ΓΕΡΜΑΝΙΑ: Το ανθεκτικό νεοσυντηρητικό ζιζάνιο

smyrnaios

Ένας κλασσικός Χριστιανοκοινωνιστής από τη Βαυαρία, ο υπουργός Γεωργίας Κρίστιαν Σμιντ έβαλε τη χώρα στον αστερισμό της «γλυφοσάτης», του ζιζανιοκτόνου της εταιρίας Monsanto. Απέδειξε ότι η διαχειρίστρια της δεξιάς πολυκατοικίας Ανγκέλα Μέρκελ δεν τα έχει πλέον όλα υπό έλεγχο. Tην επιβεβαίωση έδωσαν στη συνέχεια οι χριστιανοδημοκράτες επιχειρηματίες, που εξέφρασαν την προτίμησή τους σε μια κυβέρνηση μειοψηφίας υπό την Μέρκελ, την ημέρα που ο πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε καλέσει σε δείπνο συμφιλίωσης τους ηγέτες του εκλογικά ηττημένου «μεγάλου συνασπισμού» με στόχο να τους προξενέψει και πάλι.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Είναι μάλλον δύσκολο να δεχτεί κανείς το σενάριο ότι σε μια τόσο ευαίσθητη πολιτικά περίοδο για τη χώρα του ένας «υπηρεσιακός» υπουργός στη Γερμανία παίρνει πίσω από την πλάτη της Ανγκέλα Μέρκελ μια απόφαση, που συνεπάγεται τζίρους δισεκατομμυρίων. Αυτή είναι ωστόσο η επίσημη εκδοχή για την συναίνεση του υπουργού Γεωργίας Κρίστιαν Σμιντ στην συνέχιση της χρήσης της γλυφοσάτης ως ζιζανιοκτόνου για μια ακόμα πενταετία. Υποτίθεται ότι η κυρία Μέρκελ δεν γνώριζε για αυτή την πρωτοβουλία που συνεπάγεται πολλά δισεκατομμύρια τζίρο και πολύ λιγότερους μπελάδες για την γνωστή εταιρία Monsanto, που παράγει το συγκεκριμένο προϊόν, το οποίο ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θεωρεί τουλάχιστον ύποπτο, αν όχι επικίνδυνο.
Αν η Μέρκελ δεν ήξερε όπως ισχυρίζεται τότε έχει σοβαρό πρόβλημα. Οι σκληροπυρηνικοί Χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας αμφισβήτησαν με αυτό το βήμα την ίδια την εξουσία και το κύρος της. Αν πάλι ήξερε και για αυτό το λόγο δεν απέπεμψε τον υπουργό της, τότε η βάση διαλόγου, που υποτίθεται ότι θέλει να στήσει με τους σοσιαλδημοκράτες για την επανάληψη ενός μεγάλου συνασπισμού είναι ήδη επικίνδυνα ραγισμένη. Ακριβώς έτσι το είδαν και στο στρατηγείο του Μάρτιν Σουλτς, χωρίς να ζητήσουν ωστόσο την παραίτηση του υπουργού, κάτι που απαίτησαν οι Πράσινοι, οι οποίοι θεωρητικά είχαν έρθει πολύ κοντά με την κυρία Μέρκελ, κατά τη διάρκεια των συνομιλιών για μια κυβέρνηση «Τζαμάικα».

Mέτρα αποδόμησης εμπιστοσύνης

Αντί, λοιπόν, για τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης για τα οποία έκαναν λόγο ορισμένοι σοσιαλδημοκράτες τις περασμένες ημέρες εδώ η καγκελάριος πρόσφερε έργα αποδόμησης εμπιστοσύνης. Ο ενθουσιασμός και στο δικό της κόμμα για το ενδεχόμενο ενός νέου μεγάλου συνασπισμού κάθε άλλο παρά ξεχειλίζει. Μάλιστα η Ένωση Επιχειρηματιών της Χριστιανοδημοκρατίας με μια σαφέστατη παρέμβασή τους εξέφρασαν την προτίμησή τους σε μια κυβέρνηση μειοψηφίας υπό την Μέρκελ, την οποία προειδοποίησαν να μην υποχωρήσει σε τυχόν παράλογα αιτήματα των σοσιαλδημοκρατών για πλούσιες κοινωνικές παροχές, που θα κλονίσουν το ισοζύγιο του προϋπολογισμού.
Προφανώς το ζιζάνιο του νεοσυντηρητισμού είναι πολύ ανθεκτικό και τα φάρμακα δεν το πιάνουν. Έτσι, σε μια κοινωνία που οι ανισότητες μεγαλώνουν οι σκληροί νεοφιλελεύθεροι ζητούν και άλλη λιτότητα, αντιστεκόμενοι στις εκκλήσεις κορυφαίων οικονομολόγων και την αγωνία μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων για μια αλλαγή πλεύσης.
Οι εκατέρωθεν «μαχαιριές» στα λόγια εντάσσονται στο πλαίσιο της προετοιμασίας για συνομιλίες δύο κομμάτων, που μετά τις 24 Σεπτεμβρίου είχαν αποφασίσει να χωρίσουν κοινή συναινέσει και ξαφνικά βλέπουν ένα σωρό προξενητές να ξεπροβάλλουν από παντού για να τους θυμίσουν τι γλυκιά και αποτελεσματική ήταν αυτή η συμβίωση. Και κυρίως πόσο χρήσιμη για το μέλλον της οικονομίας της χώρας.

Σε …μυστικό δείπνο

Στο ρόλο του αρχιπροξενητή ο Πρώτος Πολίτης της χώρας Φρανκ Βάλτερ Στάινμάιερ, που κάλεσε σε ιδιωτικό (μυστικό) δείπνο συμφιλίωσης Μέρκελ-Σουλτς αλλά και τον Βαυαρό Χριστιανοκοινωνιστή Χορστ Ζέεχοφερ την περασμένη Πέμπτη. Το πολιτικό μενού αυτής της συζήτησης προβλεπόταν δύσπεπτο και για τους τρεις, οι οποίοι -οφείλει να θυμάται κανείς- ήταν οι τρεις βασικοί χαμένοι των εκλογών του Σεπτεμβρίου.
Ακόμα πιο δυσκολοχώνευτο μοιάζει το μενού της συνεργασίας τους μπροστά στις αντιδράσεις, που υπάρχουν όχι μόνο στη Χριστιανοδημοκρατία, αλλά και στη Σοσιαλδημοκρατία. Η κομματική βάση όπου πετύχει τον Μάρτιν Σουλτς, τον βομβαρδίζει με το αίτημα να μην υποκύψει στις πιέσεις και να κρατήσει το λόγο του για μετάβαση στην αντιπολίτευση, που το βράδυ της 24ης Σεπτεμβρίου είχε παρουσιαστεί σαν ένα σανατόριο, στο οποίο το πληγωμένο SPD όφειλε να αποσυρθεί για να επουλώσει τα βαθιά τραύματά του. Ο επικεφαλής της σοσιαλδημοκρατίας έκανε κάποια βήματα οπισθοχώρησης από αυτή την «απόλυτη» θέση, αλλά όσοι τον γνωρίζουν επιμένουν ότι κάθε άλλο παρά ενθουσιασμένος είναι από το ενδεχόμενο να βρεθεί στο ίδιο κυβερνητικό τραπέζι με την Ανγκέλα Μέρκελ. Υπάρχει πάντα και το ενδεχόμενο η κομματική βάση του SPD να απορρίψει μια πιθανή συμφωνία στο εσωτερικό δημοψήφισμα, που έχει υποσχεθεί ο κύριος Σούλτς στους «συντρόφους» του. Αυτό θα ήταν το τελειωτικό χτύπημα για έναν ηγέτη που κάθε άλλο παρά αδιαφιλονίκητος είναι στο κόμμα του.
Χωρίς αμφιβολία μετά την παρωδία των προκαταρκτικών διαβουλεύσεων για την «Τζαμάικα», την οποία δεν ήθελαν όπως φάνηκε από την πρώτη στιγμή οι (νεο)φιλελεύθεροι του Κρίστιαν Λίντνερ, τα δύο παραδοσιακά συστημικά κόμματα δεν έχουν την πολυτέλεια να εισέλθουν σε διαδικασία διαπραγματεύσεων που δεν θα ευδοκιμήσουν. «Από τη στιγμή που θα συμφωνήσουν ότι πρέπει να συμφωνήσουν, τότε κάποια στιγμή θα …συμφωνήσουν» έλεγε χαρακτηριστικά ένας γερμανός δημοσιογράφος, εξηγώντας ότι θα ήταν καταστροφικό για το πολιτικό σύστημα συνολικά να ξεκινούσε ένα νέο σίριαλ συναντήσεων που θα κατέληγε σε ναυάγιο. Αυτό είναι κάτι που και οι δύο πλευρές γνωρίζουν και για αυτό το λόγο επιμένουν ότι δεν επιδιώκουν συνεργασία «με κάθε τίμημα».
Το σίγουρο είναι πάντως ότι την ώρα που η σοσιαλδημοκρατία θυμάται την κοινωνική πολιτική που έδειχνε να είχε βάλει στο συρτάρι τα περασμένα χρόνια, η χριστιανοδημοκρατία προσανατολίζεται σε ακόμα πιο σκληρές θέσεις ως αντίδοτο στην άνοδο δύο κομμάτων στο δεξί της πλευρό. Αυτό προϊδεάζει για το πόσο κοντόφθαλμη και πιθανώς βραχύβια θα είναι -αν τελικά προκύψει- μια κυβέρνηση Μέρκελ-Σουλτς.