Αστυ­νο­μι­κή λο­γο­τε­χνία, πά­ντα!

Ζορ­ζ Σι­με­νόν «Ο Μαι­γκρέ και ο νε­κρός του»
(μτφ. Αργυ­ρώ Μα­κά­ρω­φ, εκδ. Άγρα, 2018)

Στο νέο μυ­θι­στό­ρη­μα του Ζορζ Σι­με­νόν, που μας προ­σφέ­ρει με­τα­φρα­σμέ­νο η Άγρα, ο Μαι­γκρέ μπλέ­κε­ται σε μια πα­ρά­ξε­νη, σκλη­ρή ι­στο­ρία, κα­θώς κά­ποια στιγ­μή αρ­χί­ζει να δέ­χε­ται ξαφ­νι­κά στο γρα­φείο του συ­νε­χείς α­γω­νιώ­δεις τη­λε­φω­νι­κές κλή­σεις α­πό κά­ποιον ά­γνω­στο άν­δρα («με πα­ρα­κο­λου­θούν α­πό χθες το βρά­δυ… προ­σπα­θούν να βρουν την κα­τάλ­λη­λη ευ­και­ρία να με σκο­τώ­σουν»). Οι προ­σπά­θειες να ε­ντο­πί­σουν τον ά­γνω­στο άν­δρα α­πο­δει­κνύο­νται ά­καρ­πες, ό­ταν ό­μως θα α­να­κα­λυ­φθεί έ­να πτώ­μα (που φαί­νε­ται πως εί­ναι το πτώ­μα του άν­δρα που τη­λε­φω­νού­σε), ο Μαι­γκρέ αρ­χί­ζει μια δύ­σκο­λη έ­ρευ­να, κι­νού­με­νος σχε­δόν στο σκο­τά­δι, η ο­ποία θα τον φέ­ρει σε ε­πα­φή με τον κό­σμο των (Τσέ­χων, εν προ­κει­μέ­νω) με­τα­να­στών στο Πα­ρί­σι της δε­κα­ε­τίας του 1940.
Με τη συ­νή­θη μα­τιά του, που πα­ρα­τη­ρεί διαρ­κώς κρι­τι­κά τον πε­ρί­γυ­ρο και την κοι­νω­νία («οι Πα­ρι­ζιά­νοι εί­ναι αυ­στη­ρά προ­σκολ­λη­μέ­νοι στη γει­το­νιά τους, θα έ­λε­γε κα­νείς ό­τι μό­νο ε­κεί νιώ­θουν α­σφά­λεια»), αλ­λά και με κο­φτε­ρά σχό­λια για τους κρα­τι­κούς θε­σμούς («Πό­σο ελ­λι­πή αί­σθη­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας μπο­ρεί να έ­χει έ­νας α­να­κρι­τής; Πώς άν­θρω­ποι που δεν έ­χουν πα­τή­σει πο­τέ το πό­δι τους σ’ έ­να μπι­στρό, ού­τε σ’ έ­να γρα­φείο στοι­χη­μά­των, μπο­ρούν να δια­τεί­νο­νται ό­τι εί­ναι ι­κα­νοί να ε­ξι­χνιά­σουν την ψυ­χή των ε­γκλη­μα­τιών;»), ο πά­ντα σπου­δαίος Ζορζ Σι­με­νόν α­φη­γεί­ται μια α­στυ­νο­μι­κή ι­στο­ρία που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται σε μια άλ­λη ε­πο­χή («θα χρεια­ζό­ταν να περ­πα­τή­σει δύο χι­λιό­με­τρα για να βρει τη­λέ­φω­νο»), σε έ­ναν άλ­λο κό­σμο, τό­σο δια­φο­ρε­τι­κό αλ­λά και τό­σο έ­νο­χο, ό­πως πά­ντα.
Το βι­βλίο έ­χει γί­νει και τη­λε­ται­νία με πρω­τα­γω­νι­στή, στον ρό­λο του Μαι­γκρέ, τον Ρόουαν Άτκιν­σον.

 

Τζον λε Κα­ρέ «Η κλη­ρο­νο­μιά των κα­τα­σκό­πων»
(μτφ. Βε­α­τρί­κη Κα­ντζό­λα Σα­μπα­τά­κου, εκδ. Bell, 2018)

Με­τά τον Σι­με­νόν, άλ­λος έ­νας κο­ρυ­φαίος. Το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα του Τζον λε Κα­ρέ πιά­νει το νή­μα α­πό το πα­λιό του βι­βλίο Ο κα­τά­σκο­πος που γύ­ρι­σε α­πό το κρύο, κα­θώς οι μυ­στι­κές υ­πη­ρε­σίες α­να­γκά­ζο­νται να αρ­χί­σουν να σκα­λί­ζουν πα­λιές ι­στο­ρίες που ό­λοι πί­στευαν πως εί­ναι θαμ­μέ­νες πια και ξε­χα­σμέ­νες. Όμως ζού­με πλέ­ον σε μια άλ­λη ε­πο­χή, ο Ψυ­χρός Πό­λε­μος εί­ναι σχε­δόν προϊστο­ρία, και ό­λα τα σκο­τει­νά παι­χνί­δια και τα θο­λά πρό­σω­πα που ση­μά­δευαν ε­κεί­να τα χρό­νια τώ­ρα πια α­ντι­με­τω­πί­ζο­νται κά­τω α­πό νέο πρί­σμα, κα­θώς έ­χουν αλ­λά­ξει τα πά­ντα, α­κό­μα και οι κα­νό­νες για το τι εί­ναι νό­μι­μο και τι πα­ρά­νο­μο, τι εί­ναι α­πο­δε­κτό και υ­πε­ρα­σπί­σι­μο και τι ό­χι.
Όταν λοι­πόν ο α­πο­συρ­μέ­νος πρά­κτο­ρας Πί­τε­ρ Γκουί­λαμ παίρ­νει μια σχε­δόν α­πει­λη­τι­κή α­πο­στο­λή α­πό την πρώην υ­πη­ρε­σία του που τον κα­λεί να ε­πι­στρέ­ψει στο Λον­δί­νο για να «συν­δρά­μει στην ε­πί­λυ­ση» ε­νός «προ­βλή­μα­τος» που έρ­χε­ται α­πό το βα­θύ πα­ρελ­θόν του, αρ­χί­ζει μια α­να­σκό­πη­ση που δεν μπο­ρεί πα­ρά να τον ο­δη­γή­σει σε δρό­μους ο­λι­σθη­ρούς: «Μο­νά­χα τώ­ρα, που μου ζη­τά­ει να λο­γο­δο­τή­σω η Υπη­ρε­σία στην ο­ποία α­φιέ­ρω­σα τα κα­λύ­τε­ρα χρό­νια της ζωής μου, α­να­γκά­ζο­μαι, γέ­ρος πια και μπερ­δε­μέ­νος, να κα­τα­θέ­σω, με ο­ποιο­δή­πο­τε κό­στος, τις φω­τει­νές και σκο­τει­νές πλευ­ρές της α­νά­μει­ξής μου στην υ­πό­θε­ση αυ­τή». Όμως, η συ­νά­ντη­ση με τον δι­κη­γό­ρο της υ­πη­ρε­σίας βά­ζει α­πό την πρώ­τη στιγ­μή τα πράγ­μα­τα στη θέ­ση τους, κα­θώς ο δι­κη­γό­ρος ξε­κα­θα­ρί­ζει α­μέ­σως: «Βρί­σκο­μαι ε­δώ για να προ­στα­τεύ­σω την Υπη­ρε­σία. Κι ε­σύ βρί­σκε­σαι ε­δώ ως ι­διώ­της, πρώην μέ­λος, ναι, που έ­χει βγει α­πό και­ρό στη σύ­ντα­ξη και εί­ναι ευ­τυ­χής γι’ αυ­τό, εί­μαι βέ­βαιος, αλ­λά δε­ν μπο­ρώ να εγ­γυη­θώ ό­τι τα συμ­φέ­ρο­ντά σου και τα δι­κά μας θα συ­μπί­πτουν πά­ντα».
Από ε­κεί και ύ­στε­ρα, ο Λε Κα­ρέ αρ­χί­ζει να α­φη­γεί­ται μια ι­στο­ρία α­πο­λαυ­στι­κή στην α­νά­γνω­ση, που ε­πι­στρέ­φει σε καί­ριες στιγ­μές της πο­λι­τι­κής ι­στο­ρίας της Ευ­ρώ­πης και ι­διαί­τε­ρα στον κό­σμο του Ψυ­χρού Πο­λέ­μου, α­πο­μυ­θο­ποιώ­ντας α­νε­λέ­η­τα πο­λι­τι­κές, πρό­σω­πα, πρα­κτι­κές.

 

Γιου Νέ­σμπο «Μάκ­βεθ»
(μτφ. Γω­γώ Αρβα­νί­τη, εκδ. Με­ταίχ­μιο, 2018)

Σε μια ζο­φε­ρή, ά­γρια πό­λη, βου­τηγ­μέ­νη στη βία, τη δια­φθο­ρά, το έ­γκλη­μα και τα ναρ­κω­τι­κά, ο κο­ρυ­φαίος α­στυ­νο­μι­κός Μάκ­βεθ –πά­ντα με τη σκο­τει­νή κα­θο­δή­γη­ση της α­γα­πη­μέ­νης του Λαί­δης– ε­μπλέ­κε­ται σε έ­ναν α­γώ­να ε­ξου­σίας και κυ­ριαρ­χίας, ε­ξί­σου βίαιο και αι­μα­τη­ρό με τον κό­σμο γύ­ρω του, τον ο­ποίο υ­πο­τί­θε­ται πως κα­λεί­ται να κα­θα­ρί­σει.
Ο Μάκ­βε­θ του Νέ­σμπο άλ­λο­τε πλη­σιά­ζει και τέ­μνε­ται με τον Μάκ­βε­θ του Σαίξ­πη­ρ, α­κό­μα και με συ­γκε­κρι­μέ­νες πα­ρα­πο­μπές στην πρω­τό­τυ­πη τρα­γω­δία («κα­νέ­νας ά­ντρας που τον γέν­νη­σε γυ­ναί­κα δεν μπο­ρεί να με βλά­ψει»), και άλ­λο­τε α­πο­μα­κρύ­νε­ται και α­πο­κλί­νει, θυ­σιά­ζο­ντας ί­σως κά­ποιες α­πό τις λο­ξές μα­τιές της τρα­γω­δίας για να πλά­σει τον ξε­κά­θα­ρο ά­γριο κό­σμο με το σπι­ράλ των αλ­λε­πάλ­λη­λων κύ­κλων αί­μα­τος, προ­δο­σίας και θα­νά­του στους ο­ποίους πα­ρα­σύ­ρε­ται ο Μάκ­βεθ.
Το βι­βλίο του Νέ­σμπο εί­ναι ε­νταγ­μέ­νο στο σχέ­διο του εκ­δο­τι­κού οί­κου Hogarth Press (του ι­στο­ρι­κού εκ­δο­τι­κού οί­κου τον ο­ποίο ί­δρυ­σαν το 1917 η Βιρτ­ζί­νια και ο Λέ­ο­ναρ­ντ Γουλφ και τώ­ρα πια α­νή­κει στη με­γά­λη εκ­δο­τι­κή ε­ται­ρεία Penguin Random House) για τα 400 χρό­νια α­πό τον θά­να­το του Ουί­λιαμ Σαίξ­πηρ (συ­μπλη­ρώ­θη­καν το 2016), σύμ­φω­να με το ο­ποίο γνω­στοί συγ­γρα­φείς α­νέ­λα­βαν να «ξα­να­γρά­ψουν» ως μυ­θι­στό­ρη­μα ό­ποιο έρ­γο του Σαίξ­πηρ ε­πι­λέ­ξει ο κα­θέ­νας και η κα­θε­μία. Η υ­πεύ­θυ­νη της σει­ράς του Hogarth εί­χε δη­λώ­σει για το σχέ­διο πως «το α­φή­σα­με σε πο­λύ με­γά­λο βαθ­μό στη φα­ντα­σία των συγ­γρα­φέων. Έχου­με πει ό­τι πρέ­πει να α­κο­λου­θή­σουν το πνεύ­μα των έρ­γων, αλ­λά θέ­λου­με α­πό αυ­τούς να ει­σφέ­ρουν ό­λη τη φα­ντα­σία τους και δια­φο­ρε­τι­κές ο­πτι­κές γω­νίες, ό­πως ο Σαίξ­πηρ πα­ρα­μόρ­φω­σε ε­ντε­λώς κά­ποιες α­πό τις ι­στο­ρίες α­πό τις ο­ποίες πή­ρε τα έρ­γα του». Από αυ­τή τη σει­ρά έ­χουν κυ­κλο­φο­ρή­σει ή­δη στα ελ­λη­νι­κά (α­πό τις εκ­δό­σεις Με­ταίχ­μιο) τέσ­σε­ρα βι­βλία, που έ­χουν α­να­φερ­θεί σε πα­λιό­τε­ρο ση­μείω­μα της στή­λης.

 

Μο­ρίς Ατιά
«Η λευ­κή Κα­ραϊβι­κή»
(μτφ. Χα­ρά Σκια­δέλ­λη, εκδ. Πό­λις, 2018)

Ο Πά­κο Μαρ­τί­νε­θ, ο γνω­στός πρω­τα­γω­νι­στής της προ­η­γού­με­νης τρι­λο­γίας του Μο­ρίς Ατιά (Μαύ­ρο Αλγέ­ρι, Κόκ­κι­νη Μασ­σα­λία, Πα­ρί­σι Μπλου­ζ), κα­λεί­ται αιφ­νι­δια­στι­κά –πα­ρό­λο που έ­χει ε­γκα­τα­λεί­ψει πλέ­ον την α­στυ­νο­μία και δου­λεύει ως δη­μο­σιο­γρά­φος– α­πό τον πα­λιό του φί­λο και συ­νερ­γά­τη, τον Κου­πί, ο ο­ποίος ζει πια στη Γουα­δε­λού­πη και τώ­ρα χρειά­ζε­ται ε­πει­γό­ντως τη βοή­θεια του πα­λιού του συ­νερ­γά­τη. Εκεί, στις Αντίλ­λες, ο Πά­κο θα συ­να­ντή­σει έ­να α­γνώ­ρι­στο α­πο­μει­νά­ρι του πα­λιού του φί­λου («εί­χε ό­ψη ά­στε­γου με­θύ­στα­κα… ή­ταν α­ξιο­λύ­πη­τος… βρω­μού­σε ο­λό­κλη­ρος»), ο ο­ποίος θα τον ο­δη­γή­σει στο σπί­τι του («έ­να α­πε­ρί­γρα­πτο μπουρ­δέ­λο, λι­γό­τε­ρο βρώ­μι­κο α­πό το α­μά­ξι του, μα κα­τ’ ει­κό­να της εμ­φά­νι­σής του») και θα τον πα­ρα­σύ­ρει σι­γά σι­γά σε μια πε­ρι­πέ­τεια σκλη­ρή, νο­ση­ρή με­ρι­κές στιγ­μές, στην ο­ποία μπλέ­κο­νται το ε­μπό­ριο ναρ­κω­τι­κών με τις πο­λι­τι­κές φι­λο­δο­ξίες, οι προ­σω­πι­κές μα­ταιο­δο­ξίες με τις συλ­λο­γι­κές τρα­γω­δίες, η δη­μό­σια δια­φθο­ρά με τις κρυ­φές α­πο­λαύ­σεις που κι­νούν ο­λό­κλη­ρες ι­στο­ρίες.
Σε έ­ναν τό­πο ό­που τα ση­μά­δια της α­ποι­κιο­κρα­τίας εί­ναι α­κό­μα ο­λο­ζώ­ντα­να («έ­χο­ντας ζή­σει στη γαλ­λι­κή Αλγε­ρία, ή­ξε­ρα πό­σο το μί­σος για τους άλ­λους ε­ξα­πλω­νό­ταν στα­δια­κά στους πά­ντες… πώς συ­νυ­πήρ­χαν α­πό­γο­νοι δου­λέ­μπο­ρων και α­πό­γο­νοι σκλά­βων;»), ο κα­ρα­βο­τσα­κι­σμέ­νος Πά­κο συμ­βάλ­λει με το δι­κό του μερ­τι­κό στη βία που σα­ρώ­νει τα πά­ντα, ε­νώ στο φό­ντο το η­φαί­στειο του νη­σιού προ­ει­δο­ποιεί για την ε­πι­κεί­με­νη έ­κρη­ξή του και για την κα­τα­στρο­φή που ε­πι­κρέ­μα­ται πά­νω α­πό τους κα­τοί­κους του νη­σιού και τη ζο­φε­ρή κοι­νω­νία του, που δεν πα­ρου­σιά­ζε­ται α­κρι­βώς με τον συ­νή­θη ε­ξω­τι­κό και φολ­κλο­ρι­κό τρό­πο («ποια σχέ­ση θα κα­τά­φερ­νε να α­ντι­στα­θεί στην α­τμό­σφαι­ρα φυ­λα­κής ε­νός τρο­πι­κού νη­σιού; Η στε­νή ε­πα­φή με­γέ­θυ­νε το αί­σθη­μα α­σφυ­ξίας, η α­γά­πη κα­τέ­λη­γε πά­ντα σε βα­σα­νι­στή­ριο για τον άλ­λο»).
Με μια πο­λυ­φω­νι­κή α­φή­γη­ση, ο γεν­νη­μέ­νος στο Αλγέ­ρι Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας στή­νει μια ι­στο­ρία γε­μά­τη α­να­τρο­πές, ε­γκαι­νιά­ζο­ντας με το μυ­θι­στό­ρη­μα αυ­τό μια νέα τρι­λο­γία, η ο­ποία θα κι­νη­θεί στο χρο­νι­κό διά­στη­μα α­πό το 1976 έως το 1981.

 

Γκ.Κ. Τσέ­στερ­τον
«Ο άν­θρω­πος που ή­ξε­ρε πολ­λά»
(μτφ. Αντώ­νης Κα­λο­κύ­ρης, εκδ. Αλε­ξάν­δρεια, 2018)

Σε αυ­τή τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του, ο Γκίλ­μπερτ Κιθ Τσέ­στερ­τον, ο «βα­σι­λιάς του πα­ρά­δο­ξου», πλά­θει έ­ναν ι­διαί­τε­ρο, ξε­χω­ρι­στό χα­ρα­κτή­ρα, ψυ­χρό και κυ­νι­κό πολ­λές φο­ρές, που πα­ρα­δέ­χε­ται «γνω­ρί­ζω πολ­λά, αυ­τό εί­ναι και το πρό­βλη­μά μου», ο ο­ποίος μά­λι­στα «εί­χε το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό να λέει πως οι πά­ντες ή­ξε­ραν πράγ­μα­τα που συ­νή­θως δεν τα γνώ­ρι­ζαν πα­ρα­πά­νω α­πό έ­νας στα δύο ε­κα­τομ­μύ­ρια», προ­σθέ­το­ντας βέ­βαια πως «γνω­ρί­ζω πά­ρα πολ­λά και μά­λι­στα ό­λα τα λά­θος πράγ­μα­τα». Αυ­τός ο «άν­θρω­πος που ή­ξε­ρε πολ­λά», ο Χορν Φί­σε­ρ, α­σχο­λεί­ται σχε­δόν με το ζό­ρι με την ε­ξι­χνία­ση δια­φό­ρων ε­γκλη­μα­τι­κών υ­πο­θέ­σεων, στις ο­ποίες ό­μως ε­μπλέ­κο­νται συ­νή­θως μέ­λη της υ­ψη­λής κοι­νω­νίας ή κο­ρυ­φαίοι πο­λι­τι­κοί, α­κό­μα και ο πρω­θυ­πουρ­γός. Η βε­βαιό­τη­τα πως γι’ αυ­τά τα ε­γκλή­μα­τα δεν πρό­κει­ται (δεν «μπο­ρεί») πο­τέ να βγει στο φως ό­λη η α­λή­θεια (συ­νή­θως για λό­γους «προ­στα­σίας του ε­θνι­κού συμ­φέ­ρο­ντος» –π.χ. «αν εί­χε μα­θευ­τεί η α­λή­θεια μπο­ρεί να σή­μαι­νε το τέ­λος της πα­ρου­σίας μας στην Ιρλαν­δία»– ή λό­γω της ι­σχύος των προ­σώ­πων που ε­μπλέ­κο­νται) δί­νει στον Φί­σε­ρ, αυ­τόν τον ι­διαί­τε­ρο πρω­τα­γω­νι­στή που «εί­χε στον χα­ρα­κτή­ρα του κά­τι το α­ρι­στο­κρα­τι­κό, που ή­ταν πο­λύ κο­ντά σε κά­τι το α­ναρ­χι­κό», τον ψυ­χρό κυ­νι­σμό με τον ο­ποίο α­ντι­με­τω­πί­ζει τον κό­σμο των πο­λι­τι­κών και του πλού­του, τη δια­φθο­ρά και την α­δι­κία που κυ­ριαρ­χεί σε αυ­τόν, φω­τί­ζο­ντας με τρό­πο α­πρό­σμε­νο και α­να­τρε­πτι­κό πολ­λές φο­ρές ό­λες τις κρυ­φές και σκο­τει­νές γω­νιές αυ­τών των ε­γκλη­μά­των.
Με μια δια­κρι­τι­κή, υ­πό­γεια ει­ρω­νεία και με κο­φτε­ρά κοι­νω­νι­κά σχό­λια, ο Τσέ­στερ­τον δη­μιουρ­γεί κι ε­δώ έ­ναν πα­ρά­δο­ξο πρω­τα­γω­νι­στή που με την ι­διό­μορ­φη μα­τιά του α­ντι­με­τω­πί­ζει μεν τις α­δι­κίες κα­τε­δα­φί­ζο­ντας ό­μως συ­νά­μα κά­θε έν­νοια δι­καιο­σύ­νης.
Το βι­βλίο πε­ριέ­χει ο­κτώ ι­στο­ρίες και κυ­κλο­φό­ρη­σε για πρώ­τη φο­ρά το 1922.

 

Φά­μπιο Στά­σι «Η χα­μέ­νη α­να­γνώ­στρια»
(μτφ. Δή­μη­τρα Δό­τση, εκδ. Ίκα­ρος, 2018)

Σε αυ­τό το μυ­θι­στό­ρη­μα –το πρώ­το του Ιτα­λού συγ­γρα­φέα Φά­μπιο Στά­σι που με­τα­φρά­ζε­ται στα ελ­λη­νι­κά– πα­ρα­κο­λου­θού­με την α­πελ­πι­σμέ­νη, σχε­δόν, προ­σπά­θεια του ά­νερ­γου κα­θη­γη­τή Βί­ντσε Κόρ­σο να βγά­λει τα προς το ζην ξε­κι­νώ­ντας έ­να και­νούρ­γιο ε­παγ­γελ­μα­τι­κό εγ­χεί­ρη­μα, ως βι­βλιο­θε­ρα­πευ­τής: α­φού α­κού­σει τα σω­μα­τι­κά ή ψυ­χο­λο­γι­κά προ­βλή­μα­τα των «α­σθε­νών» του, τους προ­τεί­νει τα κα­τάλ­λη­λα βι­βλία που πρέ­πει να δια­βά­σουν για να «θε­ρα­πευ­τούν» α­πό αυ­τά. Όταν ό­μως κά­ποια στιγ­μή ε­ξα­φα­νί­ζε­ται η γει­τό­νισ­σά του, η κυ­ρία Πα­ρό­ντι (για να θυ­μη­θού­με τον Μπόρ­χες και τον Μπιόι Κα­σά­ρες…), μια μα­νιώ­δης α­να­γνώ­στρια που α­φή­νει πί­σω της βι­βλία αλ­λά και έ­να ση­μείω­μα, έ­να η­με­ρο­λό­γιο και μια α­νώ­νυ­μη ε­πι­στο­λή, ο Βί­ντσε ε­μπλέ­κε­ται στην προ­σπά­θεια να ε­πι­λυ­θεί ο γρί­φος της ε­ξα­φά­νι­σής της με ό­πλο του τη λο­γο­τε­χνία, μια προ­σπά­θεια και μια έ­ρευ­να που θα τον ο­δη­γή­σουν σε έ­να νο­ση­ρό πα­ρελ­θόν που κά­ποιοι νό­μι­ζαν πως εί­χε θα­φτεί για πά­ντα.
Βι­βλίο γραμ­μέ­νο με χιού­μο­ρ, που ο­ρια­κά ί­σως το­πο­θε­τεί­ται στον χώ­ρο της α­στυ­νο­μι­κής λο­γο­τε­χνίας, διε­ρευ­νά και α­πο­τυ­πώ­νει τα ό­ρια, τα σύ­νο­ρα α­νά­με­σα στη λο­γο­τε­χνία και την (υ­πό­λοι­πη) πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Με τον τρό­πο αυ­τό, βέ­βαια, διε­ρευ­νά και την έν­νοια της α­λή­θειας στη λο­γο­τε­χνία: «έ­ναν συγ­γρα­φέα που σου α­φη­γεί­ται τη ζωή του δεν πρέ­πει πο­τέ να τον παίρ­νεις τοις με­τρη­τοίς για­τί αν εί­ναι πραγ­μα­τι­κός συγ­γρα­φέ­ας θα α­να­νεώ­νει σε κά­θε του α­ρά­δα, μέ­χρι το τέ­λος της ζωής του, το σύμ­φω­νο α­πι­στίας με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα το ο­ποίο σύ­να­ψε στην αρ­χή της κα­ριέ­ρας του». Ή, ό­πως έ­λε­γε ο Γκο­μπρό­βι­τς, στη λο­γο­τε­χνία η ει­λι­κρί­νεια δεν ο­δη­γεί πο­τέ σε τί­πο­τα.