ΓΕΡΜΑΝΙΑ: Η κυβέρνηση της Πρωταπριλιάς

smyrnaios

Στις αρχές του 2018 θα ξεκινήσουν οι διερευνητικές επαφές μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών για το σχηματισμό μιας νέας κυβέρνησης «μεγάλου συνασπισμού». Αν αυτές στεφθούν με επιτυχία κι εγκριθούν από τις κομματικές βάσεις, θα ξεκινήσουν οι «κανονικές» διαπραγματεύσεις γύρω στα τέλη Ιανουαρίου. Στόχος είναι να υπάρξει συμφωνία και ορκωμοσία του νέου σχήματος πριν την… Πρωταπριλιά.

Του Δημήτρη Σμυρναίου, Βερολίνο

Το πρώτο βήμα για να ξεκινήσουν διεργασίες για την επανάληψη του κατ’ όνομα «μεγάλου συνασπισμού» έγινε την Τετάρτη στη διάρκεια των επτάωρων συνομιλιών, σε στενό κύκλο των αντιπροσωπειών των Χριστιανοδημοκρατών, Χριστιανοκοινωνιστών και Σοσιαλδημοκρατών. Αφού ευχήθηκαν καλές γιορτές ο ένας στον άλλο, οι έξι συνολικά μετέχοντες, ανάμεσά τους η Ανγκέλα Μέρκελ και ο Μάρτιν Σουλτς, ανανέωσαν το ραντεβού τους για την εβδομάδα, που αρχίζει στις 8 Ιανουαρίου. Εκείνη την ημέρα θα ξεκινήσουν οι διερευνητικές συζητήσεις των 12μελών πλέον αντιπροσωπειών των τριών κομμάτων και θα καθοριστεί αν τελικά υπάρχει έδαφος για να ξεκινήσουν οι ουσιαστικές συνομιλίες επί ενός συγκεκριμένου κυβερνητικού προγράμματος.
Αν το αποτέλεσμα είναι θετικό, θα πρέπει να εγκριθεί από την ηγεσία των τριών, ενώ για τους Σοσιαλδημοκράτες θα υπάρξει και ένα έκτακτο συνέδριο στις 21 Ιανουαρίου, εκεί όπου, όπως όλα δείχνουν, ο Μάρτιν Σουλτς θα χρειαστεί να βάλει τα δυνατά του για να πείσει μια κομματική βάση εξαιρετικά απρόθυμη να συναινέσει σε μια τέτοια εξέλιξη. Το έργο του δεν δείχνουν καμιά διάθεση να διευκολύνουν ηγετικά στελέχη της συντηρητικής παράταξης, που καλούν σε κάθε ευκαιρία το SPD να πετάξει το «σοσιαλιστικό περιττό φορτίο» από τις αποσκευές του.

Φρένο στον Σουλτς

Οι Χριστιανοδημοκράτες ήδη απέρριψαν δημόσια κάποιες ιδέες του Μάρτιν Σουλτς, όπως η μεγαλύτερη φορολόγηση των «σούπερ-πλουσίων», ιδέες που προφανώς έχουν και σαν στόχο να χρυσώσουν για τους «συντρόφους» του πρώην προέδρου του Ευρωκοινοβουλίου το ιδιαίτερα κακόγευστο χάπι μιας νέα συνεργασίας με την κεντροδεξιά. Οι δηλώσεις αυτές ανήκουν προφανώς στο παραδοσιακό μενού των ημερών, αφού και οι τρεις πλευρές προσπαθούν να μεταδώσουν προς τα έξω την εικόνα ότι προσέρχονται σε αυτές τις διαπραγματεύσεις χωρίς τη διάθεση να εγκαταλείψουν βασικές αρχές τους. Άλλωστε, η Χριστιανοδημοκρατία ήταν πραγματικά συνεπής και επιτυχημένη τα τελευταία χρόνια στον… αγώνα της να κάνει τους πλούσιους ακόμα πλουσιότερους.
Αρκετοί σχολιαστές πάντως επισημαίνουν ότι οι «τρεις» γνωρίζονται καλά μεταξύ τους από τις προηγούμενες συγκυβερνήσεις και ως εκ τούτου πολλές από τις φραστικές αντιπαραθέσεις είναι μάλλον για το θεαθήναι. «Από τη στιγμή, που θα ξεκινήσουν να συζητούν προγραμματικά είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα τα βρουν», λένε έμπειροι πολιτκοί συντάκτες. Αφού μετά και το φιάσκο των συνομιλιών για την «κυβέρνηση Τζαμάικα», που ξεκίνησαν με τους καλύτερους οιωνούς, χαμόγελα και κοινές φωτογραφήσεις στα μπαλκόνια και κατέληξαν σε αλληλοκατηγορίες για το ποιος τελικά αποδείχτηκε «ανίκανος συμμαχιών», κανείς δεν θέλει να επαναληφθεί ξανά το ίδιο έργο. Ειδικά η κυρία Μέρκελ, που τονίζει την ανάγκη να προκύψει μια «σταθερή κυβέρνηση» με ενιαίο πρόγραμμα για όλα τα σημαντικά θέματα και όχι εναλλασσόμενες πλειοψηφίες, ανάλογα με την περίσταση. Κάποιοι ονειροπόλοι στις τάξεις της σοσιαλδημοκρατίας ελπίζουν πάντως ακόμα σε μια «διαπραγμάτευση χωρίς προκαθορισμένο αποτέλεσμα».
Οι διαπραγματεύσεις επί της ουσίας του κυβερνητικού προγράμματος μπορεί να κρατήσουν για ένα δίμηνο περίπου. Έτσι το ψυχολογικό χρονικό όριο, για το οποίο διάφορα δημοσιεύματα και διαρροές προετοιμάζουν τους ψηφοφόρους, έχει μπει την περίοδο του καθολικού Πάσχα, το οποίο κατά σύμπτωση φέτος πέφτει… Πρωταπριλιά. Ίσως αυτό να είναι συμβολικό και για το χαρακτήρα και την αξιοπιστία της κυβέρνησης που θα προκύψει.

Περίεργες δημοσκοπήσεις

Αυτό που προκαλεί πάντως ιδιαίτερη εντύπωση σε σχέση με άλλες εποχές, είναι πόσο πιο καλά ενορχηστρωμένη είναι πλέον η συστηματική χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Εδώ και εβδομάδες πλέον, ο μέσος Γερμανός ακούει σε καθημερινή βάση από τα μεγαλύτερα συστημικά μέσα πόσο απαραίτητη για τη χώρα είναι η συνέχιση του μεγάλου συνασπισμού και πόσο αναγκασμένα είναι τα κόμματα να επιδείξουν «ευθύνη και ρεαλισμό». Ίσως σε αυτό το πλαίσιο να εντάσσονται και κάποιες δημοσκοπήσεις, σαν και αυτή, που με κάποιους αμφισβητούμενους ως προς την αξιοποιστία τους «δείκτες», έδειξε ότι οι ψηφοφόροι της Χριστιανοδημοκρατίας τοποθετούν τον εαυτό τους «δεξιότερα» από το κόμμα τους. Πρόκειται αν μη τι άλλο για μια σαφή υπόδειξη προς την Ανγκέλα Μέρκελ να εγκαταλείψει τα όποια ψήγματα φιλελευθερισμού υπάρχουν στην πολιτική της και να στραφεί αποκλειστικά προς το εθνικοσυντηρητικό στρατόπεδο. Την ίδια στιγμή νέοι και παλιοί δικτατορίσκοι από την Ανατολική Ευρώπη, την κατηγορούν ως τη βασική υπεύθυνη για τα δεινά της Ευρώπης, εξαιτίας της «χαλαρής προσέγγισης», που έδειξε στο προσφυγικό. Είναι κι αυτά δείγματα μιας εποχής, που κάνει τις όποιες προσδοκίες για το 2018 να περιορίζονται απλά στο «μη χειρότερα» και όχι σε κάποια σημαντική στροφή της επικρατούσας πολιτικής προς κοινωνικότερες κατευθύνσεις.