διασταυρώνονται στους δρόμους του Παρισιού, που χάνονται και βρίσκονται, θυμίζοντας συχνά ένα άλλο, εμβληματικό μυθιστόρημα της εξορίας, που κι αυτό διαδραματίζεται κατά ένα μεγάλο μέρος του στο Παρίσι, αλλά και στο Μπουένος Άιρες, την πατρίδα του δικού του συγγραφέα. Συναντούν άραγε κάπου η Δεσμίνα και ο Σείριος τον Ολιβέιρα και τη Μάγα, ή έστω τα ίχνη τους, λίγα χρόνια νωρίτερα, στις ίδιες διαδρομές. Αναφέρομαι φυσικά στο «Κουτσό» του Χούλιο Κορτάσαρ, ένα απόσπασμα του οποίου επιλέγει η Ισμήνη Καρυωτάκη ως μόττο για το «Στους δρόμους». Βέβαια, ο Κορτάσαρ γράφει σχεδόν σε πραγματικό χρόνο την ιστορία του, αυτή των λατινοαμερικάνων εξόριστων στην πόλη του Φωτός, ενώ η Καρυωτάκη γυρνά πίσω στο παρελθόν με τη γνώση που έχει αποθησαυρίσει το σήμερα, επιθυμώντας να ξαναζωντανέψει την ιστορία της γενιάς της. Όχι με τον τρόπο που την αφηγείται η επίσημη ιστορία της όποιας Αριστεράς, αλλά με το βιωματικό τρόπο της ζωής που σπαρταράει, με χιούμορ και ευαισθησία, με τη φλόγα μιας επαναστατικής νιότης, αλλά και με τη μελαγχολία και τη νοσταλγία που σφραγίζει τους ηττημένους οπαδούς της χίμαιρας.

Μια συνεχής εξορία

Η ζωή στο Παρίσι θα αποκτήσει σιγά σιγά μια κάποια κανονικότητα, ο Σείριος θα πάρει την άδεια παραμονής κι η Δεσμίνα θα βρει δουλειά σε ένα γνωστό αρχιτεκτονικό γραφείο, αυτό του Γιώργου Κανδύλη, η σχέση του ζευγαριού θα περάσει μια μεγάλη κρίση και στο μεταξύ η Χούντα θα πέσει και θα το γιορτάσουν όλοι μαζί στο διαμέρισμα της Roi de Sicile, με ρακί και προσπαθώντας να πιάσουν κάποιον ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό. Οι εξόριστοι θα αρχίσουν να επιστρέφουν σταδιακά, ο καιρός της παρανομίας θα λήξει, όμως θα συνεχίσουν «να σχοινοβατούν ανενδοίαστα ιχνηλατώντας ιστορικές κορυφώσεις και προφητικές υποσχέσεις, αντί να καταπιάνονται με το μέλλον τους, που, αν είχανε μυαλό, όλο αυτό το διάστημα δεν θα βρίσκονταν απένταροι, άνεργοι και χωρίς να έχουν όχι μόνο πού την κεφαλήν, αλλά, και μη χειρότερα, Θεέ μου –από διαγραφή σε διαγραφή κι από φράξια σε φράξια–, και πού την ιδεολογίαν… κλίναι». Η εξορία θα παραμείνει η δική τους μοίρα ή με τα λόγια του ίδιου του Σείριου σε μια ύστατη συνειδητοποίηση κατά τη διάρκεια του τελευταίου ταξιδιού του στην Ελλάδα, θα παραμείνουν «σε συνεχή εξορία… ένα είδος κομματιάσματος της ταυτότητας», που όμως όταν καταφέρει να το αποδεχθεί κανείς, αυτή η θραυσματική ταυτότητα ίσως καταφέρει να ανασυντεθεί.
«Πάνω» απ’ όλα αυτά τα πρόσωπα που κατοικούν το μυθιστόρημα της Ισμήνης Καρυωτάκη ίπταται μια εμβληματική φιγούρα, παραδειγματική μορφή για όλους αυτούς τους ανέστιους νέους, ένας ακροβάτης, ένας πλανόδιος σαλτιμπάγκος, ισορροπιστής και σχοινοβάτης, που στήνει συχνά την παράστασή του στη γωνία του σπιτιού του Σείριου και της Δεσμίνας, αιχμαλωτίζοντας το βλέμμα τους. Σύμβολο της ζωής τους και της αντισυμβατικής ουτοπίας στο κυνήγι της οποίας πρόσφεραν τη ζωή τους. Ένας ακροβάτης τον οποίο θα συναντήσει ξανά η Δεσμίνα, χρόνια μετά, στους Αέρηδες στην Πλάκα, με άλλη μορφή φυσικά, αυτήν του γιου της Μανώλη Καρυωτάκη, στον οποίο είναι αφιερωμένο το βιβλίο. Σαν μια μορφή που δείχνει πάντοτε το μέλλον, τον ορίζοντα μιας διαρκώς ανανεούμενης προσδοκίας.

Έφη Γιαννοπούλου