Αρνητική γνωμοδότηση της Περιφέρειας για το Ελληνικό

Τζάμπα μαγκιά ή παρακαταθήκη για το μέλλον;

aggelika

Της Αγγέλικας Σαπουνά*

Αν κάτι προσδιορίζει καταλυτικά το πλαίσιο διαμόρφωσης της πολιτικής στην κεντρική σκηνή τα τελευταία χρόνια, αυτό είναι αναμφισβήτητα τα εκβιαστικά διλήμματα. Το στοιχείο αυτό μπορεί να αποδραματοποιείται με την πάροδο του χρόνου, για προφανείς λόγους, όσον αφορά στον κυβερνητικό λόγο, ενώ παράλληλα στο λόγο της αντιπολίτευσης παίρνει όλο και συχνότερα διαστάσεις που εμπίπτουν στην κατηγορία του γκροτέσκου ή και του επικίνδυνου παραλογισμού. Παράγεται έτσι μια αποκαρδιωτική και εξοργιστική αίσθηση αδιεξόδου, η οποία εντέλει ενισχύει την επικίνδυνη αντίληψη ότι η πολιτική με την πρωταρχική της, πρωτογενώς δημοκρατική, σημασία –διαχείριση των κοινών από τους πολίτες, με πλειοψηφικές αποφάσεις, βάσει κοινώς αποδεκτών κανόνων– είναι παντελώς ανέφικτη μπροστά στην αδυσώπητη πραγματικότητα των σχέσεων εξουσίας.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η απόφαση της διοικούσας παράταξης της Περιφέρειας Αττικής να εισηγηθεί και τελικά να επιτύχει την αρνητική γνωμοδότηση του Περιφερειακού Συμβουλίου (ΠΕ.ΣΥ.) για τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του Ελληνικού, είναι μια κίνηση υψηλού πολιτικού και πολιτιστικού συμβολισμού.
Το ζήτημα του Ελληνικού έχει αποτελέσει εμβληματικό πεδίο αγώνων της ευρύτερης αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων. Η σημερινή διοίκηση της Περιφέρειας Αττικής εξελέγη έχοντας, μεταξύ άλλων, το θέμα του Ελληνικού στην πρώτη γραμμή του προεκλογικού της προγράμματος με πολύ συγκεκριμένη άποψη, που δύσκολα εναρμονίζεται με τις σημερινές εξελίξεις. Και βέβαια, οι αποφάσεις, πράξεις και παραλήψεις της πολιτείας που άφησαν αθωράκιστο και ευάλωτο το δημόσιο χώρο του Ελληνικού την εποχή της «ευημερίας», η λεόντεια σύμβαση του 2014, καθώς και η γενναία προσπάθεια βελτίωσης των όρων της παραχώρησης το 2016, έχουν ονοματεπώνυμα, που αναγνωρίζονται και αξιολογούνται ευθαρσώς από τους εισηγητές της πλειοψηφίας. Ωστόσο, η παράταξη της Δύναμης Ζωής έκρινε ότι αν η δημόσια διαβούλευση εξακολουθεί να έχει κάποιο νόημα, τότε η αιρετή αυτοδιοίκηση όχι μόνον μπορεί, αλλά και πρέπει να εκφράζει την άποψή της αυθεντικά και όχι με όρους Προκρούστη.
Έχει μια τέτοια στάση κάποιο ουσιαστικό πολιτικό νόημα στο ασφυκτικό πλαίσιο άσκησης πολιτικής που προαναφέραμε; Νομίζω ότι η πιο πειστική απάντηση στο ερώτημα αυτό προκύπτει από τη στάση της αντιπολίτευσης.

Υπεκφυγή

Έτσι, με λεκτικό διαφοροποιημένο, αλλά κοινή επί της ουσίας γραμμή, οι περιφερειακές παρατάξεις που πρόσκεινται στη ΝΔ, στο ΠΑΣΟΚ, στη Χρυσή Αυγή και ο sui generis Τζήμερος, αφού πρώτα κατηγόρησαν τη διοικούσα παράταξη και την περιφερειάρχη για υποκρισία, αρνήθηκαν να ψηφίσουν και αποχώρησαν από τη διαδικασία. Αρνήθηκαν δηλαδή να «εκτεθούν» με την πραγματική τους άποψη που, ρητά εκφρασμένη από την παράταξη της ΝΔ, πιο έμμεσα από τους υπόλοιπους, τάσσεται υπέρ της καταστροφικής επένδυσης ως έχει και όσο γρηγορότερα τόσο καλύτερα.
Οι υπόλοιποι, πρακτικά δηλαδή οι παρατάξεις και οι σύμβουλοι της Αριστεράς και των ΑΝΕΛ, ψήφισαν την αρνητική γνωμοδότηση, όπως βέβαια ήταν ζητούμενο και από φορείς και κινήματα υπεράσπισης του δημόσιου χώρου του Ελληνικού, που παρακολούθησαν τη συνεδρίαση. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι δεν έλειψαν οι υψηλοί τόνοι και οι επικρίσεις προς τους εισηγητές για ανειλικρίνεια, θέατρο εντυπώσεων και άνευ ουσιαστικής αξίας κίνηση, αφού η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, μέλη του οποίου είναι η περιφερειάρχης και οι περισσότεροι σύμβουλοι της Δύναμης Ζωής, έχει δρομολογήσει άλλες εξελίξεις (σημ. οι ΑΝΕΛ στην Περιφέρεια Αττικής έχουν ξεχωριστή παράταξη).
Για την ειλικρίνεια δεν θα επιχειρηματολογήσω, καθώς εκτός από το προσβλητικό της εκτίμησης αυτής απέναντι σε στελέχη που εκτίθενται δημοσίως και με ονοματεπώνυμα, η πρόσφατη εισήγηση της διοικούσας παράταξης είναι σε πλήρη εναρμόνιση με την εισήγηση και απόφαση του ΠΕ.ΣΥ. της 16/6/2016, επίσης απορριπτική με παρόμοια επιχειρηματολογία. Είναι, όμως, όντως άνευ «πρακτικής» αξίας η απόφαση του ΠΕ.ΣΥ. της περασμένης Πέμπτης;

Απόφαση σεβασμού των κινημάτων

Είναι μια πολιτική πράξη που δεν αποδέχεται ότι η αυτόνομη, δημοκρατική θεσμική λειτουργία της αυτοδιοίκησης είναι «άχρηστη», ακόμη κι όταν η κεντρική εξουσία την υπερβαίνει. Και δεν επιτρέπεται σε αριστερούς /ες να υποβαθμίζουν αυτή τη λειτουργία, που εδράζεται στην καρδιά της δημοκρατίας, αλλά και της ουσιαστικής αυτονομίας των αιρετών οργάνων και των επιμέρους συμμετοχικών θεσμών, όπως άλλωστε και των κινημάτων. Ιδιαίτερα όταν οι συνθήκες είναι στριμωγμένες.
Επιπλέον, όμως, είναι και μια απόφαση που περιφρουρεί και σέβεται τους αγώνες των κινημάτων, όχι ως μνήμη ηρωικού και τραγικού παρελθόντος, αλλά ως ζωντανό παρόν και παρακαταθήκη για το μέλλον. Και πιστεύω μάλιστα ότι αυτή ακριβώς η λογική παρήγαγε τη δυνατότητα και στήριξε εν τοις πράγμασι το Νίκο Μπελαβίλα και τη λοιπή διαπραγματευτική ομάδα να πετύχει ό,τι πέτυχε, όσο κι αν είναι ανεπαρκές για όλα όσα κι αυτός κι εμείς θέλουμε και χρειάζεται.
Κοντολογίς, η απόφαση για την οποία πήρε την ευθύνη επί της ουσίας η διοικούσα παράταξη είναι μια απόφαση που παράγει πολιτική, ειδικά για όσες και όσους αρνούνται να δεχτούν ότι η πολιτική είναι μόνον ότι παράγεται στο κοινοβούλιο και στην κυβέρνηση, ενώ ό,τι συμβαίνει πέραν αυτού, και μάλιστα με όρους δημοκρατίας, συνέπειας και σύνθεσης των απόψεων, είναι ήσσονος σημασίας. Για πολλές και πολλούς από το λαό της αριστεράς, η Ιστορία δεν τελειώνει και το μέλλον διαρκεί πολύ. Ευτυχώς.

*Αντιπεριφερειάρχης Έργων και Υποδομών της Περιφέρειας Αττικής