Από τον ατλαντισμό στον ντεγκωλισμό

 

Η Γαλλία δεν πλήττει. Τα γεγονότα είναι πυκνά το τελευταίο διάστημα μετά την εκλογή του Εμανουέλ Μακρόν. Τελευταία γιόρτασε την 14η Ιουλίου στο Παρίσι μαζί με το προεδρικό ζεύγος των ΗΠΑ. Μετά όμως ήρθε η παραίτηση του στρατηγού Πιερ ντε Βιλιέ, αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων, γιατί δεν μπόρεσε να αντέξει τη μείωση των στρατιωτικών δαπανών. Ωστόσο, ο νεοεκλεγείς πρόεδρος της χώρας επιμένει ότι θα εφαρμόσει την πολιτική του.

Από την αρχή της προεδρίας του ο Εμανουέλ Μακρόν επιχειρεί να παρουσιαστεί ως εκφραστής μιας νέας εξωτερικής και ευρωπαϊκής πολιτικής: η πολιτική του περνάει μέσα από τη ρήξη με αυτή των προκατόχων του, Νικολά Σαρκοζί και Φρανσουά Ολάντ. Μια πολιτική που πάει πίσω στο χρόνο και συνδέεται με τις κατευθύνσεις του Ντε Γκολ και Μιτεράν. Για τους αναλυτές της διεθνούς κατάστασης δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι «ο Εμανουέλ Μακρόν θα ξανασυνδεθεί εν μέρει με τις βασικές αξίες της δημοκρατίας και θα έρθει σε μια μορφή ρήξης με τις πολιτικές δύο πενταετιών, των προκατόχων του. Φαίνεται να υιοθετεί μια διπλωματία που θα εξυπηρετεί τα γαλλικά συμφέροντα».
Η πολιτική αυτή θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί «πραγματιστική». Σύμφωνα με αυτήν, η Γαλλία οφείλει να συζητάει με όλο τον κόσμο, όπως ήδη έχει συναντήσει, εκτός από την Μέρκελ και τους συμμάχους του στην ΕΕ, και τον Βλ. Πούτιν. Εξάλλου, ο γάλλος πρόεδρος το είπε καθαρά πριν λίγες ημέρες, στις 21 Ιουνίου, σε συνέντευξή του που παραχώρησε σε επτά μεγάλες εφημερίδες ευρωπαϊκών χωρών: «Θα μπει τέρμα στη μορφή του νεοσυντηρητισμού που επιβλήθηκε τα τελευταία χρόνια (…) Η δημοκρατία, εκ των πραγμάτων, δεν λειτούργησε και οι αποφάσεις λήφθηκαν εν αγνοία των λαών».
Και ο Εμ. Μακρόν προχώρησε ακόμη περισσότερο: «Η Γαλλία δεν πήρε μέρος στον πόλεμο του Ιράκ και είχε δίκιο. Όμως είχε άδικο να επιτεθεί με τον τρόπο που επιτέθηκε κατά της Λιβύης». Η αναφορά αυτή του προέδρου, σύμφωνα με το γνωστό αναλυτή της γεωστρατηγικής Πασκάλ Μπονιφάς, «έχει τη σημασία της γιατί οι δύο εμβληματικοί πρόεδροι της 5ης Δημοκρατίας (Ντε Γκολ και Μιτεράν) της δεξιάς και της αριστεράς, στο βάθος σηματοδότησαν τη ρήξη με την εξωτερική πολιτική της 4ης Δημοκρατίας, που στιγματίστηκε λόγω των αποικιοκρατικών πολέμων και της πρόσδεσής της στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο».

Συμμαχίες χωρίς εξαρτήσεις

Η Γαλλία είναι μια δυτική χώρα και όχι μόνο. Συνεπώς, το ζήτημα της λαϊκής κυριαρχίας είναι κεντρικό. Έτσι μπορεί να μιλάει ελεύθερα, να πραγματοποιεί συμμαχίες χωρίς εξαρτήσεις. «Ο ντεγκολ-μιτερανισμός», όπως αναφέρετε, αντιτάχθηκε σ’ αυτό που έμεινε γνωστό σαν ατλαντισμός, νεοσυντηρητισμός και επεμβατισμός στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Αυτή η ρήξη με το νεοσυντηρητισμό και τον επεμβατισμό φαίνεται πως θα ακολουθήσει τον Εμανουέλ Μακρόν. Ο πρόεδρος της Γαλλίας δικαιολόγησε εν μέρει τη δυναμική πολιτική του Νικολά Σαρκοζί και του Φρανσουά Ολάντ που συμμετείχαν σε πολυάριθμες συγκρούσεις (Λιβύη, Ακτή του Ελεφαντοστού, Ιράκ), σε πολέμους, δηλαδή, που επεκτείνονται και στις γειτονικές χώρες, Μπουργκίνα Φάσο, Νιγηρία κ.λπ.
Ο πρόεδρος Μακρόν δεν ξάφνιασε κανένα όταν δήλωσε ότι θα είναι έτοιμος να προβεί σε αντίποινα κατά του συριακού καθεστώτος για να σταματήσει τη χρήση χημικών. Η Γαλλία δεν θα έχει κανένα δισταγμό να δράσει μόνη της για να επιβάλει τις «κόκκινες γραμμές», όπως δήλωσε. Το ίδιο ακριβώς έπραξε και ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος διέταξε στις 4 Απριλίου να χρησιμοποιήσουν τα καινούργια θανατηφόρα όπλα κατά της Συρίας. Με τη συμπεριφορά του αυτή ο Μακρόν δεν φαίνεται να απομακρύνεται σημαντικά από τον ατλαντισμό.

Το κόκκινο χαλί για τον Τραμπ

Η πρόσκλησή του προς τον αμερικανό πρόεδρο να επισκεφθεί το Παρίσι το επιβεβαιώνει, όπου μάλιστα ο Ντόναλντ Τραμπ παρακολούθησε τη μεγαλειώδη παρέλαση των γαλλικών Ενόπλων Δυνάμεων στα Ηλύσια Πεδία. Την επίσκεψη αυτή ο γάλλος πρόεδρος τη χαρακτήρισε «ιστορική» και «πολύτιμη για τη συμμαχία». Η ρητορική αυτή, όμως, απευθύνεται, κυρίως, στη γαλλική κοινή γνώμη, που ανησυχεί από την πολιτική που εξήγγειλε και ακολουθεί ο πρόεδρος των ΗΠΑ. Ιδιαίτερα σημειώνεται η απόφασή του Ντ. Τραμπ να προχωρήσει σε μια καινούργια κούρσα εξοπλισμών, αυξάνοντας κατά 9% τον προϋπολογισμό των στρατιωτικών δαπανών της υπερδύναμης το 2018. Ήδη ο θείος Σαμ έχει τις περισσότερες στρατιωτικές δαπάνες, υψηλότερες απ’ όλες τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις μαζί (Κίνα, Ινδία, Γαλλία, Μ. Βρετανία, Ιταλία). Ο πρόεδρος Ντ. Τραμπ προεκλογικά είχε θέσει το θέμα της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών για τις συμμαχικές χώρες. Μετά την εκλογή του έχει αρχίσει η πίεση να αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες, απειλώντας τις μάλιστα ότι σε αντίθετη περίπτωση θα εγκαταλείψει τη συμμαχία. Κατηγορεί τους συμμάχους ότι επωφελούνται από την αμερικανική «στρατιωτική ομπρέλα» χωρίς να πληρώνουν το λογαριασμό.
Ο Λευκός Οίκος έχει εκφράσει χωρίς περιστροφές την πολιτική άποψη «να αναδείξει σε ισχυρή δύναμη τις ένοπλες δυνάμεις του», όπως είπε στην ομιλία του ο πρόεδρος Τραμπ για την «κατάσταση του έθνους». Η στρατιωτική δύναμη είναι το μεγάλο κλειδί για την επικράτηση του αμερικανικού μεγαλείου. Τα μάτια των ολιγαρχών της Γουόλ Στριτ, που βρίσκονται παρόντες ασφαλώς στους κόλπους της κυβέρνησης, θεωρούν με άλλα λόγια ότι αυτή η πολιτική είναι το μέσον να αποκατασταθεί και να επιβεβαιωθεί η κυριαρχία της στην παγκοσμιοποιημένη αγορά. Με βάση αυτή την πραγματικότητα, η γαλλική ελίτ με την κυβέρνηση Μακρόν επιχειρεί να ξαναβρεί ένα ρόλο σε περιφερειακό επίπεδο στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Για την επιτυχία του στόχου υπερεκτιμά τις δυνατότητές της ότι μπορεί να προσελκύσει τον Τραμπ με τις ιδέες τις και κυρίως στο ζήτημα της συμφωνίας για το κλίμα.

Μπ. Κοβάνης