Αξιομνημόνευτες ερμηνείες

Η Μάνια Παπαδημητρίου στη “Γυάλα” και η Δέσποινα Σαραφείδου στο “Serengeti”

 

Σήμερα, φίλοι αναγνώστες, θα αφιερώσω τη σελίδα του θεάτρου της «Εποχής» μας όχι σε κάποια παράσταση αλλά σε δύο ηθοποιούς, την Μάνια Παπαδημητρίου και την Δέσποινα Σαραφείδου. Το έχω πει πολλές φορές και θα συνεχίσω, κουραστικά, να το λέω: ο ηθοποιός είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του θεάτρου. Η καλύτερη σκηνοθετική σύλληψη, η αρτιότερη ανάγνωση ενός έργου, η πλέον γόνιμη, πρωτότυπη και δημιουργική καλλιτεχνική πρόταση θα μείνει ατελής, αν δεν καταρρεύσει πλήρως, σε περίπτωση που δεν υποστηριχτεί από ηθοποιούς με ταλέντο και εργατικότητα.

Η Λούσυ στη γυάλα

Η Μάνια Παπαδημητρίου τα τελευταία χρόνια έχει ασχοληθεί αρκετές φορές με το μονόλογο, είδος ιδιαιτέρως απαιτητικό. Θυμόμαστε τον «Διάδρομο» της Ευσταθίας λίγα χρόνια πριν ή τον περυσινό «Μονόλογο» σε κείμενο της Σιμόν Ντε Μπωβουάρ, και στα δύο ερμηνείες καθηλωτικές. Φέτος ερμηνεύει τη Λούσυ στη «Γυάλα» της Τζένης Δάγλα, που δεν είναι ακριβώς μονόλογος αλλά έχει τα χαρακτηριστικά του στο μεγαλύτερο μέρος του. Η Λούσυ ζει το μικρό προσωπικό της δράμα, την ερωτική της απογοήτευση, εγκλωβισμένη στο μικρόκοσμό της. Συντροφιά της ένα χρυσόψαρο στη γυάλα, που το έχει ονοματίσει Λούσυ, σαν την ίδια, κολυμπά μέσα στα ασφυκτικά όρια της γυάλινης φυλακής του, όπως η γυναίκα στη δική της. Στον εσωστρεφή, εγω-κεντρικό λόγο της Λούσυ, ο πραγματικός κόσμος εισβάλλει με μικρές παρατηρήσεις για τους απολυμένους του γραφείου της, για την άξενη πόλη που γεμίζει μετανάστες και με την ιστορία του Στέλιου, ενός παλιού συμμαθητή και γείτονα που αυτοκτόνησε από απελπισία στην Αθήνα της κρίσης. Η Άσπα Τομπούλη -επίσης έμπειρη στο είδος (θυμίζουμε την εξαιρετική δουλειά της πέρυσι στον μονόλογο του Μωβινιέ «Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη»)- σκηνοθέτησε το σχετικά απλό και περιγραφικό κείμενο της Δάγλα με έμπνευση, δίνοντας ισόρροπα το ψυχολογικό και το πολιτικό μέρος, ενώ η ενδυματολογική επιλογή της Χριστίνας Παπούλια ήταν αποτελεσματική, το φορεματάκι της Λούσυ με το ζακετάκι του φτιάχνουν την κουκλίστικη φυλακή και αποκαλύπτουν την προσδοκία.
Η Παπαδημητρίου κεντά το ρόλο της, αξιοποιώντας όλη την παράδοση του Θεάτρου Τέχνης. Η Λούσυ της είναι μια ματαιωμένη γυναίκα, αιώνια παιδούλα, αφελής και τρυφερή, εμπαθής και πληγωμένη, εγωίστρια και μοναχική, με μικρά όνειρα και στενούς ορίζοντες, εγκλωβισμένη στο μικρόκοσμο της ιδιωτικότητάς της. Συμπαθητικά αντιπαθής. Ήρεμα, χωρίς αναίτιες εξάρσεις, με ιδανικές αποχρώσεις στη φωνή που τις πλουτίζει μια μεγάλη γκάμα λαλούντων χαμόγελων, απεκδύει την ηρωίδα της από την ασυγχώρητη άγνοια, καταλαβαίνει η Λούσυ αλλά ο κόσμος έξω δεν την αγγίζει, ο εαυτός της την απασχολεί. Ο εαυτός της και οι αυταπάτες της. Αξίζει να την παρακολουθήσει κανείς με πόση ευστοχία απομακρύνει τις στιγμές που έρχεται η πραγματικότητα να την συναντήσει –τόσο η κοινωνική όσο και η αλήθεια της στερημένης ερωτικά ζωής της. Μια επικίνδυνα χαριτωμένη ένοχη μικροαστή.
Δίπλα της σε ένα μικρό διπλό ρόλο ο Ευθύμης Χρήστου αφήνει θετικές εντυπώσεις.

Το σπαγγάτο στο σαλόνι

«Serengeti» λέγεται το έργο στο οποίο πρωταγωνιστεί η Δέσποινα Σαραφείδου, γραμμένο από τον Μεξικανό συγγραφέα Ραμίρο Τόρες δε Μιγκουέλ και παραπέμπει στο περίφημο πάρκο στην Τανζανία, με τεράστιο πληθυσμό άγριων ζώων –ανάμεσά τους τα όμορφα, γρήγορα γκνου και λιοντάρια. Ένα ταξίδι στην Αφρική, στο πάρκο Serengeti, είναι το όνειρο του νεαρού Δάνη, το πάθος του, όλη του η ζωή τριγυρνά γύρω από αυτό το ταξίδι. Στο διαδίκτυο, σε ένα chat room, γνωρίζει την Άντζι και αποφασίζουν να συναντηθούν. Ωστόσο η Άντζι δεν είναι η κοπελίτσα με την οποία πίστευε πως συνομιλούσε, αλλά μια ώριμη γυναίκα, μπαλαρίνα που γερνά και αφήνει τη σκηνή, στην οποία θα εξομολογηθεί το όνειρό του κι αυτή θα του υποσχεθεί χρήματα για να το πραγματώσει, με τον όρο να γίνει σκλάβος της, να κάνει υπάκουα και αγόγγυστα ό,τι του ζητά κι ανάμεσα σ’αυτά να καταφέρει να κάνει ένα τέλειο σπαγγάτο μέσα σε τρεις εβδομάδες.
Ανάμεσά τους δημιουργείται μια σαδομαζοχιστική σχέση που, ως αναμενόμενο εγκλωβίζει και τους δύο σε μια αρρωστημένη εξάρτηση χωρίς τέλος και φυσικά χωρίς κάθαρση. Το έργο αξιοποιεί τη σχετική παράδοση της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου και χωρίς να αποφεύγει τα κλισέ, διαγράφει καλά τους χαρακτήρες και τη σχέση, τις εντάσεις και τα μυστικά. Σκηνοθετήθηκε γραμμικά από τον συμπατριώτη του Λούις Γκόμεσμπεκ, που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα και η παράσταση είναι πανευρωπαϊκή πρώτη για το πολυβραβευμένο έργο.
Η Δέσποινα Σαραφείδου είναι ευφυής ηθοποιός, δουλεύει το ρόλο της ως την τελευταία λεπτομέρεια κι έπειτα λιώνει όλη την επεξεργασία σε μια πολύ φυσική ερμηνεία με ελεγμένη ροή (Θυμίζουμε την εκρηκτική «Κασσάνδρα» της και τις δύσκολες ισορροπίες που κράτησε σε ένα έργο με πικρό χιούμορ που μπορεί να χάσει εύκολα τους χυμούς του, αν η ηθοποιός που το υπηρετεί δεν έχει αυστηρό έλεγχο πάνω του). Είναι επίσης ηθοποιός που υπηρετεί τη σκηνοθετική οδηγία αλλά, χωρίς να προδώσει την ερμηνευτική γραμμή, ξέρει να ξεφεύγει δημιουργικά και να οδηγεί το ρόλο σε ενδιαφέροντα μονοπάτια, ρίχνοντας φως σε σκοτεινές και απρόβλεπτες γωνιές. Το ίδιο έκανε κι εδώ και μάλιστα σε ένα ρόλο που έχει μια βασική δυσκολία: δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε για τη γυναίκα – τέρας που κλήθηκε να ενσαρκώσει, τίποτε σχεδόν για τη ζωή της, κάποια πληροφορία που να εξηγεί το χαρακτήρα, την βλέπουμε εκεί, τερατώδη, προκλητική, κυρίαρχη, τυραννική, να κυκλώνει τον νεαρό ως προσωποποίηση του κακού. Αλλά είναι μόνο αυτό;
Η κίνηση εκ του ρόλου είναι περιορισμένη, έτσι χρησιμοποιεί κυρίως τις καλά μελετημένες και φορτωμένες συναίσθημα σιωπές, το πρόσωπό της και το βλέμμα της. Το βλέμμα ειδικά είναι η βάση πάνω στην οποία στήνει το ρόλο: με το βλέμμα παρακολουθεί αδιάκοπα το νεαρό, ζητά να τον γοητεύσει, να τον ειρωνευτεί, να τον καρφώσει χωρίς έλεος αποκαλύπτοντάς του την πρόθεση και την αδυναμία του και τελικά να τον υποτάξει, βλέμμα κυριαρχικής μητέρας προς τον γιο που αποφασιστικά αναλαμβάνει την ζωή του και γυναίκας που εκδικείται στο πρόσωπο του Δάνη τον χρόνο που αμείλικτα της κλέβει ομορφιά και έρωτα.
Δίπλα της ο πολύ καλός νέος ηθοποιός Χάρης Χιώτης.

Μαρώ Τριανταφύλλου
maro33@otenet.gr