Ακούγοντας τη νέα γενιά που ασφυκτιά

Βίβιαν Στεργίου, «Μπλε υγρό», εκδόσεις Πόλις, 2018

Νομιμοποιούμαστε άραγε να μιλάμε για μια λογοτεχνική γενιά της κρίσης; Κι αν αυτό έχει ειπωθεί και κατά κάποιον τρόπο επισημοποιηθεί στο χώρο της ποίησης, με αρκετές μεταφρασμένες σε ξένες γλώσσες ανθολογίες νέων Ελλήνων ποιητών που συχνά παρουσιάζονται και προωθούνται υπό αυτή την ετικέτα, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς το ίδιο για την πεζογραφία; Θα μπορούσε να θεωρήσει πως από την πολιτική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων αναδύεται μια νέα γενιά πεζογράφων που ορίζεται απ’ αυτές ακριβώς τις εξωτερικές συνθήκες και τις αφομοιώνει στο έργο της; Η απάντηση δεν είναι εύκολη, ωστόσο παρόλο που δεν μπορεί κανείς να αναγνωρίσει μια μονοσήμαντη σχέση μεταξύ της «κρίσης» και της συγγραφικής παραγωγής των εικοσάρηδων και τριαντάρηδων πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων, στα κείμενά τους διαβλέπει κανείς συχνά μια επιθυμία να μιλήσουν για τη γενιά τους, να αφηγηθούν μικρές ιστορίες της καθημερινότητάς τους, εστιάζοντας σε ανθρώπους της διπλανής πόρτας, ελάχιστα ηρωικούς ως επί το πλείστον, συχνά ματαιωμένους, μπερδεμένους και αποπροσανατολισμένους, γεμάτους ανασφάλειες και αβεβαιότητες, ή άλλες φορές παραλογισμένους σχεδόν, δυσπροσάρμοστους, καταπιεσμένους από τις αντικειμενικές συνθήκες, αλλά και από την οικογένειά τους. Ιστορίες που εντάσσουν στο υλικό τους τη σημερινή εικόνα της πόλης, τις σχέσεις με τους μετανάστες, την ανεργία, τις υποβαθμισμένες γειτονιές της πόλης.

Σκέψεις που ξεκινούν από την ανάγνωση της πρώτης συλλογής διηγημάτων της Βίβιαν Στεργίου που με τον τίτλο «Μπλε υγρό» κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις εκδόσεις Πόλις. Δεκαέξι σχετικά σύντομα διηγήματα στα οποία η νεαρή συγγραφέας αποδεικνύει κατ’ αρχάς μια ιδιαίτερα οξυμμένη ματιά, μια παρατηρητικότητα που εστιάζει καίρια στις λεπτομέρειες, αναδεικνύοντας τις λεπτομέρειες τόσο του αστικού ή και του φυσικού τοπίου, όσο και των σωμάτων, των χειρονομιών, των συναισθημάτων των ηρώων της.
Νομικός, με μεταπτυχιακά στην οικονομία του δικαίου, γεννημένη και μεγαλωμένη στα Τρίκαλα, κάτοικος πλέον της πρωτεύουσας, η Στεργίου φτιάχνει μια πινακοθήκη χαρακτήρων που ασφυκτιούν συνήθως σε ένα περιβάλλον που τους περιορίζει, αντιμάχονται την οικογενειακή καταπίεση και τη διαρκή επαγγελματική αβεβαιότητα, ερωτεύονται αν και σπάνια με αίσιο τέλος, αναζητούν την αγάπη ή την ηρεμία, κάποιον με τον οποίο να μπορούν να μοιράζονται την καθημερινότητά τους, συμβιβάζονται πολλαπλώς· χαρακτήρες που άλλοτε μοιάζουν να είναι πολύ κοντά στον κόσμο της ίδιας της συγγραφέα κι άλλοτε αρκετά μακρινοί από κείνη, σαν κάποια συγκυρία να τους έφερε δίπλα της μόνο και μόνο για να μπορέσει να αφηγηθεί την ιστορία τους. Δεν είναι σπάνιο εξάλλου σε διηγήματα πρωτοπρόσωπης αφήγησης ο ήρωας να της απευθύνεται με το όνομά της λέγοντάς της την ιστορία του.

Τόποι και θεματικές

Η Αθήνα πρωταγωνιστεί στα περισσότερα διηγήματα του «Μπλε υγρού», πολύ πραγματική, πολύ σημερινή, βρώμικη και φωτεινή ταυτόχρονα, άσχημη και όμορφη την ίδια στιγμή, χώρος όπου οι ήρωες διεκδικούν μια πολυπόθητη ελευθερία κι ένα νόημα ζωής. Στον αντίποδα τρία διηγήματα οδηγούν κατά κάποιον τρόπο τον αναγνώστη στη γενέθλια επαρχία («Απολύμανση», «Φτερά χήνας» και «Ένα τελάρο μήλα»), τόπο που ενσαρκώνει ακόμη περισσότερο την καταπίεση, την απουσία διεξόδου, το βαθύ συντηρητισμό της ελληνικής κοινωνίας, την επιθυμία φυγής.
Αρκετά επαναλαμβανόμενη θεματική στη συλλογή της Βίβιαν Στεργίου είναι αυτή της ομοφυλοφιλίας σε διάφορες εκδοχές. Στα διηγήματα «Απολύμανση» και «Ο Ανδρέας και ο Βασίλης δεν είναι νεκροί», οι ήρωες προσπαθούν να ζήσουν την ερωτική τους επιλογή διαφεύγοντας από τις συμβάσεις, τις επιταγές της οικογένειας και τον καθωσπρεπισμό. Στο «Όταν ακούω ραδιόφωνο μου λείπεις» η μεσήλικη ηρωίδα του διηγήματος, με αφορμή το θάνατο του πατέρα της, θα θυμηθεί μια ομοερωτική σχέση των φοιτητικών της χρόνων που δεν κατάφερε να ξεπεράσει ποτέ και θα αναρωτηθεί για τις μέχρι τώρα επιλογές της. Στο «Ψέμα» και το «Μπλε υγρό» η συγγραφέας αφηγείται τη σχέση γυναικών με ομοφυλόφιλους άντρες, διερευνώντας ένα χώρο συντροφικότητας και αγάπης, και ταυτοχρόνως ματαίωσης ή συμβιβασμού.

Η βαθιά λαχτάρα να μιλήσεις

Η θεματική του ρατσισμού και της ξενοφοβίας της ελληνικής κοινωνίας διατρέχει επίσης πολλά από τα διηγήματα, κυρίως όμως την «Ξένη», όπου περιγράφεται με δεξιοτεχνικό τρόπο η σχέση του αφηγητή της ιστορίας με τη μετανάστρια που φροντίζει τη γιαγιά του και την ανήλικη κόρη της. Ο ρατσισμός και η περιφρόνηση για τις δύο γυναίκες θα εξελιχθεί σε μια φευγαλέα ερωτική επαφή με τη μικρή και σε κατανόηση, αποδοχή και σεβασμό και για τις δύο και τελικά και σε μια μικρή επανάσταση εντός της οικογένειας.
Αν κάτι συνδέει σχεδόν όλους τους ήρωες της Στεργίου είναι η βαθιά λαχτάρα τους να μιλήσουν να πουν την ιστορία τους, να αφεθούν σε μια παραληρηματική λογόρροια, να βρουν μέσα τους τις ανάσες που θα τους οδηγήσουν στο τέλος μιας λυτρωτικής αφήγησης, μιας αφήγησης που θα τους ελευθερώσει, θα διαρρήξει τα δεσμά που τους φυλακίζουν, θα τους δώσει τη δυνατότητα να ζήσουν πραγματικά, να αδράξουν επιτέλους τη ζωή τους. Ή έστω δεν θα τους αφήσει να πνιγούν από τις τόσες συσσωρευμένες και καταπιεσμένες λέξεις.

Ακόμα μεγαλύτερες προσδοκίες

Θα μπορούσε να δει κανείς στα διηγήματα της Στεργίου μια σύγχρονη εκδοχή αστικής ηθογραφίας, μια απόπειρα να μιλήσει η νεαρή συγγραφέας για τη γενιά της και τα αδιέξοδά της, για τον τρόπο που η γενιά αυτή μεγάλωσε μέσα στα χρόνια της κρίσης, για τον τρόπο που ζει και κινείται στη σημερινή Αθήνα, αλλά και ταυτοχρόνως να θίξει μια σειρά από ζητήματα που εμφανίζονται συχνά στην τρέχουσα επικαιρότητα. Η νεαρή συγγραφέας πετυχαίνει πράγματι σ’ αυτή την προσπάθειά της φέρνοντας στο προσκήνιο τους ανθρώπους της ηλικίας της, νεαρούς επιστήμονες ως επί το πλείστον, καταδικασμένους στην ανεργία ή σε βαρετές δουλειές, που ασφυκτιούν μέσα σε ζωές δίχως νόημα και προοπτική. Και το καταφέρνει χάρη στην οξύτητα της ματιάς της, στην ικανότητά της να αναδεικνύει τις λεπτομέρειες και στη φρεσκάδα της γλώσσας της. Ωστόσο, στα πιο ολοκληρωμένα διηγήματα της συλλογής, το «Ριάλιτι» και τα «Φτερά χήνας», πετυχαίνει ένα αποτέλεσμα που υπερβαίνει κατά πολύ αυτόν το στόχο αλλά και αυτά που συνήθως περιμένουμε από μια πρώτη λογοτεχνική προσπάθεια κι από μια τόσο νέα συγγραφέα. Και στα δυο το ονειρικό ή το παραληρηματικό στοιχείο συμπλέκονται με την πραγματικότητα και η αφήγηση δομείται και κορυφώνεται υποδειγματικά. Είναι εμφανής εδώ τόσο η αναγνωστική εμπειρία της Στεργίου, η τριβή της με τη λογοτεχνία, όσο και η ικανότητά της να περάσει από την αφήγηση μιας ενδιαφέρουσας ιστορίας σε κάτι πολύ πιο βαθύ, από τη μια σε μια ανατομία των οικογενειακών σχέσεων και του ψυχισμού των προσώπων της, από την άλλη σε μια συνειδητά καλοδουλεμένη λογοτεχνική κατασκευή. Κι αυτά τα στοιχεία δημιουργούν ακόμη περισσότερες προσδοκίες για τη συνέχεια.

Έφη Γιαννοπούλου