ΓΕΡΜΑΝΙΑ: Η κρίση ταυτότητας, τα όρια του συναινετικού νεοφιλελευθερισμού και η άνοδος της ακροδεξιάς

Το άρθρο βασίζεται στην ομιλία του Νίκου Φίλη στην παρουσίαση του βιβλίου του Χρήστου Χατζηϊωσήφ “Η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η Γερμανία και η επιστροφή των εθνικισμών”, που έγινε στη Στοά του Βιβλίου τη Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017, με ομιλητές τους Νίκο Αλιβιζάτο, Κωστή Καρπόζηλο, Γιώργο Παγουλάτο και Απόστολο Φωτιάδη.

fylis-2

Του Νίκου Φίλη

Τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών δίνουν, με αρνητικό βέβαια τρόπο, τέλος στη «γερμανική εξαίρεση» και εντάσσουν την πολιτική ζωή και αυτής της χώρας σε ένα πλαίσιο εξελίξεων που είχαν προηγηθεί σε όλη σχεδόν την Ευρώπη. Ένας ιστορικός κύκλος ανακατασκευής των ευρωπαϊκών κοινωνιών, που προσδιορίστηκε από την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, την κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους, δείχνει να βρίσκεται σε ένα όριο, με ανοιχτές όλες τις δυνατότητες, αλλά με την ενίσχυση, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, των συντηρητικών, ακόμη και των ακροδεξιών δυνάμεων. Είναι γεγονός ότι η κυρία Μέρκελ στη μακρά πορεία της μπόρεσε, σε συνεργασία με το SPD, να αντλήσει μέσω της λιτότητας και της υποτίμησης της εργασίας, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, εκείνα τα πλεονάσματα οικονομικής ισχύος και πολιτικής δύναμης, που της επέτρεψαν να διαμορφώσει το μοντέλο του ήπιου, συναινετικού νεοφιλελευθερισμού, χωρίς μείζονες κοινωνικές αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας της. Αυτή η πορεία δείχνει να έχει εξαντλήσει τη δυναμική της. Όλο και περισσότεροι γερμανοί πολίτες δεν «ζουν καλά και ευχαρίστως», όπως αυτάρεσκα, και με κάποια δόση μακαριότητας, ισχυρίζονταν στα προεκλογικά της συνθήματα η καγκελάριος.
Η προς τα δεξιά μετατόπιση του πολιτικού συσχετισμού στη Γερμανία αντανακλά, επίσης, το γενικότερο κλίμα κατά το οποίο επιστρέφουν οι εθνικισμοί στην Ευρώπη. Πρόκειται για το ευρωπαϊκό παράδοξο, όπως γράφει ο Χ. Χατζηϊωσήφ, σύμφωνα με το οποίο η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης έχει οξύνει τις αντιθέσεις ανάμεσα στα κράτη μέλη της ΕΕ και έχει αναζωογονήσει τον εθνικισμό στο εσωτερικό τους. Το νέο στοιχείο είναι ότι ο γερμανικός εθνικισμός που αναπτύχθηκε, σχεδόν με εθνική συνεννόηση, και αφορούσε την οικονομική διείσδυση και την επικράτηση στον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας -δηλαδή είχε έναν επιθετικό οικονομικό χαρακτήρα προς τα έξω- τώρα ενσωματώνεται στο εσωτερικό της χώρας ως αντίδραση στις μεταναστευτικές ροές. Θα ήταν περίεργο η Γερμανία να διεκδικούσε επιστροφή στην κυριαρχία υπό το καθεστώς των εθνικών κρατών προ παγκοσμιοποίησης. Το «πρώτα η Γερμανία» εκφράζεται όλο και πιο έντονα προς τα μέσα και υπονοείται «πρώτα οι Γερμανοί». Και καρπίζει σε ένα έδαφος που έχει καλλιεργηθεί από το ρεύμα του ιστορικού αναθεωρητισμού (Ερνστ Νόλτε κλπ), που στόχευσε εξαρχής στη σχετικοποίηση των ναζιστικών εγκλημάτων και στην εκρίζωση του ναζισμού ως απόλυτου κακού από τη συλλογική εθνική μνήμη. Βλέπουμε τώρα, με την άνοδο της Εναλλακτικής για τη Γερμανία, τι ακριβώς εννοούσε ο Νόλτε ήδη από τη δεκαετία του 1980 για «το παρελθόν που δεν θέλει να παρέλθει», και που εύστοχα μας θυμίζει ο Χατζηϊωσήφ.
Όπως επισημαίνουν γερμανοί αναλυτές, όπως ο γνωστός κοινωνιολόγος Κλάους Όφε, που πρόσφατα τον ακούσαμε στην Αθήνα, ο διάλογος για την Ευρώπη απουσίαζε από τις γερμανικές εκλογές, όπου τα πολιτικά κόμματα εγκλωβίστηκαν στην ατζέντα του ακροδεξιού κόμματος ΑfD, απέφυγαν να μιλήσουν για τα κοινωνικά προβλήματα, για τα μεγάλα θέματα Ευρώπη, παιδεία, υποδομές, καθώς και την ψαλίδα που ανοίγει όλο και περισσότερο μεταξύ μεγαλουπόλεων και υπαίθρου και, όπως υποστηρίζει ο Όφε, ήταν αυτή η ψαλίδα που έβγαλε στη Βρετανία το Brexit. Η εκλογική γεωγραφία καταγράφει τη μεγάλη επιρροή της ακροδεξιάς στην ενδοχώρα και ιδιαίτερα στην Ανατολική Γερμανία.

Από την αποπολιτικοποίηση στην επιστροφή του πολιτικού ανταγωνισμού;

Το προεκλογικό κλίμα σφραγίστηκε από την αποπολιτικοποίηση ως αποτέλεσμα μιας πεποίθησης που έχει διαχυθεί παντού, ότι η πολιτική είναι πλέον υπόθεση των τεχνοκρατών – ειδικών. Σε αυτό είχε συντελέσει και το καθεστώς του Μεγάλου Συνασπισμού, ο οποίος υποβάθμισε το διακύβευμα του πολιτικού ανταγωνισμού, και στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο παρείχε εθνική νομιμοποίηση στο σχέδιο της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, το πρόγραμμα Industrie 4.0, που έχει στόχο την περαιτέρω ενίσχυση της Γερμανίας στη διεθνή αγορά, με άξονα τις μηχανοκατασκευές, τη χημική βιομηχανία, την αυτοκινητοβιομηχανία και τη ρομποτική, καθώς, επίσης, και την κοινωνική ατζέντα με την ευλυγισία και τη λιτότητα. Η κατάρρευση του Μεγάλου Συνασπισμού θέτει σε νέες βάσεις την αναζήτηση συναινέσεων στο εσωτερικό και ανοίγει μια περίοδο επώδυνων επανατοποθετήσεων, ιδιαίτερα του SPD, που καλείται μεσοπρόθεσμα να ισορροπήσει σε αριστερές προτάσεις και αξίες, αν θέλει (τηρουμένων των αναλογιών) να αποφύγει την ολοσχερή κατάρρευση τύπου ΠΑΣΟΚ και γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Τέλος, το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών αφήνει μετέωρη, προς το παρόν, την προσπάθεια ανασυγκρότησης του γαλλογερμανικού άξονα που επιχειρεί ο Μακρόν, στη βάση ορισμένων ιδεών για την ΕΕ.
Πριν από μερικές μέρες, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Γιούνκερ στην ετήσια ομιλία του για την κατάσταση της Ένωσης, με ανακούφιση είχε διακηρύξει ότι «ούριος άνεμος πνέει στα πανιά της Ευρώπης». Αυτή η αισιοδοξία του στηριζόταν αφενός στην αποτυχία της Λεπέν και της ολλανδικής ακροδεξιάς, και, αφετέρου όπως είπε, στη «θετική μεταστροφή των προβλέψεων για την οικονομία». Για το μεν κύμα της ακροδεξιάς, τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών δεν επιβεβαιώνουν την αισιοδοξία. Ως προς τις θετικές προβλέψεις για την οικονομία, παραμένει το πρόβλημα, καθώς οι αριθμοί ευημερούν, αλλά οι άνθρωποι πάσχουν. Άλλωστε, αυτή η βιωμένη σκληρή πραγματικότητα της λιτότητας και της υποβαθμισμένης – επισφαλούς εργασίας ή και της ανεργίας, συγκροτεί το καυτό κοινωνικό υπέδαφος, από το οποίο εκτινάσσονται οι πιο ανέλπιστες και παράδοξες πολιτικές συμπεριφορές, όπως η «μεταμοντέρνα ακροδεξιά» στη Γερμανία.
Περίπου 30 χρόνια μετά το Μάαστριχτ, που σηματοδότησε το τέλος του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου, οι ευρωπαϊκοί λαοί, αν και στερούνται δυνατοτήτων οριζόντιας ευρωπαϊκής πολιτικής έκφρασης με αποτελεσματικότητα, βυθισμένοι ολοένα και περισσότερο στο «προστατευτικό» κουκούλι του εθνικισμού τους, συνειδητοποιούν ότι μια τελωνειακή ένωση ευνοεί πάντοτε την ισχυρότερη οικονομία. Μοιάζει σαν ένα κεκλιμένο επίπεδο, όπου οι νικητές επελαύνουν στην κατηφόρα και οι χαμένοι αγκομαχούν στον ανήφορο. Τι άλλο σημαίνει το γεγονός, ότι οι εξαγωγές της Γερμανίας διπλασιάστηκαν από το 1991 έως το 2013 και η χώρα αυτή είναι η μοναδική περίπτωση μεγάλου κράτους που εξάγει σχεδόν το μισό της εγχώριας παραγωγής του, όπως αναφέρει ο συγγραφέας;

Επαναθεμελίωση και νέα ευρωπαϊκή ταυτότητα

Είναι προφανές ότι είναι αναγκαία η επαναθεμελίωση της Ευρώπης, ώστε η ανεξέλεγκτη κυκλοφορία του κεφαλαίου να ελέγχεται από δημοκρατικά νομιμοποιημένους θεσμούς. Κι όχι μόνο. Χρειαζόμαστε μια ριζικά νέα οικονομική πολιτική στον αντίποδα των νεοφιλελεύθερων δογμάτων, ώστε να αποκτήσουν κοινωνική αποδοχή οι όποιοι νέοι ευρωπαϊκοί θεσμοί και να εγγυηθούν νέα κοινωνικά δικαιώματα και πολιτικές ελευθερίες στους ευρωπαίους πολίτες, με την απόδοση του κυριαρχικού δικαιώματος να αποφασίζουν για την πολιτική στη χώρα τους, χωρίς την επικυριαρχία των μεγάλων εθνικισμών, υποτάσσοντας τους εθνικισμούς και δημιουργώντας δυνατότητες ενός νέου ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου. Θεμελιωμένου στην ισοτιμία και έξω από τα δόγματα της γερμανικής Ευρώπης, προκειμένου να γίνουν βήματα στην ανάδυση μιας ισχυρής ευρωπαϊκής συνείδησης και ταυτότητας, με σεβασμό των εθνικών και τοπικών ιδιομορφιών. Η ανάγκη αυτή αναδεικνύεται στις μέρες μας και με την ανάδυση ισχυρών αυτονομιστικών κινημάτων, τελευταία στην Καταλονία.

Ο εθνικισμός ως εργαλείο τιθάσευσης κοινωνικών ανταγωνισμών

Η χώρα μας βρίσκεται σε ένα οριακό σημείο. Προσπαθεί να βγει από τα μνημόνια και την κρίση, με ορίζοντα τον ερχόμενο Αύγουστο. Η μνημονιακή περίοδος επιβεβαίωσε ότι και εμείς ζούμε με προκαταλήψεις και στερεότυπα απέναντι στους άλλους. Όπως επισημαίνει ο Χατζηϊωσήφ, δεν έχουμε καταλάβει τις διαχρονικά στενές σχέσεις ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και την οικονομία στη Γερμανία, και μάταια αναζητούμε εξηγήσεις στο ναζιστικό παρελθόν ή σε υποτιθέμενα χαρακτηριστικά των σύγχρονων Γερμανών. Ο συγγραφέας συσχετίζει την ανισότητα με τον εθνικισμό, όχι όμως με τον παραδοσιακό τρόπο που συγχέει τη φτώχεια με την ακροδεξιά. Αντίθετα, αναλύει τον εθνικισμό ως εργαλείο τιθάσευσης των εσωτερικών κοινωνικών ανταγωνισμών. Βγαίνοντας από την κοινωνική ερημία που έχουν επιβάλλει τα μνημόνια, αυτή η επισήμανση έχει μεγάλη σημασία, γιατί προειδοποιεί για την κοινωνική κατεύθυνση της εξόδου από την κρίση.
Το βιβλίο αποτελεί παράδειγμα για τον τρόπο που πρέπει να συζητάμε στην κοινωνία και ειδικότερα στην Αριστερά, με ψυχραιμία, αναλύοντας ιστορικά, πολιτικά, οικονομικά, δημογραφικά και τεχνολογικά δεδομένα, μακριά από αναχρονισμούς, επιπόλαιους αναγωγισμούς και άγονους συναισθηματισμούς.
Σε μια εποχή ρευστοποίησης και ταυτόχρονα κεφαλαιοποίησης ιδεών και πολιτικών, είναι ανάγκη να ανασυγκροτήσουμε χώρους σκέψης που θα τροφοδοτούν την πολιτική πράξη, θα ανανεώνουν τις ταυτότητες και τις αξίες και θα δημιουργούν ωσμώσεις και συνεργασίες ανάμεσα σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις, που συνειδητοποιούν, η καθεμία στο χρόνο της, ότι η Ευρώπη είναι παγιδευμένη σε μια μοιραία συνθήκη, από την οποία ούτε να προχωρήσει, ούτε να δραπετεύσει, μπορεί. Το μέλλον της είναι στην υπέρβαση αυτής της καθηλωτικής και αναιρετικής συνθήκης. Στο δημοκρατικό, κοινωνικό και οικολογικό μετασχηματισμό της. Η εκρηκτική δημογραφική αύξηση στην ευρύτερη περιοχή, ιδιαίτερα στην Αφρική, και το μεταναστευτικό είναι εξελίξεις που δεν επιδέχονται «διαχείριση», επισημαίνει ο Χατζηϊωσήφ. Αντιμετωπίζονται μόνο με ριζικές αλλαγές πολιτικών στην Ευρώπη, για την ίδια την Ευρώπη και όλο τον κόσμο.