Από την πλευρά του θεατή

ΕΚΣΤΑΝ: Χώρος ζωής και συμμετοχής

Τι είναι το ΕΚΣΤΑΝ, κ. Παπαχριστοπούλου; Ποιες ήταν οι προθέσεις σας όταν πριν από μερικά χρόνια ανοίγατε με τον κ. Σταματίου το χώρο;
Είναι ένας όμορφος πολιτιστικός χώρος απέναντι από το πρώην παγοποιείο του Φιξ στα Πατήσια που λειτουργεί κυρίως ως θεατρικός χώρος. Είναι όμως και χώρος ζωής και συμμετοχής. Εκτός από θέατρο προσφέρει κι άλλες προτάσεις: ζωντανή ποιοτική μουσική, λογοτεχνικές συναντήσεις. Πρέπει να πω, όμως, ότι το ΕΚΣΤΑΝ φέρνει μια ιστορία τριάντα χρόνων πίσω του. Από τον «Δικαιόπολη» στο «Πεδίον»… Ξεκινήσαμε και πάλι το 2009 όταν αναθερμαινόταν η ελπίδα για την ενότητα της Αριστεράς και πιστεύαμε ότι ένας χώρος σαν το ΕΚΣΤΑΝ είχε λόγο να δημιουργηθεί, να συνδεθεί με κοινωνικά κινήματα και να παίξει το ρόλο του. Το θεωρούμε ως το αναπόφευκτο αποτέλεσμα από την απουσία κρατικής θεατρικής πολιτικής, την έλλειψη χώρων και τα ακριβά ενοικιαζόμενα θέατρα. Αλλά είναι και η επιμονή και το πάθος σ’ εκείνα τα συλλογικά σχέδια νεότητας, που οραματιζόμασταν μια ανεξάρτητη θεατρική ομάδα που να προχωράει πιο πέρα από το νατουραλισμό και την ταύτιση.

Είναι βασικός χώρος των δικών σας θεατρικών δραστηριοτήτων. Μιλήστε μας λίγο γι’ αυτές και ειδικά για τη φετινή που είχε την ιδιαιτερότητα να έχει ένα πολύ γνωστό όνομα για σκηνοθέτη.
Έχουμε κάνει πολλές θεατρικές δουλειές ήδη στο χώρο μας. Να σας θυμίσω το «Θυμάμαι», το 2014-15, έργο που ήταν δικό μου…
Και το οποίο μου είχε αρέσει πολύ και έγινε αιτία να γνωρίσω καλύτερα το χώρο και τη δουλειά σας…
Ήθελα μ’ αυτό το έργο να διηγηθούμε με ευαισθησία ως θεατρική ομάδα την ιστορία της χώρας μας σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Εξαιτίας αυτού του εγχειρήματός μου, άρχισε και η συνεργασία μου με τον Ζαν-Πωλ Ντενιζόν, επί δεκαπενταετίας συνεργάτης του Πήτερ Μπρουκ. Τον γνώρισα ως δάσκαλο, όταν το 1990-91 σε μια σειρά σεμιναρίων μετέφερε το πνεύμα της δουλειάς του θεάτρου τους. Στη συνέχεια έκανε καριέρα στη σκηνοθεσία. Ο Ζαν-Πωλ είδε τον αγώνα μας, θέλησε να σκηνοθετήσει για το ΕΚΣΤΑΝ, και, όπως είπε πέρυσι σε μια συνέντευξη, να βάλει κι αυτός ένα λιθαράκι για κάτι καλύτερο. Και σκηνοθέτησε τις «Τρομπέτες του θανάτου ή Τα μανιτάρια» του Τιγύ. Ένα έργο πάνω στο δικαίωμα της διαφοράς που παίξαμε μαζί με την Χάρις Συμεωνίδου και τον Ηλία Γκογιάνο. Μας άρεσε πολύ η εμπειρία και αποφασίσαμε να συνεχίσουμε. Φέτος, λοιπόν, ανεβάσαμε τις «Καρέκλες» του Ιονέσκο. Aυτό που κάνει την ποιοτική διαφορά του σκηνοθέτη είναι η ικανότητα του να φτιάχνει μια παράσταση που ο θεατής να χαίρεται, να ευχαριστιέται. « Γνωρίζοντας πόσο δύσκολο είναι αυτό» λέει ο ίδιος σε μια συνέντευξή του, «ξέρω ότι αν το επιτύχω, τότε ο θεατής θα βρει και το μήνυμα τού έργου».

Ποια προβλήματα αντιμετωπίζετε;
Θα σας το πω όσο πιο απλά μπορώ: της επιβίωσης…

Πώς σας υποδέχτηκε η γειτονιά; Είναι η βασική σας αναφορά;
Δεν λειτουργούν και τόσο ως γειτονιά τα Πατήσια και πολλοί έχουν μετακομίσει στα βόρεια προάστια. Θέλουμε το ΕΚΣΤΑΝ να είναι ενσωματωμένο στην περιοχή που ανήκει, κι έχουμε κάνει προσπάθειες να ανοιχτούμε και σε μαζικούς φορείς. Χρειάζονται κι άλλα βήματα και από τις δυο πλευρές για να γίνει συνείδηση η αναγκαιότητα της ύπαρξης ενός θεάτρου στη γειτονιά. Πάντως στις Καρέκλες βλέπω ότι έρχεται κόσμος απ’ όλα τα μέρη της Αθήνας και του Πειραιά που αναζητά καλό θέατρο κι αυτό καταρρίπτει ιδεοληψίες για κεντρικά θέατρα.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ: Στέγη για όνειρα

Κύριε Βλάχο, τι είναι ο πολυχώρος «Αλεξάνδρεια» και γιατί πήρατε την απόφαση να τον δημιουργήσετε;
Το 2006, δημιούργησα την Καλλιτεχνική Εταιρεία «Αλεξάνδρεια», η οποία έχει ως έδρα της από τον Δεκέμβρη του 2012 το ισόγειο του νεοκλασικού κτιρίου Σπάρτης 14. Τα ονομάτισα και τα δυο από τη γενέτειρά μου. Όμως πρέπει να πω ότι το σπίτι αυτό, από το 1940 μέχρι το 1954, ήταν κατοικία του κορυφαίου πεζογράφου Μ. Καραγάτση. Όταν άνοιγα τον Πολυχώρο, ήθελα να στεγάσω εκεί τα όνειρά μου για την τέχνη -είμαι ηθοποιός με αδιάλειπτη παρουσία 40 χρόνων στο θεατρικό μας γίγνεσθαι-, ήθελα να οργανώσω το ορμητήριό μου για ποιοτικές θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, παρουσιάσεις βιβλίων, διαλέξεις, εκθέσεις ζωγραφικής, γλυπτικής, φωτογραφίες, κινηματογραφικές προβολές κ.ά., κάτι που πραγματοποιήθηκε σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό και διευρύνεται συνεχώς από χρόνο σε χρόνο.

Φέτος έχετε ανεβάσει ένα επίκαιρο έργο, το «Παζάρι» του Πλανέλ, που σχετίζεται με το μεταναστευτικό και το βλέπουμε για πρώτη φορά την Ελλάδα.
Ναι, είναι η μια από τις δυο πρωτιές μας. Όχι μόνο το συγκεκριμένο έργο παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, αλλά και είναι η πρώτη φορά που εμείς, στο χώρο μας, ανεβάζουμε ξενόγλωσσο έργο. Ο Νταβίντ Πλανέλ είναι Ισπανός, ασχολείται με τον κινηματογράφο και την τηλεόραση ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Το «Παζάρι» είναι μια απίστευτα φρέσκια και επίκαιρη μαύρη κωμωδία, που θίγει ανάγλυφα την κρίση ταυτότητας τόσο των Ευρωπαίων, όσο και των μεταναστών, τη συντριβή που έχει υποστεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, συγκρουόμενη με τον άτεγκτο καπιταλισμό. Είχα την τιμή και τη χαρά να φέρω στην Ελλάδα τον συγγραφέα, ο οποίος μας εξομολογήθηκε ότι η εδώ παράσταση ανέδειξε σημαντικά στοιχεία του έργου που ούτε ό ίδιος είχε υποψιαστεί.

Θα μας πείτε τους συντελεστές;
Η μετάφραση είναι της Μ. Χατζηεμμανουήλ, τη σκηνοθεσία επωμίσθηκε ο Νίκος Γκεσούλης, το σκηνικό και τα κοστούμια η Λέα Κούση. Έγραψε πρωτότυπη μουσική ο Γιάννης Ψειμάδας και φωτισμούς επιμελήθηκε ο Δημήτρης Τσιούμας. Τους ρόλους έχουμε αναλάβει εγώ, ο Σάκης Σιούτης και ο Αντώνης Γουγής.

Πώς σας υποδέχτηκε η γειτονιά; Είναι η βασική σας αναφορά;
Η γειτονιά, στην οποία βασίζομαι σε μεγάλο βαθμό, έχει αγκαλιάσει την ηρωική προσπάθεια που γίνεται και στηρίζει σε μεγάλο βαθμό τις εκδηλώσεις. Τα προβλήματα παραμένουν πολλά αλλά αξίζει, βρε αδερφέ, να παλεύεις σ’ αυτή τη ζωή για να καλυτερέψεις ως άνθρωπος και να παραδώσεις τη φλόγα του ένθεου πάθους σου για την τέχνη και στους νεότερους με την ελπίδα να την κρατήσουν άσβηστη και να την δυναμώσουν. Αυτή είναι η μεγάλη ή μικρή προσφορά της Αλεξάνδρειας και πολλών άλλων εστιών πολιτισμού που ξεφυτρώνουν καθημερινά στην πόλη και σε όλη την Ελλάδα.

 

Μαρώ Τριανταφύλλου • maro33@otenet.gr