Ανησυχία για το μέλλον

Έντονη κριτική για τη διαχείριση του προσφυγικού στην Ελλάδα εξέφρασαν την τελευταία εβδομάδατο
Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και οι υπάλληλοι της υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής. Ο καθένας από την πλευρά του επεσήμανε τις ελλείψεις, τα προβλήματα και την ανοργανωσιά, που αδικαιολόγητα συνεχίζουν να είναι κυρίαρχα στοιχεία.

ekdilosi-prosfygiko

«Η μεγαλύτερη αποτυχία της τρέχουσας μεταναστευτικής πολιτικής, και συγκεκριμένα των hot spot, είναι ότι επί του πρακτέου οδηγούν στη δημιουργία νέων ευαλωτοτήτων και στην ένταση των ήδη υπαρχόντων. Ας το θυμόμαστε αυτό κάθε φορά που ακούμε για την επιτυχία της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας», επεσήμανε ο Σπύρος-Βλαντ Οικονόμου, πολιτικός επιστήμονας και εθελοντής του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες (ΕΣΠ), στη συνέντευξη Τύπου της οργάνωσης για τα αποτελέσματα του προγράμματος «Times for Need», που έλαβε χώρα σε Ελλάδα, Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία, Μάλτα, Πορτογαλία και Βέλγιο.
Το ΕΣΠ εκτιμά πως αυτή τη στιγμή θα μπορούσαν να υπάρχουν μέχρι και 10.000 πρόσφυγες στην Ελλάδα που είναι θύματα βασανιστηρίων, βάσει διεθνών μελετών που δείχνουν ότι αυτή η ομάδα συνήθως ανέρχεται στο 20-35% των προσφυγικών ροών. Επίσημα, όμως, έχουν εντοπιστεί ελάχιστοι, αφού δεν υπάρχει σχετική μέριμνα κατά τις διαδικασίες καταγραφής και ασύλου. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι αυτές καθεαυτές οι διαδικασίες είναι ικανές να επανατραυματίσουν τους ανθρώπους.

Επιζήμιες οι συνθήκες διαβίωσης για την ψυχική υγεία

Παρά το χρονικό διάστημα που έχει περάσει, οι συνθήκες παραμένουν επιεικώς απαράδεκτες στα hot spot στα νησιά, αλλά και σε κάποιους καταυλισμούς φιλοξενίας. Για παράδειγμα οι πρόσφυγες στη Σούδα της Χίου το καλοκαίρι ζούσαν μαζί με αρουραίους. «Δεν προκαλεί έκπληξη, λοιπόν, πως ψυχολογικά προβλήματα, όπως η κατάθλιψη και οι αυτοκτονικές τάσεις, αυξάνονται ανησυχητικά κατά τα τελευταία δυο, σχεδόν, χρόνια στο προσφυγικό πληθυσμό», τόνισε ο πολιτικός επιστήμονας.
Ακόμα, όμως, και αν οι συνθήκες ήταν καλύτερες, «η μαζική διαβίωση ούτως ή άλλως είναι αναξιοπρεπής και επιζήμια για την ψυχική υγεία, ενώ ο αχανής τρόπος λειτουργίας των καταυλισμών, εντείνει το αίσθημα αδικίας που νιώθουν αυτοί οι άνθρωποι», εξήγησε η Ιωάννα Κατσόγιαννου, ψυχολόγος του ΕΣΠ. Η πληροφόρηση για το άσυλο και τα δικαιώματά τους συνεχίζει να είναι ελλιπής, μέχρι και ανύπαρκτη, και ο εγκλεισμός τους, που ούτως ή άλλος είναι κατά παράβαση των δικαιωμάτων τους, πολλές φορές διαρκεί και πάνω από 14 μέρες, που προβλέπει η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας. Επιπλέον, ο γεωγραφικός περιορισμός στα νησιά κρατάει επί μήνες. Καταστάσεις που μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τη ζωή και την υγεία οποιουδήποτε ανθρώπου, πόσο μάλλον αν φέρει ήδη ψυχικά τραύματα από βασανιστήρια που έχει υποστεί.
Πέραν αυτών, όμως, τα θύματα βασανιστηρίων είναι πολύ πιθανό να μην εντοπιστούν καν, προκειμένου να έχουν μια καταλληλότερη μεταχείριση (εξέταση κατά προτεραιότητα, εξαίρεση από την επιστροφή στην Τουρκία και μεταφορά στην ενδοχώρα –γεγονός που από τον Ιούνιο και μετά έχει σταματήσει να εφαρμόζεται ακόμα και για τις ευάλωτες περιπτώσεις που θα διαπιστωθούν από τις αρχές). «Η επιβεβλημένη από το νόμο πρακτική του ιατρικού screening διεξάγεται ελλιπώς ή/και, σε ορισμένες περιπτώσεις, καθόλου. Οι ελλείψεις εξειδικευμένου ιατρικού προσωπικού στα κέντρα υποδοχής, τα κέντρα φιλοξενίας, αλλά και τα δημόσια νοσοκομεία των νησιών, είναι χρόνιες και σημαντικές. Ειδικά, όμως, από το Μάιο, όταν ιατρικές οργανώσεις αναγκάστηκαν να αποχωρίσουν από τα hot spot λόγω λήξης των συμβάσεών τους, το ζήτημα έχει λάβει τρομακτικές διαστάσεις», περιέγραψε ο Σπύρος-Βλαντ Οικονόμου. Ακόμα, όμως, και όταν η ιατρική εξέταση λαμβάνει χώρα, λόγω της ταχείας διαδικασίας ασύλου που ακολουθείται, κατ’ επιταγή της Συμφωνίας, πρέπει να ολοκληρωθεί μέσα σε 1-2 μέρες. Μηδαμινό, δηλαδή, διάστημα για τη διαπίστωση ψυχικών τραυμάτων.
Το αποτέλεσμα είναι τα θύματα βασανιστηρίων και να μη λαμβάνουν την απαραίτητη φροντίδα, να επιδεινώνεται το πρόβλημά τους από τις συνθήκες, αλλά και να προσεγγίζονται ακατάλληλα κατά την εξέταση ασύλου. Για αυτό το λόγο κρίνεται απαραίτητη η επιμόρφωση του προσωπικού στη διαχείριση του προσφυγικού (ιδιαίτερα των αστυνομικών, καθώς πλείστες φορές τα θύματα είχαν βασανιστεί από ένστολους της χώρας τους και φοβούνται να τους μιλήσουν), ώστε να είναι διακριτικοί με επίπονες ερωτήσεις, να ξέρουν να εντοπίζουν και οι ίδιοι τυχόν περιστατικά που μπορεί να μην πέρασαν από ιατρική εξέταση, αλλά και πώς θα ακούν τις αφηγήσεις των προσφύγων.

Παραβιάσεις καθηκόντων

Το σκανδαλώδες είναι ότι ακόμα και όταν υπάρχει ιατρική γνωμάτευση για τα θύματα βασανιστηρίων, αυτή δεν λαμβάνεται πάντα υπόψιν από τους εξεταστές ασύλου, ελλείψει νομικής ρύθμισης για την υποχρεωτική αποδοχή των γνωματεύσεων από τις ΜΚΟ. «Πλέον χαρακτηριστική περίπτωση, αυτή ενός πολίτη από τη Σιέρα Λεόνε, ο οποίος είχε κατά τη διάρκεια της εξέτασης της αίτησής του είχε προσκομίσει στην Υπηρεσία Ασύλου ιατρική γνωμάτευση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, βάσει της οποίας τεκμηριώνονταν τα βασανιστήρια που είχε υποστεί. Η χειρίστρια που είχε αναλάβει την υπόθεσή του δεν έλαβε ποτέ υπόψιν της την εν λόγω γνωμάτευση ούτε τους ισχυρισμούς του αιτούντα αναφορικά με τη μελλοντική θυματοποίησή του σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του και εν τέλει εξέδωσε αρνητική απόφαση ως προς  το αίτημα ασύλου του», σύμφωνα με τον Σπύρο-Βλαντ Οικονόμου.
Παράλληλα, το ΕΣΠ έχει καταγράψει περιστατικά παραβίασης καθήκοντος από πρόσωπο σε θέση ισχύος εντός ενός εκ των νησιωτικών κέντρων υποδοχής και ταυτοποίησης, το οποίο όχι μόνο αρνείτο να διαβιβάσει τις εκάστοτε εισηγήσεις ευαλωτότητας στην Υπηρεσία Ασύλου, εφόσον έκρινε πως οι εμπλεκόμενοι αιτούντες δεν ήταν «αρκετά» ευάλωτοι, αλλά εξίσου αυθαίρετα αναλάμβανε και την εξ’ ιδίαν αναγνώριση των ευάλωτων.

Αρχές κατάλληλης προσέγγισης

«Αλήθεια, η ΕΕ λαμβάνει ποτέ υπόψιν της τα συμπεράσματα των προγραμμάτων που χρηματοδοτεί», αναρωτήθηκε ο δικηγόρος του ΕΣΠ, Σπύρος Κουλοχέρης, αφού παρά τα προβλήματα, αλλά και τις καλές πρακτικές που διαπιστώνουν αυτά, σχεδόν ποτέ δεν γίνονται συστατικό μέρος των πολιτικών των κρατών-μελών. Από το πρόγραμμα «Times for Needs» διαπιστώθηκαν κάποιες γενικές αρχές που πρέπει να διέπουν την προσέγγιση των θυμάτων βασανιστηρίων (για την Ελλάδα ως καλή πρακτική θεωρήθηκε το πρόγραμμα «Προμηθέας» του ΕΣΠ, σε συνεργασία με το κέντρο ημέρας Βαβέλ και τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα)
«Πρώτον, δεν πρέπει να ψυχιατρικοποιούμε τον άνθρωπο, που είναι θύμα βασανιστηρίων. Γι’ αυτό τον ρωτάμε και του ζητάμε να φτιάξει ένα πλάνο ζωής, δεν τον επαναθυματοποιούμε. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται μια διαεπαγγελματική, ολιστική προσέγγιση, από δικηγόρους, ψυχολόγους, ψυχιάτρους, κοινωνικούς λειτουργούς κτλ.
Είναι πολύ σημαντικό, επίσης, η ενημέρωση του εξυπηρετούμενου να γίνεται κάθε φορά ξανά και ξανά για το πού βρίσκεται, για ποιο λόγο, σε ποια διαδικασία είναι, με ποιον επαγγελματία μιλά, ποιος είναι ο σκοπός του επαγγελματία κτλ, ώστε να νιώσουν ασφάλεια, αλλά και να συγκρατήσουν την πληροφορία, που λόγω του ψυχικού τραύματος είναι δυσκολότερο.
Η διαδικασία είναι απαραίτητο να είναι ευέλικτη. Λόγω του επανατραυματισμού από τη θύμηση των τραυματικών βιωμάτων του, θα πρέπει να γίνεται εξατομικευμένη κρίση για το πότε είναι κατάλληλο ο κάθε άνθρωπος να περάσει αυτή τη βάσανο της κατάθεσης.
Αυτονόητη θα έπρεπε να είναι και η ύπαρξη του νομικού συμπαραστάτη από τον πρώτο βαθμό εξέτασης ασύλου. Τέλος, να τονίσουμε ότι θα πρέπει να επιδείξουμε ιδιαίτερη ευαισθησία στην ομάδα ΛΟΑΤΚΙ, λόγω των συνεχόμενων διώξεων στη χώρα καταγωγής και την προσέγγιση που θα πρέπει να έχουν», περιέγραψε ο Σπύρος Κουλοχέρης.

Ιδιαίτερα αποθαρρυντικές οι τελευταίες εξελίξεις

Οι ελπίδες, όμως, να υιοθετηθούν αυτές οι αρχές από την επίσημη μεταναστευτική πολιτική του κράτους, είναι μάλλον ισχνές. Πιθανότερο φαίνεται το ενδεχόμενο χειροτέρευσης της κατάστασης, βάσει των τελευταίων εξελίξεων.
«Ανησυχούμε για το ερχόμενο διάστημα, γιατί η δημοσίευση της απόφασης του ΣτΕ για την επιστροφή των δύο σύρων προσφύγων στην Τουρκία, ανοίγει το δρόμο για πιο συστηματικές και μαζικές απορρίψεις, ανάμεσα στις οποίες σαφώς θα υπάρχουν και θύματα βασανιστηρίων, που δεν θα έχουμε προλάβει να εντοπίσουμε», επισήμανε ο Βασίλης Παπαδόπουλος, συντονιστής της νομικής υπηρεσίας του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες. Για την ακρίβεια, βάσει της απόφασης αυτής είναι πιθανό ακόμα και η απλή διέλευση των προσφύγων από την Τουρκία να αρκεί ως στοιχείο σύνδεσης με τη χώρα, και άρα επιστροφής τους εκεί.
Μέχρι τώρα οι ευάλωτες ομάδες εξαιρούνται από τον όρο επιστροφής στην Τουρκία της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας. Στην έκθεση, όμως, για την εφαρμογή της συμφωνίας του περασμένου Δεκέμβρη, έχει διατυπωθεί η πρόθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της ελληνικής κυβέρνησης να ξαναδούν τα κριτήρια ευαλωτότητας και την πιθανότητα εφαρμογής αυτής της διαδικασίας και για τους ευάλωτους. Στις επόμενες εκθέσεις, σύμφωνα με το συντονιστή, διαπιστώνεται μετριασμός αυτής της πρόθεσης, χωρίς όμως να σημαίνει ότι δεν υπάρχει ακόμα αυτό το ενδεχόμενο. Πιο έντονο κίνδυνο φαίνεται να διατρέχουν αυτή τη στιγμή οι περιπτώσεις οικογενειακής επανένωσης, καθώς εξετάζεται η περίπτωση επιστροφής στην Τουρκία και αυτών των προσφύγων και η εκκίνηση της διαδικασίας επανένωσης από τη γείτονα χώρα, γεγονός πρακτικά αδύνατο, όπως τονίστηκε από τον Βασίλη Παπαδόπουλο, σκιαγραφώντας δυσοίωνα το μέλλον για τους πρόσφυγες.

Τζέλα Αλιπράντη