Αντί προστασίας με επέκταση Σχεδίου Πόλης, στα χέρια της ανεξέλεγκτης ιδιωτικής πρωτοβουλίας

belatsaos

Δεν είναι τώρα η εσωτερική μετανάστευση που πιέζει τις περί-αστικές περιοχές των πόλεων η πηγή της αυθαίρετης ή και παράνομης επέκτασης στις εκτός Σχεδίου Πόλης περιοχές. Τώρα είναι η τουριστική ανάπτυξη –δηλαδή, η τουριστική εκμετάλλευση της γης– και η καθαρή κερδοσκοπία. Τι κάνει, όμως, η πολιτεία και η τοπική αυτοδιοίκηση για να σταματήσει αυτό το κακό ή για να αναβαθμιστούν – εξυγιανθούν οι κατεστραμμένες περιοχές; Πώς απαντούν στη συνταγματική επιταγή για «αειφορία»; Πώς διασώζουν στοιχειώδεις πρόνοιες, όπως ότι η αναλογία ατομικής ιδιοκτησίας και κοινόχρηστων χώρων πρέπει να είναι 60% – 40%; Πώς αποτρέπουν να χτίζονται –νόμιμα!– στις πλατείες ξενοδοχεία; Εν μέσω αντιφατικών ρυθμίσεων, νομικών ασαφειών και κενών, ή ερμηνειών που ανέχονται ή νομιμοποιούν τις υπάρχουσες παρανομίες, χάριν εκτεταμένων μεγαλύτερων, μεσαίων ή μικρών συμφερόντων, δήμοι και πολιτεία δεν παίζουν το ρόλο τους, όπως προκύπτει θεσμικά. Δηλαδή, ούτε σταματούν το κακό ούτε αναβαθμίζουν – εξυγιαίνουν, με βάση τα προβλεπόμενα, τα υπάρχοντα στραβά. Η περίπτωση του περί-αστικού Ρεθύμνου δείχνει ότι, εντούτοις, και αυτή η κυβέρνηση, που έχει κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ και συμμέτοχους τους Οικολόγους – Πράσινους, πιεζόμενη και για διάφορους λόγους, ακόμη και άγνοιας της σημασίας του επίδικου, δύσκολα ξεφεύγει απ΄ αυτή την ολέθρια παράδοση. Αυτό προκύπτει από την περίπτωση δυο περιοχών του Ρεθύμνου, οι οποίες παραδίδονται στον οικιστικό συνωστισμό με αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου, που στηρίζονται σε πρόσφατη απόφαση του υπουργού Περιβάλλοντος. Ο περιοδικός συνεργάτης της «Εποχής» και γνωστός πολεοδόμος Γιώργος Οικονόμου αναλύει το ζήτημα αυτό και θέτει τα επιστημονικά και πολιτικά
ερωτήματά του.

Του Γιώρ­γου Οι­κο­νό­μου

Το Προ­ε­δρι­κό Διά­ταγ­μα του 1985, που α­φο­ρά σε οι­κι­σμούς κά­τω των 2.000 κα­τοί­κων, έ­δω­σε τη δυ­να­τό­τη­τα ε­πέ­κτα­σης των ο­ρίων σε στά­σι­μους, αλ­λά και δυ­να­μι­κούς λε­γό­με­νους οι­κι­σμούς. Αυ­τή η δυ­να­τό­τη­τα θεω­ρή­θη­κε α­πό τον «ε­πεν­δυ­τι­κό» το­μέα ως μια λα­μπρή ευ­και­ρία για να με­τα­τρα­πούν σε πε­δία οι­κο­δο­μι­κής και ε­πι­χει­ρη­μα­τι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας οι πιο προ­σο­δο­φό­ρες οι­κι­στι­κά ζώ­νες του νο­μού μας.
Χω­ρίς να τη­ρη­θεί η προ­βλε­πό­με­νη δια­δι­κα­σία (με­λέ­τες α­νά οι­κι­σμό, ε­γκρι­τι­κές α­πο­φά­σεις, δη­μο­σίευ­ση σε ΦΕΚ) τρεις α­πο­φά­σεις της τό­τε διο­ρι­σμέ­νης νο­μάρ­χου, βα­σι­σμέ­νες σε αυ­τό το ΠΔ, ό­ρι­σαν τα νέα ό­ρια 74 οι­κι­σμών. Ει­δι­κά για τα κυ­κλι­κά χω­ριά, ε­κτά­σεις ά­νω των 2.000 στρεμ­μά­των βα­φτί­στη­καν «α­στι­κές», με μο­να­δι­κή υ­πο­χρέω­ση κά­θε ι­διο­κτη­σίας να α­πέ­χει λι­γό­τε­ρο α­πό 800 μέ­τρα α­πό το κέ­ντρο του οι­κείου οι­κι­σμού, πα­ρα­βιά­ζο­ντας κά­θε κα­νό­να νο­μι­μό­τη­τας, αλ­λά και κά­θε ορ­θο­λο­γι­κό και πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κό κρι­τή­ριο για τον χω­ρο­τα­ξι­κό σχε­δια­σμό των οι­κι­σμών.
Με βά­ση αυ­τές τις α­πο­φά­σεις έ­γι­νε αυ­θαί­ρε­τη ε­πέ­κτα­ση του οι­κο­δο­μι­κού χώ­ρου, που εί­χε ως (προ­φα­νές) α­πο­τέ­λε­σμα την ε­πέ­κτα­ση και διό­γκω­ση του (ή­δη υ­πάρ­χο­ντος) χρη­μα­τι­στη­ρίου α­ξιών γης. Η οι­κο­νο­μι­κή και πο­λι­τι­κή δια­πλο­κή εί­ναι το «φυ­σι­κό» αί­τιο, αλ­λά και το «φυ­σι­κό» α­πο­τέ­λε­σμα του ελ­λείμ­μα­τος νο­μι­μό­τη­τας των πρά­ξεων αυ­τών. Θα πρέ­πει κά­πο­τε να διε­ρευ­νη­θούν οι λό­γοι που ο­δη­γούν στην σύ­γκλι­ση του δί­πο­λου ε­πι­χει­ρη­μα­τίες-δη­μό­σιο σε «ε­πεν­δύ­σεις» που προ­φα­νώς α­πο­κλί­νουν α­πό τις ε­πι­τα­γές του άρ­θρου 24 του Συ­ντάγ­μα­τος. Θα πρέ­πει, ό­μως, να διε­ρευ­νη­θούν και οι λό­γοι για τη στά­ση που κρα­τά η το­πι­κή κοι­νω­νία, η ο­ποία κα­τά κα­νό­να σιω­πά πε­ρι­μέ­νο­ντας κά­θε φο­ρά κά­ποιους βάρ­βα­ρους να βγά­λουν το φί­δι α­πό την τρύ­πα.
Αν δια­βά­σει κα­νείς τις δη­μό­σιες το­πο­θε­τή­σεις βου­λευ­τών του νο­μού και το­πι­κών αρ­χό­ντων α­πό το 1985 και με­τά, θα κα­τα­λή­ξει στο προ­φα­νές συ­μπέ­ρα­σμα ό­τι αυ­τές οι α­πό­ψεις α­πέ­χουν σαν τη μέ­ρα με τη νύ­χτα α­πό ε­κεί­νες που δια­τύ­πω­ναν για το ί­διο ζή­τη­μα ο το­πι­κός σύλ­λο­γος Αρχι­τε­κτό­νων και ο πρώην διευ­θυ­ντής της Πο­λε­ο­δο­μίας Ρε­θύ­μνου, Μι­χά­λης Δε­λη­γιαν­νά­κης, με τη με­λέ­τη του για τις χω­ρι­κές πα­ρεμ­βά­σεις στο νο­μό Ρε­θύ­μνου. Πα­ρά τις πα­ρα­πά­νω με­λέ­τες και δη­μο­σιεύ­σεις των κα­τ’ ε­ξο­χήν αρ­μο­δίων, οι τό­τε πο­λι­τι­κοί πα­ρά­γο­ντες στο σύ­νο­λό τους (ε­ξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί η βου­λευ­τής του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ Άννα Φι­λί­νη με την ε­πε­ρώ­τη­ση, αλ­λά και την το­πο­θέ­τη­σή της στη Βου­λή, ό­πως αυ­τή έ­χει δια­σω­θεί στα Ρε­θε­μνιώ­τι­κα Νέα της 19 Μαρ­τίου 2009) ε­πέ­με­ναν να κα­λύ­πτουν τις αυ­θαι­ρε­σίες θε­σμών και «ε­πεν­δυ­τών», για να γί­νου­με τε­λι­κά πε­ρί­γε­λως ό­λης της χώ­ρας με το α­να­λυ­τι­κό άρ­θρο του δη­μο­σιο­γρά­φου και αρ­χι­τέ­κτο­να Δη­μή­τρη Ψα­ρά (Ελευ­θε­ρο­τυ­πία 25 Ιου­λίου 2009) για τα στρογ­γυ­λά χω­ριά του Ρε­θύ­μνου.

Τα μυ­στι­κά και τα ψέ­μα­τα μιας το­πι­κής κοι­νω­νίας

Συ­νο­ψί­ζο­ντας, η κα­τά­στα­ση που έ­χει δια­μορ­φω­θεί στο νο­μό Ρε­θύ­μνου με­τά την γνω­στή Από­φα­ση του Συμ­βου­λίου της Επι­κρα­τείας (ΣτΕ), που α­κυ­ρώ­νει την α­πό­φα­ση του νο­μάρ­χη του 1985, έ­χει ως ε­ξής: σε 65 οι­κι­σμούς που εί­χαν «α­πο­κτή­σει» νέα ό­ρια, κρί­θη­καν ά­κυ­ρες οι α­πο­φά­σεις του νο­μάρ­χη, και οι οι­κι­σμοί αυ­τοί ως προς το γράμ­μα του νό­μου, δεν υ­φί­στα­νται πο­λε­ο­δο­μι­κά. Έχουν συ­ντε­λε­στεί, ό­μως, δι­καιο­πρα­ξίες ε­ντός των κα­ταρ­γη­θέ­ντων ο­ρίων (α­γο­ρα­πω­λη­σίες με­τα­βι­βά­σεις κλπ), οι ο­ποίες ε­ξαι­τίας της α­πό­φα­σης του ΣτΕ, εί­ναι πλέ­ον ζη­μιο­γό­νες για τους α­γο­ρα­στές. Αγό­ρα­σαν οι­κό­πε­δα και τους προέ­κυ­ψαν μη οι­κο­δο­μή­σι­μα α­γρο­τε­μά­χια. Το ζή­τη­μα που τί­θε­ται, ε­πο­μέ­νως, φαί­νε­ται ό­τι έ­χει να κά­νει με το αν θα νο­μι­μο­ποιη­θεί με κά­ποιο τρό­πο το προ­η­γού­με­νο πα­ρά­νο­μο κα­θε­στώς, ώ­στε, σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, να α­πα­λει­φθεί η δια­φαι­νό­με­νη α­δι­κία σε βά­ρος ό­σων α­γό­ρα­σαν γη σε αυ­τές τις πε­ριο­χές.
Τα πράγ­μα­τα ό­μως δεν εί­ναι τό­σο α­πλά.
Σύμ­φω­να με τις πλη­θυ­σμια­κές με­τα­βο­λές, ό­πως αυ­τές κα­τα­γρά­φο­νται στις α­νά δε­κα­ε­τία α­πο­γρα­φές, αλ­λά και σύμ­φω­να με τα α­ντί­στοι­χα ε­τή­σια με­γέ­θη που δια­θέ­του­με για τους ξέ­νους και ντό­πιους ε­πι­σκέ­πτες, μπο­ρού­με να χω­ρί­σου­με σε τρεις δια­φο­ρε­τι­κές κα­τη­γο­ρίες τους υ­πό κρί­ση 65 οι­κι­σμούς .
α) Οι­κι­σμούς στους ο­ποίους δεν έ­πρε­πε να θε­σμο­θε­τη­θεί κα­μία διεύ­ρυν­ση και των ο­ποίων οι κά­τοι­κοι πλη­ρώ­νουν φό­ρους ε­ξαι­τίας της τε­χνη­τής με­τα­τρο­πής με­γά­λων α­γρο­τι­κών ε­κτά­σεων σε «α­στι­κές», χω­ρίς να δια­φαί­νε­ται κά­ποια πι­θα­νό­τη­τα οι­κι­στι­κής τους α­νά­πτυ­ξης στο ά­με­σο μέλ­λον .
β) Οι­κι­σμούς που α­πο­δε­δειγ­μέ­να δέ­χο­νται οι­κι­στι­κή πίε­ση. Στις πα­ρά­νο­μες ε­πε­κτά­σεις τους έ­χουν πράγ­μα­τι γί­νει δι­καιο­πρα­ξίες που πρέ­πει να κα­τα­γρα­φούν στον χώ­ρο, ώ­στε να προσ­διο­ρι­στούν οι κα­τάλ­λη­λες ε­κτά­σεις που α­φε­νός θα λύ­σουν το πρό­βλη­μα που έ­χει προ­κύ­ψει, α­φε­τέ­ρου θα εί­ναι σε θέ­ση να α­πορ­ρο­φή­σουν την υ­φι­στά­με­νη, αλ­λά και την προ­βλε­πό­με­νη οι­κι­στι­κή πίε­ση.
γ) Δεν θα πρέ­πει, ό­μως, να λη­σμο­νού­με ό­τι έ­χουν πε­ρά­σει τριά­ντα χρό­νια α­πό την ε­πο­χή που κα­τα­γρά­φο­νται οι α­πο­φά­σεις του νο­μάρ­χη, δη­λα­δή οι οι­κι­στι­κές πιέ­σεις της δε­κα­ε­τίας του ‘80, α­φο­ρού­σαν α­πο­κλει­στι­κά σε διά­σπαρ­τους οι­κι­σμούς, κυ­ρίως της εν­δο­χώ­ρας, και ό­χι σε ο­λό­κλη­ρες ζώ­νες, ό­πως εί­ναι το πα­ρα­λια­κό μέ­τω­πο α­πό Ρέ­θυ­μνο μέ­χρι Σκα­λέ­τα. Το νέο στοι­χείο ε­πο­μέ­νως που εί­ναι α­πό­λυ­τη α­νά­γκη να πά­ρου­με υ­πό­ψη, α­φο­ρά στην «ε­πί­θε­ση» που δέ­χε­ται αυ­τό το μέ­τω­πο α­πό τους πε­ρί­φη­μους «ε­πεν­δυ­τές» που φυ­σι­κά, ό­χι μό­νο δεν εν­δια­φέ­ρο­νται για την προ­στα­σία αυ­τού του πα­νέ­μορ­φου (α­κό­μη) κομ­μα­τιού των βό­ρειων πα­ρα­λίων του νο­μού, αλ­λά ε­πι­χει­ρούν (και πολ­λές φο­ρές το ε­πι­τυγ­χά­νουν) να εκ­με­ταλ­λευ­θούν χω­ρίς αρ­χές, ο­τι­δή­πο­τε προ­σφέ­ρε­ται προς πώ­λη­ση ή ε­νοι­κία­ση (ζώ­νες αι­για­λού, αρ­χαιο­λο­γι­κούς χώ­ρους κλπ). Και μο­να­δι­κός τρό­πος προ­στα­σίας αυ­τής της οι­κι­στι­κής ζώ­νης α­πό τη λαί­λα­πα της α­νε­ξέ­λε­γκτης ι­διω­τι­κής πρω­το­βου­λίας, εί­ναι η πο­λε­ο­δό­μη­σή της, δη­λα­δή η γεν­ναία ε­πέ­κτα­ση του Σχε­δίου Πό­λης του Ρε­θύ­μνου μέ­χρι τη Σκα­λέ­τα με σα­φέ­στα­τους κα­θο­ρι­σμούς χρή­σεων γης.
Αντί­κρου­ση ψευ­δών ε­πι­χει­ρη­μά­των

belatsaos-2

Εδώ α­κρι­βώς, θα πρέ­πει να α­ντι­κρού­σου­με ψευ­δή ε­πι­χει­ρή­μα­τα ό­πως:
– μία πο­λε­ο­δό­μη­ση εί­ναι πά­ντο­τε χρο­νο­βό­ρα, ε­πο­μέ­νως κά­ποιοι θα χά­σουν πρα­κτι­κά, τα χρή­μα­τα που έ­χουν ή­δη ε­πεν­δύ­σει
– οι ε­πεν­δυ­τές θα μας ε­γκα­τα­λεί­ψουν στην πε­ρί­πτω­ση ε­πι­βο­λής αυ­τών των χρο­νο­βό­ρων πο­λε­ο­δο­μή­σεων
– η πο­λε­ο­δό­μη­ση μι­κραί­νει ση­μα­ντι­κά την α­ξία ε­νός α­κι­νή­του, α­φού υ­πο­χρεώ­νει τον ι­διο­κτή­τη να ει­σφέ­ρει ση­μα­ντι­κό πο­σο­στό της ι­διο­κτη­σίας του, αλ­λά και ση­μα­ντι­κό πο­σό ως ει­σφο­ρά σε χρή­μα για την κα­τα­σκευή των έρ­γων υ­πο­δο­μής.
Αρχί­ζο­ντας α­πό το τε­λευ­ταίο, βά­σει στοι­χείων που μου έ­δω­σαν γνω­στοί ερ­γο­λά­βοι, α­λη­θεύει ό­τι η α­ξία ε­νός τε­λι­κού οι­κο­πέ­δου ε­ντός Σχε­δίου Πό­λης (συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και οι χρη­μα­τι­κές ει­σφο­ρές για έρ­γα υ­πο­δο­μής) εί­ναι δι­πλά­σια έως πε­ντα­πλά­σια της α­ξίας του αρ­χι­κού ε­κτός σχε­δίου α­γρο­τε­μα­χίου. Αυ­τοί που δεν θέ­λουν με τί­πο­τα να υ­παχ­θεί η ι­διο­κτη­σία τους στις δια­δι­κα­σίες πο­λε­ο­δό­μη­σης μιας οι­κι­στι­κής ζώ­νης, εί­ναι ό­λοι ό­σοι έ­χουν ή­δη ε­πεν­δύ­σει σε μι­κρές ή με­γά­λες ε­γκα­τα­στά­σεις και ε­πι­χει­ρή­σεις. Αυ­τοί οι ε­πεν­δυ­τές, εκ­με­ταλ­λευό­με­νοι κά­θε ευ­κο­λία που τους πα­ρεί­χε η πο­λι­τεία, χω­ρίς υ­πο­χρεώ­σεις, εκ­με­ταλ­λεύ­τη­καν πα­ρα­γω­γι­κά κά­θε τε­τρα­γω­νι­κό μέ­τρο της ι­διο­κτη­σίας τους ο­πό­τε δεν μπο­ρούν να συ­νει­σφέ­ρουν γη σε εν­δε­χό­με­νη πο­λε­ο­δό­μη­ση. Συν­θέ­τουν την πλέ­ον συ­ντη­ρη­τι­κή ο­μά­δα διό­τι «φυ­σι­κά» δεν θέ­λουν με κα­νέ­να τρό­πο μα­ζί με τις χρη­μα­τι­κές ει­σφο­ρές τους, να πλη­ρώ­σουν σε χρή­μα και τις υ­πο­χρεώ­σεις τους σε γη.
Πό­σο γρή­γο­ρα, ό­μως, μπο­ρεί να ο­λο­κλη­ρω­θεί μια πο­λε­ο­δό­μη­ση;
Οι πο­λε­ο­δό­μοι μας δια­βε­βαιώ­νουν ό­τι η με­λέ­τη πο­λε­ο­δό­μη­σης ε­νός μι­κρού κα­τά τεκ­μή­ριο οι­κι­σμού που τε­λεί υ­πό οι­κι­στι­κή πίε­ση, μπο­ρεί να ο­λο­κλη­ρω­θεί σε έ­να έ­τος. Αυ­τό ό­μως που α­παι­τεί κά­ποιο χρό­νο, εί­ναι η με­λέ­τη ε­πέ­κτα­σης Σχε­δίου Πό­λης στις πρω­τεύου­σες μη­τρο­πο­λι­τι­κών δή­μων, ό­πως συμ­βαί­νει με το δή­μο Ρε­θύ­μνου. Υπάρ­χουν βε­βαίως προ­βλή­μα­τα που πρέ­πει να λυ­θούν πο­λι­τι­κά, ώ­στε να ο­δη­γη­θού­με ο­μα­λά στην α­να­το­λι­κή κα­τ’ αρ­χήν ε­πέ­κτα­ση Σχε­δίου Πό­λης του Ρε­θύ­μνου (πχ η με­τα­τό­πι­ση του ΒΟ­ΑΚ νο­τιό­τε­ρα). Ας προ­στε­θεί σ’ αυ­τά και το ε­πί­σης πο­λι­τι­κό πρό­βλη­μα σμί­κρυν­σης του α­παι­τού­με­νου χρό­νου, που τό­σο πιέ­ζει τις η­γε­σίες μας και τους ε­πεν­δυ­τές μας.
Ας δού­με ό­μως έ­να α­κό­μη μυ­στι­κό που έ­χει α­προσ­δό­κη­τα με­γά­λη ση­μα­σία:
Ανε­ξάρ­τη­τα α­πό τις α­πο­φά­σεις του νο­μάρ­χη που κρί­θη­καν ά­κυ­ρες α­πό το ΣτΕ, υ­πάρ­χουν πα­ρά­νο­μες ο­ριο­θε­τή­σεις για τέσ­σε­ρις α­πό αυ­τούς τους οι­κι­σμούς. Ο Αδε­λια­νός Κά­μπος, ο Πη­για­νός Κά­μπος, το Σφα­κά­κι και ο Σταυ­ρω­μέ­νος έ­χουν ο­ριο­θε­τη­θεί σε ε­πα­φή με τον ση­με­ρι­νό ΒΟ­Α­Κ, τον γνω­στό Βό­ρειο Οδι­κό Άξο­να της Κρή­της. Δη­λα­δή, α­κό­μη και αν, (κα­τά πα­ρά­καμ­ψη της συ­νταγ­μα­τι­κής ε­πι­τα­γής) ε­πα­νέλ­θου­με στο πα­ρά­νο­μο πρό­τε­ρο κα­θε­στώς, θα πρέ­πει μία ζώ­νη πλά­τους 400 μ. (200 μ. ε­κα­τέ­ρω­θεν του ΒΟ­ΑΚ) να α­φαι­ρε­θεί α­πό τους πιο πά­νω οι­κι­σμούς, διό­τι αυ­τός ο δρό­μος α­νή­κει στο βα­σι­κό ο­δι­κό δί­κτυο της χώ­ρας (αλ­λά και της Ευ­ρώ­πης). Ισχύει δη­λα­δή το άρ­θρο 4 του ΠΔ της 24-4-85 που α­πα­γο­ρεύει ρη­τά την ε­πέ­κτα­ση οι­κι­σμών ε­ντός αυ­τής της ζώ­νης.
Αυ­τό το μυ­στι­κό που μας το κρα­τού­σαν τό­σον και­ρό κρυ­φό οι «υ­πεύ­θυ­νοι», ήρ­θε η ώ­ρα να μπει στο τρα­πέ­ζι για να δού­με μέ­χρι πού φθά­νει η α­νε­πάρ­κεια των το­πι­κών αρ­χό­ντων και της κε­ντρι­κής διοί­κη­σης, ό­σων δη­λα­δή δεν τολ­μούν ή δεν θέ­λουν μέ­χρι τώ­ρα να πουν ε­πι­τέ­λους τα πράγ­μα­τα με το ό­νο­μά τους, ό­τι δη­λα­δή για να εί­ναι νό­μι­μη η λύ­ση που φα­ντα­σιώ­νο­νται θα πρέ­πει ν’ αλ­λά­ξουν και νό­μοι και σύ­νταγ­μα, αλ­λά και ό­λα τα συ­ντάγ­μα­τα των χω­ρών της Ευ­ρω­παϊκής Ένω­σης!

Η ο­μό­φω­νη α­πό­φα­ση του δη­μο­τι­κού συμ­βου­λίου

Ο Αδε­λια­νός και ο Πη­για­νός Κά­μπος ε­πε­λέ­γη­σαν ως πι­λό­τοι μα­ζί με δύο α­κό­μη οι­κι­σμούς (Λού­τρα και Σκου­λού­φια) για να δο­κι­μα­στεί, βά­σει της γνω­στής α­πό­φα­σης του υ­πουρ­γού Πε­ρι­βάλ­λο­ντος και Ενέρ­γειας (9-6-2017), η δυ­να­τό­τη­τα νο­μι­μο­ποίη­σης των α­πο­φά­σεων του νο­μάρ­χη που κα­ταρ­γή­θη­καν α­πό το ΣτΕ.
Οι οι­κι­σμοί Λού­τρα και Σκου­λού­φια α­νή­κουν πράγ­μα­τι στην κα­τη­γο­ρία οι­κι­σμών χω­ρίς ι­διαί­τε­ρη οι­κι­στι­κή πίε­ση, ε­πο­μέ­νως ε­ντάσ­σο­νται στην πρώ­τη ο­μά­δα του προ­η­γού­με­νου κε­φα­λαίου. Όμως για ποιο λό­γο έ­γι­νε ε­πι­λο­γή του Αδε­λια­νού και του Πη­για­νού Κά­μπου; Αντί να δια­λέ­ξουν το Ρου­σο­σπί­τι ή το Βιο­λί Χα­ρά­κι που α­νή­κουν τυ­πι­κά στην δεύ­τε­ρη ο­μά­δα, για­τί ε­πέ­λε­ξαν αυ­τούς τους «οι­κι­σμούς», που πρέ­πει να α­ντι­με­τω­πί­ζο­νται πλέ­ον ό­χι ως α­νε­ξάρ­τη­τα οι­κι­στι­κά συ­στή­μα­τα, αλ­λά ως πο­λε­ο­δο­μι­κές ε­νό­τη­τες της πό­λης;
Θυ­μά­μαι, ό­ταν έ­κα­να την πρά­ξη ε­φαρ­μο­γής της πο­λε­ο­δο­μι­κής Ενό­τη­τας Πε­ρι­βο­λίων, ό­τι κά­ποιοι πο­λι­τι­κοί πα­ρά­γο­ντες, για να φα­νούν α­ρε­στοί στους κα­τοί­κους, ε­πι­χεί­ρη­σαν να «πε­ρά­σουν» την ά­πο­ψη ό­τι τα Περ­βό­λια εί­ναι οι­κι­σμός κά­τω των 2.000 κα­τοί­κων, ε­πο­μέ­νως οι ι­διο­κτή­τες έ­πρε­πε να πλη­ρώ­σουν ει­σφο­ρές πολ­λα­πλά λι­γό­τε­ρες. Όλοι βε­βαίως γνω­ρί­ζου­με ό­τι αυ­τό μπο­ρεί να συ­νέ­βαι­νε το 1950, ό­χι ό­μως το 1990 ό­ταν η πα­ρα­λια­κή ζώ­νη Πε­ρι­βο­λίων εί­χε πλέ­ον κα­τα­στεί η του­ρι­στι­κή καρ­διά της πό­λης μας. Η πε­ρί­που ο­μό­φω­νη α­πό­φα­ση του δη­μο­τι­κού μας συμ­βου­λίου, στη­ριγ­μέ­νη στην έμ­με­ση πα­ρα­δο­χή του υ­πουρ­γείου ό­τι δεν έ­χει αλ­λά­ξει α­πο­λύ­τως τί­πο­τα α­πό το 1950, μοιά­ζει τό­σο πο­λύ, μα τό­σο πο­λύ, με το εγ­χεί­ρη­μα των τό­τε πα­ρα­γό­ντων.
Πώς γί­νε­ται τώ­ρα ο­λό­κλη­ρο δη­μο­τι­κό συμ­βού­λιο να σέρ­νε­ται σε ο­μό­φω­νη α­πό­φα­ση για ε­πα­να­φο­ρά του Αδε­λια­νού και του Πη­για­νού Κά­μπου στο προ­η­γού­με­νο νο­μι­κό κα­θε­στώς; Η μό­νη ε­ξή­γη­ση που μπο­ρώ να δώ­σω εί­ναι ό­τι η σιω­πη­λή πλειο­ψη­φία των συμ­βού­λων δεν γνώ­ρι­ζε ό­τι αυ­τοί οι οι­κι­σμοί εί­ναι δι­πλά πα­ρά­νο­μοι, α­φού βρί­σκο­νται ο­λό­κλη­ροι μέ­σα σε α­πα­γο­ρευ­μέ­νη ζώ­νη. Θα υ­πο­θέ­σω α­κό­μη ό­τι οι ί­διοι δη­μο­τι­κοί σύμ­βου­λοι δεν γνω­ρί­ζουν πως η οι­κι­στι­κή ζώ­νη στην ο­ποία α­νή­κουν ο Αδε­λια­νός και ο Πη­για­νός Κά­μπος (αυ­τή η ζώ­νη δη­λα­δή που δέ­χε­ται α­πό ε­πί­δο­ξους «ε­πεν­δυ­τές» τη με­γά­λη οι­κι­στι­κή πίε­ση), φι­λο­ξε­νεί πά­νω α­πό 10.000 ε­πι­σκέ­πτες σε κα­θη­με­ρι­νή βά­ση, για του­λά­χι­στον έ­ξη μή­νες το χρό­νο. Θα τολ­μή­σω ε­πο­μέ­νως να υ­πο­θέ­σω ό­τι οι ί­διοι δη­μο­τι­κοί σύμ­βου­λοι δεν προ­βλη­μα­τί­ζο­νται για το πώς και για­τί αυ­τοί οι δύο οι­κι­σμοί α­νή­κουν α­κό­μη στην κα­τη­γο­ρία οι­κι­σμών με πλη­θυ­σμό κά­τω των 2.000 κα­τοί­κων.
Οφεί­λω, ό­μως, να ε­πι­ση­μά­νω ό­τι αυ­τοί οι σύμ­βου­λοι που δεν γνω­ρί­ζουν τί­πο­τα α­πό τα πα­ρα­πά­νω, μα­ζί με κά­ποιους δη­μο­τι­κούς συμ­βού­λους που ί­σως γνω­ρί­ζουν κά­τι αλ­λά μας το κρα­τά­νε μυ­στι­κό, ό­λοι μα­ζί χέ­ρι-χέ­ρι με το υ­πουρ­γείο Πε­ρι­βάλ­λο­ντος και Ενέρ­γειας, που ε­πί­σης φαί­νε­ται να γνω­ρί­ζει κά­τι ή να μην γνω­ρί­ζει τί­πο­τα, βά­ζουν με τις α­πο­φά­σεις τους αυ­τές τα­φό­πλα­κα, στην ό­ποια πι­θα­νό­τη­τα έ­χου­με να πε­ρι­σώ­σου­με την οι­κι­στι­κή και πο­λι­τι­στι­κή α­ει­φο­ρία των βό­ρειων πα­ρα­λίων του νο­μού μας.

Η προ­στα­σία του πε­ρι­βάλ­λο­ντος εί­ναι η α­ρι­στε­ρή λύ­ση

belatsaos-3

Ει­λι­κρι­νά α­δυ­να­τώ να κα­τα­νοή­σω ό­τι υ­πουρ­γοί αυ­τής της κυ­βέρ­νη­σης που ξέ­ρουν κα­λά και θί­γο­ντες και θι­γό­με­νους σ’ αυ­τό το ντου­νιά, ε­πι­μέ­νουν να λει­τουρ­γούν ψη­φο­θη­ρι­κά και μι­κρο­κομ­μα­τι­κά για συμ­φέ­ρο­ντα που δεν τους α­φο­ρούν και για κα­ρέ­κλες που δεν θα πά­ρουν μα­ζί τους, ό­ταν θα ση­μά­νει το τέ­λος του πο­λι­τι­κού τους βίου. Σ’ ό­λους αυ­τούς, κα­θώς και στους αυ­το­διοι­κη­τι­κούς του Ρε­θύ­μνου που κρα­τούν την ί­δια στά­ση με τα ί­δια ε­πι­χει­ρή­μα­τα (η μο­να­δι­κή και μο­να­χι­κή ε­ξαί­ρε­ση που κα­τα­γρά­φη­κε δεν μας σώ­ζει δυ­στυ­χώς), α­φιε­ρώ­νω α­ντί ε­πι­λό­γου τις τρεις πρώ­τες πα­ρα­γρά­φους του άρ­θρου 24 του συ­ντάγ­μα­τος, που συν­θέ­τουν μο­να­δι­κό πο­λι­τι­κό πλαί­σιο μέ­σα στο ο­ποίο θα έ­πρε­πε να α­να­ζη­τή­σου­με την α­ρι­στε­ρή λύ­ση για την προ­στα­σία αυ­τής της γης, που κα­νείς μας δεν κλη­ρο­νό­μη­σε, αλ­λά ό­λοι, χω­ρίς κα­μιά ε­ξαί­ρε­ση, την έ­χου­με δα­νει­στεί α­πό τα παι­διά μας.

1. Η προ­στα­σία του φυ­σι­κού και πο­λι­τι­στι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος α­πο­τε­λεί υ­πο­χρέω­ση του Κρά­τους και δι­καίω­μα του κα­θε­νός. Για τη δια­φύ­λα­ξή του το Κρά­τος έ­χει υ­πο­χρέω­ση να παίρ­νει ι­διαί­τε­ρα προ­λη­πτι­κά ή κα­τα­σταλ­τι­κά μέ­τρα στο πλαί­σιο της αρ­χής της α­ει­φο­ρίας. Νό­μος ο­ρί­ζει τα σχε­τι­κά με την προ­στα­σία των δα­σών και των δα­σι­κών ε­κτά­σεων. Η σύ­ντα­ξη δα­σο­λο­γίου συ­νι­στά υ­πο­χρέω­ση του Κρά­τους. Απα­γο­ρεύε­ται η με­τα­βο­λή του προο­ρι­σμού των δα­σών και των δα­σι­κών ε­κτά­σεων, ε­κτός αν προέ­χει για την Εθνι­κή Οι­κο­νο­μία η α­γρο­τι­κή εκ­με­τάλ­λευ­ση ή άλ­λη τους χρή­ση, που την ε­πι­βάλ­λει το δη­μό­σιο συμ­φέ­ρον.
2. Η χω­ρο­τα­ξι­κή α­να­διάρ­θρω­ση της Χώ­ρας, η δια­μόρ­φω­ση, η α­νά­πτυ­ξη, η πο­λε­ο­δό­μη­ση και η ε­πέ­κτα­ση των πό­λεων και των οι­κι­στι­κών γε­νι­κά πε­ριο­χών, υ­πά­γε­ται στη ρυθ­μι­στι­κή αρ­μο­διό­τη­τα και τον έ­λεγ­χο του Κρά­τους, με σκο­πό να ε­ξυ­πη­ρε­τεί­ται η λει­τουρ­γι­κό­τη­τα και η α­νά­πτυ­ξη των οι­κι­σμών και να ε­ξα­σφα­λί­ζο­νται οι κα­λύ­τε­ροι δυ­να­τοί ό­ροι δια­βίω­σης. Οι σχε­τι­κές ε­πι­λο­γές και σταθ­μί­σεις γί­νο­νται κα­τά τους κα­νό­νες της ε­πι­στή­μης.
3. Για να α­να­γνω­ρι­στεί μια πε­ριο­χή ως οι­κι­στι­κή και για να ε­νερ­γο­ποιη­θεί πο­λε­ο­δο­μι­κά, οι ι­διο­κτή­τες που πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται σε αυ­τή, συμ­με­τέ­χουν υ­πο­χρεω­τι­κά, χω­ρίς α­πο­ζη­μίω­ση α­πό τον οι­κείο φο­ρέα, στη διά­θε­ση των ε­κτά­σεων που εί­ναι α­πα­ραί­τη­τες για να δη­μιουρ­γη­θούν δρό­μοι, πλα­τείες και χώ­ροι για κοι­νω­φε­λείς γε­νι­κά χρή­σεις και σκο­πούς, κα­θώς και στις δα­πά­νες για την ε­κτέ­λε­ση των βα­σι­κών κοι­νό­χρη­στων πο­λε­ο­δο­μι­κών έρ­γων, ό­πως νό­μος ο­ρί­ζει.