Από νάιλον σημαίες

georgulas

Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, μπορούμε φαντάζομαι όλοι να θυμηθούμε αρκετές περιπτώσεις που η συμπεριφορά του Μανόλη Γλέζου να μας έχει βρει αντίθετους. Βλέπετε, επιμένει να είναι ενεργός, παρόλο που συμπληρώνει σχεδόν ένα αιώνα δραστήριας ζωής. Τέτοια επίθεση, όμως, σαν αυτή που δέχτηκε πρόσφατα από τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τους συνεργάτες της, δύσκολα θα μπορούσε να φέρει κάποιος στη μνήμη του.
Τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά. Στην καθιερωμένη εκδήλωση μνήμης για το σφαγιασμό των κατοίκων του Διστόμου από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής, ο πρεσβευτής της Γερμανίας, που καταθέτει κάθε χρόνο στεφάνι, εμποδίστηκε από τη Ζωή Κωνσταντοπούλου να φτάσει στο μνημείο. Και, τελικά, δεν θα κατέθετε το στεφάνι του, αν δεν παρενέβαινε ο Μανόλης Γλέζος, να τον πάρει από το χέρι και να του επιτρέψει να κάνει ό,τι έκανε κάθε χρόνο, και παρουσία της ίδιας της Κωνσταντοπούλου.
Αυτό που ακολούθησε δεν περιγράφεται. Ο Γλέζος, ούτε λίγο ούτε πολύ, καταγγέλθηκε σε όλους τους τόνους για εθνική προδοσία, γιατί έβαλε με τα ίδια του τα χέρια τη «σημαία του κατακτητή» πάνω στο μνημείο των θυμάτων του, διαγράφοντας τη συμβολική, για όλους μας, αντιστασιακή του πράξη της αφαίρεσης της σημαίας με τον αγκυλωτό από τον ιστό της Ακρόπολης!

Στον αστερισμό του εθνικισμού

Θα μπορούσε να είναι ένα ασήμαντο επεισόδιο ανάξιο λόγου, αν δεν αποκάλυπτε ένα βαθύ, και αναγκαίο οπωσδήποτε να επισημανθεί, χάσμα, που χωρίζει τη στάση του Γλέζου από την πράξη και την επιχειρηματολογία των κατηγόρων του. Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσά τους, που δεν είναι υπερβολή να τη χαρακτηρίσουμε διαφορά ανάμεσα στη στάση και την αντίληψη ενός συνειδητού αριστερού και τη στάση και τις αντιλήψεις που μετά βίας καλύπτουν έναν υφέρποντα εθνικισμό. Βαριές κουβέντες, μπορεί να πείτε. Καθόλου, αν δούμε όσα συνέβησαν και ειπώθηκαν από πιο κοντά.
Πρώτα απ’ όλα, ο πρεσβευτής της Γερμανίας χαρακτηρίζεται εκπρόσωπος ενός «κράτους εγκληματία». Καλλιεργείται έτσι μια σκόπιμη σύγχυση ανάμεσα στο κράτος του τρίτου ράιχ και το σημερινό γερμανικό κράτος, αφενός, και, αφετέρου, ανάμεσα στην πολιτική μιας συγκεκριμένης γερμανικής κυβέρνησης, της σημερινής, και τα «διαχρονικά» δήθεν χαρακτηριστικά ενός «κράτους εγκληματία».
Αυτό φαίνεται ακόμα πιο καθαρά με την επίσης σκόπιμη σύγχυση που καλλιεργείται με τις σημαίες. Κατηγορείται ο Γλέζος, διότι, επιτρέποντας στον γερμανό πρεσβευτή να καταθέσει στεφάνι με τα διακριτικά της σημαίας της σημερινής Γερμανίας, αναιρεί την αντιστασιακή πράξη του να κατεβάσει τη ναζιστική σημαία με τον αγκυλωτό από την Ακρόπολη. Η σημαία παύει να είναι σύμβολο συγκεκριμένου καθεστώτος, συγκεκριμένης ιδεολογίας και μετατρέπεται δολίως σε σύμβολο ενός έθνους, έστω κι αν έχει τεράστιες διαφορές, όπως πράγματι έχει η τρίχρωμη σημαία της ομοσπονδιακής Γερμανίας από τη σημαία με τη σβάστικα. Όποια σημαία κι αν έχουν οι Γερμανοί, η βαθύτερη ουσία τους μένει η ίδια. Είναι πολίτες ενός «κράτους εγκληματία», χωρίς τάξεις, χωρίς αντίπαλα κόμματα, χωρίς διαφορετικές κυβερνήσεις, χωρίς πιθανότητα άλλου παρόντος και άλλου μέλλοντος από το βεβαρημένο παρελθόν τους.

Έλληνας στην ψυχή…

Για να έχουμε, μάλιστα, μια ολοκληρωμένη εικόνα των αντιλήψεών τους, σημειώστε και τούτο: όταν δικαιολογεί την πράξη της η Ζωή Κωνσταντοπούλου, μας εξηγεί ότι δεν έπραξε τίποτε διαφορετικό από ό,τι θα έκανε «κάθε Έλληνας στην ψυχή και στο φρόνημα»… Κάπως έτσι έχει αντιληφθεί εκείνο το αρχαίο «της ημετέρας παιδείας». Απλώς, για τις τρέχουσες ανάγκες της το παραφράζει σε «ψυχή» και «φρόνημα», εθνικό προφανώς, αφού ανήκει σε Έλληνες αποκλειστικά, όπως κι αν τους ορίσει το στρεβλωμένο από τον υφέρποντα εθνικισμό κριτήριο των επ’ ευκαιρία πατριωτών. Και αποτολμούμε αυτό το επ’ ευκαιρία, γιατί, όπως πληροφορούν όσοι παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς την πορεία της Ζωής Κωνσταντοπούλου, μόνο την τρίτη φορά που παραβρέθηκε στη συγκεκριμένη εκδήλωση αποφάσισε να αντιδράσει μ’ αυτό τον τρόπο, διεκδικώντας έτσι τη «σημειολογία της σημαίας» από τον Μανόλη Γλέζο και επαιρόμενη ότι «δεν είναι παιδί του Γλέζου».

Το ήθος του ύφους

Κι αυτό ανοίγει ένα άλλο κεφάλαιο, της πολιτικής ηθικής, η οποία είναι παρούσα ή απούσα, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεις όποιον διαφωνεί μαζί σου, πολύ περισσότερο όταν υπάρχει σοβαρός λόγος να τον σέβεσαι βαθιά. Για την υποφαινόμενη, λοιπόν, ο Γλέζος είναι ένας γέρος που «φοβήθηκε ότι θα του πάρει[εκείνη] τη σημαία που κατέβασε κάποτε». Δεν διανοείται ότι μπορεί κάποιος να έχει άλλη άποψη. Όχι, μπορεί να έχει μόνο άλλο, ευτελές συμφέρον. Γι’ αυτό και τολμάει να του απευθύνει την ιταμή πρόκληση «δεν χρειάζεται να είσαι ήρωας», αδυνατώντας να καταλάβει ότι αν ο Γλέζος μπορεί να χαρακτηριστεί ήρωας, δεν είναι γιατί έπραξε το παράτολμο και συμβολικό κατόρθωμα μαζί με τον σύντροφό του Λάκη Σάντα. Είναι γιατί, επί 75 χρόνια από τότε, με φυλακές, εξορίες, θανατικές καταδίκες, βασανιστήρια, συλλήψεις, διωγμούς, αλλά και σε εποχές σχετικής ομαλότητας, δεν έπαψε να είναι από την εδώ μεριά. Από τη μεριά όπου ο επιδερμικός αντιιμπεριαλισμός, που μετά βίας καλύπτει εθνικιστικές τάσεις, δεν σου θολώνει την κρίση. Με τα σωστά του, με τα λάθη του, με τις αμφιβολίες του, όπως κάθε άνθρωπος που αποφασίζει και κάνει πολιτικές επιλογές, με κόστος πάντα, βαρύτερο ή ελαφρύτερο, ανάλογα με το πόσο σηκώνει η πλάτη του.
Μ’ αυτή τη μεριά, μ’ αυτή την αριστερά έχουν οποιαδήποτε σχέση οι ανέξοδες κραυγές; Θα αναρωτηθούμε ποτέ πώς και γιατί φιλοξενήθηκαν στις γραμμές μας και τιμήθηκαν με προβεβλημένες δημόσιες θέσεις τέτοιοι κραυγάζοντες; Και τι κάναμε –και τι κάνουμε– για να μην περνάει ούτε κατά διάνοια η νοοτροπία τους στις αντιλήψεις της αριστεράς;

Χ. Γεωργούλας