Αλήθειες και ψέματα

georgoulas1

Είναι πασιφανές ότι το άρθρο του πρωθυπουργού και προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ την περασμένη Κυριακή γράφτηκε για να προκαλέσει αντιδράσεις και να επηρεάσει τις εξελίξεις στο χώρο του κέντρου, που ενδιαφέρουν και την αριστερά. Και όπως ξέρουμε, ήδη προκάλεσε τέτοιες αντιδράσεις.
Ωστόσο, ένα άρθρο μ’ αυτή την υπογραφή και αυτό το περιεχόμενο στη συγκεκριμένη συγκυρία δεν μπορεί να κριθεί με γνώμονα το κατά πόσο πέτυχε έναν τόσο τρέχοντα στόχο, που δεν εντάσσεται καν ρητά σε μια συγκροτημένη πολιτική συμμαχιών, παρότι αφορά μια πολιτική δύναμη και έναν πολιτικό χώρο καθόλου αδιάφορο για τη ριζοσπαστική και την ευρύτερη αριστερά. Χρειάζεται μια βαθύτερη κριτική αποτίμηση, που εγείρει δύο τουλάχιστον ζητήματα: πώς επιχειρείται η άσκηση μιας τέτοιας επιρροής και σε τι ακριβώς αποβλέπει.
Από την άποψη αυτή, η προσπάθεια εδραίωσης της επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ στα τμήματα του εκλογικού σώματος και τις αντίστοιχες κοινωνικές ομάδες που τον στήριξαν, καθώς και η προσπάθεια διεύρυνσής της, σε συνδυασμό με τη φιλοδοξία επίδρασης στις εξελίξεις της επιχείρησης ανασυγκρότησης του πολιτικού κέντρου, απαιτούν επίμονες, μεθοδικές, προσεκτικά σχεδιασμένες και ακόμα προσεκτικότερα εφαρμοσμένες παρεμβάσεις σε όλα τα πεδία. Δεν γίνεται με ηχηρούς πυροβολισμούς επ’ ευκαιρία, όσο ευθύβολα κι αν είναι τα όπλα – που δεν είναι πάντοτε.
Επίσης, απαιτείται πλήρης αποσαφήνιση του σκοπού αυτών των παρεμβάσεων: αποσκοπούν στη διαμόρφωση ενός δυνάμει συμμαχικού πολιτικού οργανισμού, απαλλαγμένου από το κυρίαρχο σήμερα σύνδρομο της εκλεκτικής συγγένειας με τη δεξιά, ή στην εξάλειψή του από την πολιτική σκηνή δια της οικειοποίησης της εκλογικής του επιρροής; Ούτε η μία ούτε η άλλη επιλογή είναι ουδέτερη και χωρίς συνέπειες. Η πρώτη, μάλιστα, συμβαδίζει με την πάγια αντίληψη της δικής μας αριστεράς περί συμμαχιών και δημοκρατικού δρόμου. Η δεύτερη ανοίγει έναν ολισθηρό δρόμο για τη μετατόπιση της αριστεράς σε μια επικίνδυνη για την υπόσταση και το χαρακτήρα της αντίληψη, σύμφωνα με την οποία μπορεί αδαπάνως να εκφράσει και εκπροσωπήσει τους πάντες και τα πάντα.

Γιατί τόση συζήτηση;

Μπορεί κάποιοι αναγνώστες να απορήσουν: γιατί να το βασανίζουμε τόσο πολύ, αφού πρόκειται για μια κίνηση τρέχουσας σημασίας; Διότι θα έπρεπε να γνωρίζουμε ότι τίποτα σ’ αυτό τον κόσμο δεν γίνεται χωρίς κόστος. Και διότι, όταν υπογράφει ένα κείμενο ο πρωθυπουργός και πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, οφείλουμε να το παίρνουμε στα σοβαρά. Διαβάζοντάς το, λοιπόν, προσεκτικά μπορούμε να εντοπίσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά στην αντίληψη που το διέπει, τα οποία αν αποτελέσουν τη βάση των συλλογισμών μας και για άλλα, πιο κρίσιμα ζητήματα στο άμεσο ή το προσεχές μέλλον, μπορεί να ζημιώσουν σοβαρά και να θέσουν σε κίνδυνο την κοινή μας προσπάθεια.
Από μια λαθεμένη εκτίμηση μπορεί να γλιτώσεις, με μια λαθεμένη μέθοδο ανάλυσης, όχι. Η αποτίμηση των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων και της πορείας του ΠΑΣΟΚ από το 1974 έως σήμερα γίνεται με εντελώς επιφανειακό τρόπο, με μια γραμμική αντίληψη, λες και τα ζητούμενα και τα επίδικα σε κάθε φάση της ιστορικής αυτής περιόδου παρέμειναν και παραμένουν αναλλοίωτα στη γενικότητά τους (λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική απελευθέρωση, εθνική ανεξαρτησία ή εθνική ανεξαρτησία, κοινωνική δικαιοσύνη, ή εθνική ανεξαρτησία, κοινωνική δικαιοσύνη, δημοκρατία –κατ’ άλλη εκδοχή). Και μέσα σ’ αυτό το πολιτικο-κοινωνικό σκηνικό τα πολιτικά υποκείμενα κρίνονται με βάση το κατά πόσο υπηρετούν τους αναλλοίωτους και ατέρμονα επιδιωκόμενους στόχους.
Το σχήμα αυτό είναι βολικό για όποιον θέλει να ισχυριστεί ότι προορισμός του είναι να κατορθώσει ό,τι δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν άλλοι στο παρελθόν, παρότι το είχαν υποσχεθεί: δεν χρειάζεται να αναλυθούν προσεκτικότερα και λεπτομερέστερα οι συγκεκριμένες συνθήκες και οι συγκεκριμένοι παράγοντες που εμπλέκονται σε κάθε συγκεκριμένη κατάσταση. Η αποτυχία του ενός μπορεί να γίνει κάλλιστα επαγγελία του άλλου. Αρκεί η διαβεβαίωση ότι θα επιδειχθεί συνέπεια χωρίς πολλές εξηγήσεις. (Αλήθεια, δεν σας θυμίζει κάπως αυτού του είδους η «κριτική» προς το ΠΑΣΟΚ τη διαβεβαίωση της ΛΑΕ ότι εκείνη θα κάνει πράξη τις επαγγελίες της πρώτης κυβέρνησης  ΣΥΡΙΖΑ, που η ηγεσία του εγκατάλειψε προδοτικά;)

Οι διαφορές είναι κρίσιμες, όχι οι ομοιότητες

Ωστόσο, αν κάνουμε τον κόπο να αναλύσουμε τις πραγματικές καταστάσεις που είχαν να αντιμετωπίσουν το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας 1970-1980 και ο ΣΥΡΙΖΑ το 2010, θα διαπιστώσουμε τις τεράστιες διαφορές που τις διακρίνουν. Όσο κι αν επικαλούμαστε ως κοινό τους στοιχείο τη ριζοσπαστικοποίηση ευρύτερων κοινωνικών ομάδων, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, για παράδειγμα, τις διαφορετικές ρίζες της ριζοσπαστικοποίησης, (κοινωνικές-πολιτικές με εσωτερικές αιτίες στην πρώτη περίπτωση, μνημονιακοί καταναγκασμοί σε περιβάλλον παγκόσμιας κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού, στη δεύτερη), αλλά και τις διαφορετικές δυνατότητες διεξόδου που είχε αυτή η ριζοσπαστικοποίηση στην πράξη (ολοκλήρωση του εκδημοκρατισμού και αναδιανομή πλούτου με υπόβαθρο την οικονομική μεγέθυνση στη μια, υπεράσπιση των πιο αδύναμων από τη μνημονιακή επίθεση σε συνθήκες παραγωγικής καταστροφής και κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού στην άλλη). Αν δεν πάρουμε υπόψη μας τέτοιου είδους διαφορές, τότε μια πρόχειρη ανάλυση μπορεί να δικαιώσει την κατηγορία εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ για ασυνέπεια, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που ερμηνεύεται και η ασυνέπεια του ΠΑΣΟΚ στο συγκεκριμένο άρθρο. Ενώ η αλήθεια είναι ότι το κόμμα αυτό είχε εγκολπωθεί τη λογική του μονόδρομου είκοσι χρόνια πριν από το πρώτο μνημόνιο.
Η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης δεν ευνοεί, βέβαια, εύκολες αχρονικές συγκρίσεις και αναγωγές. Υποχρεώνει, ωστόσο, τον καθένα να αναλάβει τις ευθύνες που αντιστοιχούν στην πολιτική περίοδο που του έλαχε, και να το πράξει με τρόπο που ανοίγει διεξόδους και καλλιεργεί βάσιμες ελπίδες για την εκπλήρωση της επαγγελίας για μια κοινωνία στον αντίποδα της καταπιταλιστικής.
Πρόκειται για μια υποχρέωση που φαντάζει ταπεινή, θα μπορούσαμε ωστόσο να τη χαρακτηρίσουμε ιερή. Γιατί σε περιόδους που η υπόσχεση της σοσιαλιστικής κοινωνίας απλώς λοιδωρείται, η διατήρησή της στη συλλογική συνείδηση είναι χρέος τέτοιας τάξης.

Από την πολιτική στους πολιτικούς

Αυτή η υποχρέωση, όταν αναχθεί στο επίπεδο της ευθύνης ενός πολιτικού ηγέτη της αριστεράς, δεν μπορεί να ταιριάξει με το ερμηνευτικό σχήμα που διατρέχει το άρθρο. Σύμφωνα με αυτό, οι ρόλοι των πολιτικών ηγετών στην πολιτική σκηνή είναι λίγο πολύ δεδομένοι στο πλαίσιο του πιο δημοφιλούς διπολισμού πρόοδος/συντήρηση συνεπώς, με βάση αυτή τη λογική, αυτό που αλλάζει είναι οι ερμηνευτές των ρόλων, γι’ αυτό και κάθε επόμενος «ερμηνευτής» μπορεί να θεωρεί θεμιτό να συγκρίνει την «ερμηνεία» του με τους προκατόχους –πρότυπα.
Σ’ αυτή τη συλλογιστική, εκείνο που έχει αποφασιστική σημασία είναι ο καλός ερμηνευτής του ρόλου. Για παράδειγμα, η απουσία του Α. Παπανδρέου μπορεί να εξηγήσει τη «βαθμιαία αλλοίωση του ΠΑΣΟΚ». Αρκεί κάποιος άλλος να βρεθεί στη θέση του, για να πάρουν τα πράγματα την επάνω βόλτα. Αυτή η συλλογιστική επιτρέπει στο άρθρο να ξεπεράσει το ζήτημα της διαφορετικής ποιότητας του ΣΥΡΙΖΑ, ενός κόμματος της αριστεράς που πήγασε από τα κινήματα, με τη φράση «οι διαφορές διακρίνονται δια γυμνού οφθαλμού».
Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι κάθε πολιτικός και κάθε πολιτικός οργανισμός κρίνεται με βάση τις δικές του ικανότητες και δυνατότητες ανταπόκρισης στα ιδιαίτερα καθήκοντα της συγκεκριμένης περιόδου, όχι σαν συγκυριακός εκπρόσωπος ενός διαχρονικού προτύπου. Ούτε ο Τρικούπης ούτε ο Βενιζέλος πρόκειται να μετενσαρκωθούν. Ούτε ο Καραμανλής ή ο Παπανδρέου θα χρειαστούν στο μέλλον στη χώρα ή σε κάποιες τάξεις. Οι πολιτικοί αναδεικνύονται μέσα στο πραγματικό πλαίσιο που τους γεννά, δεν επινοούνται. Και αυτό γεννά και τα καθήκοντά τους, καθώς και τα κριτήρια με τα οποία θα κριθούν. Όσο κι αν προοδεύει η τεχνική της επικοινωνίας ή του μάρκετιγκ.

Μια ακόμη ουσιαστική διαφορά

Όταν η ανάλυσή μας δεν γίνεται σε σωστή βάση, ευδοκιμούν οι συλλογισμοί χωρίς βάθος, όπως ο ακόλουθος: αν πείσουμε ότι εμείς θα έχουμε τη συνέπεια που δεν έδειξε το ΠΑΣΟΚ, θα κερδίσουμε ένα τμήμα του εκλογικού σώματος, που περιμένει στη σημερινή συγκυρία να εκπληρωθούν οι τοτινές  υποσχέσεις. Υπάρχει, άραγε, τέτοιο τμήμα ή μήπως και το εκλογικό σώμα νοείται πια σαν ένα αναλλοίωτο στο χρόνο σύνολο ατόμων; Τι μπορεί να σημαίνει ένας τέτοιος ισχυρισμός για ανθρώπους που γεννήθηκαν το ΄70, το ’80, ή το 90;
Πάντως, ενώ είναι ορατή η αγωνία γι’ αυτό το ζητούμενο τμήμα του εκλογικού σώματος, δεν παρατηρείται η ίδια έγνοια για τη διατήρηση και την ενίσχυση του πυρήνα γύρω από τον οποίο πραγματοποιήθηκε η πρωταρχική συσσώρευση και κατόπιν  η ανάπτυξη του ΣΥΡΙΖΑ. Αγνοείται στην πραγματικότητα ότι μια ακόμα διαφορά μεταξύ του πρώιμου ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι ο δεύτερος διαθέτει πυρήνα με «υλικά» της αριστεράς και επηρέασε και διεκδικεί να επηρεάζει ευρύτερες δυνάμεις, ακόμα και περιοχές επιρροής του κέντρου. Το ΠΑΣΟΚ, με προοδευτικό κεντρώο πυρήνα που προέκυψε από τη διάλυση του προδικτατορικού κέντρου, άσκησε επιρροή σε τμήματα του εκλογικού σώματος που διεκδικεί διαχρονικά η αριστερά. Γι’ αυτό και η επιδίωξη εδραίωσης της αριστεράς σ’ αυτές τις «περιοχές» δεν είναι πρόσφορο να γίνεται με διεκδίκηση της κληρονομιάς του ΠΑΣΟΚ, αλλά να διέπεται από τη λογική της ανάκτησής τους με βάση το λόγο της αριστεράς και όχι με δανεισμό πασοκικών προτύπων.
Σε όσους, πάντως, φοβούνται ότι με τέτοιου περιεχομένου κείμενα επιταχύνεται η πασοκοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ, να θυμίσουμε ότι η ιστορία δεν συνηθίζει να επαναλαμβάνεται. Ο κίνδυνος για τον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να είναι μεγαλύτερος, αλλά μάλλον δεν είναι αυτός.
Το ΠΑΣΟΚ μπόρεσε να διατηρήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική ζωή έχοντας ήδη υποστεί μετάλλαξη πριν από δύο δεκαετίες, χάρη στην απίστευτη στήριξη οικονομικών και μιντιακών δυνάμεων, που συνεχίζεται ακόμα και τώρα. Τέτοιο περιθώριο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει, παρά τις φαντασιώσεις που υπάρχουν σχετικά. Όχι επειδή το ξορκίζουμε, αλλά επειδή δεν υπάρχει διαθέσιμος να προσφέρει μηχανική υποστήριξη σε μια δύναμη που έχει οποιαδήποτε σχέση την αριστερά. Και επειδή αυτή η συγκεκριμένη πολιτική μορφή δεν μπορεί να υπάρξει με άλλο περιεχόμενο.

Χ. Γεωργούλας