Για ένα όνομα, μιαν υπόληψη…

georgoulas

Σε διάστημα ωρών, κυριολεκτικά, η διαδικασία μετάβασης από το ΠΑΣΟΚ και τη Δημοκρατική Συμπαράταξη στο νέο φορέα «ανέβασε ταχύτητα», σημειώνοντας μια νέα τροπή, που ήλθε να προσθέσει καινούρια ερωτήματα και πολλές αμφιβολίες για την ευόδωση του εγχειρήματος.
Το πρωί της Δευτέρας, το πρόγραμμα της κ. Γεννηματά προέβλεπε κατ’ ιδίαν συναντήσεις της, διαδοχικά, με τον κ. Θεοδωράκη το μεσημέρι της Τρίτης, τον κ. Καμίνη την Τετάρτη και τον κ. Ανδρουλάκη την Πέμπτη, προκειμένου να συζητηθούν τα όργανα που θα συγκροτηθούν εν όψει το ιδρυτικού συνεδρίου και ο τρόπος συμμετοχής των κομμάτων και κινήσεων σε αυτά. Το απόγευμα της ίδια μέρας, οι συναντήσεις αναβλήθηκαν για την Παρασκευή.
Τη χαλαρή επανάπαυση της αναμονής έφερε τα πάνω κάτω, μεσημέρι της Τρίτης, η είδηση της απροειδοποίητης συνάντησης της κ. Γεννηματά με τον κ. Θεοδωράκη λίγο νωρίτερα στη Βουλή και της απόφασή τους ο νέος φορέας να ονομάζεται «Κίνημα Αλλαγής» και με αυτό το όνομα οι συνεργαζόμενες δυνάμεις να πορευτούν στο συνέδριο, όπου και θα επικυρωθεί.
Ότι θα υπάρξει επικύρωση δεν χωρεί αμφιβολία, κρίνοντας από τη χαλαρή αντίδραση που έχει υπάρξει μέχρι στιγμής. Με μόνη σαφή διαφοροποίηση εκείνη του προέδρου της ΔΗΜΑΡ, κ. Θεοχαρόπουλου, ο οποίος, μιλώντας στον ραδιοσταθμό «Θέμα fm», δεσμεύτηκε ότι το κόμμα του «θα καταθέσει τη δική του πρόταση για το όνομα του νέου φορέα, την οποία δεν θα γνωστοποιήσει μέσω των ΜΜΕ, αλλά μέσα από τα κομματικά όργανα, με δημοκρατικές διαδικασίες» —με ισχνές πιθανότητες επιτυχίας, θα προσθέταμε εμείς, δεδομένης της αφομοίωσης που έχει υποστεί η Δημοκρατική Αριστερά από την παραμονή της εντός της Δημοκρατικής Συμπαράταξης και την πρόσδεσή της στην πολεμική της κατά της κυβέρνησης.
Χρειάζεται, άλλωστε, μεγάλη πολιτική αφέλεια —κάτι που δεν χαρακτηρίζει τον κ. Θεοχαρόπουλο— για να μην διακρίνει κάποιος αυτό που πραγματικά υποκρύπτεται στην ανακοίνωση του ονόματος. Και ερχόμενος, ενδεχομένως, στη δύσκολη θέση του, να την αποδεχτεί κακήν κακώς. Ότι, δηλαδή, το πραγματικό ζητούμενο είναι ο ενιαίος φορέας να αποκτήσει και ενιαίο αποτύπωμα στις δημοσκοπήσεις, που είναι βέβαιο ότι θα αρχίσουν να βλέπουν το φως αύριο κιόλας. Επ’ αυτού δεν επιτρέπει την παραμικρή αμφιβολία μια «λεπτομέρεια» που απέφυγαν να αναδείξουν οι περισσότεροι ειδησεογράφοι και σχολιογράφοι, αλλά και να «δουν» οι κ.κ. Καμίνης, Ανδρουλάκης και Θεοχαρόπουλος. Ο λόγος για την κοινή επιστολή που έστειλαν την ίδια μέρα στις εταιρίες δημοσκοπήσεων η κ. Γεννηματά και ο κ. Θεοδωράκης, με την υπόμνηση ότι στο εξής ο ενιαίος φορέας θα μετριέται κατά κυριολεξία ως ενιαίος, δηλαδή ως «Κίνημα Αλλαγής». Ούτε ΠΑΣΟΚ, ούτε Ποτάμι.

Στο όνομα της ανάγκης…

Η πολιτική «απρέπεια» που διέπραξαν με τη μονομερή πρωτοβουλία τους η κ. Γεννηματά και ο κ. Θεοδωράκης έναντι των υπολοίπων, αλλά και σε βάρος της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ισοτιμίας «μεταξύ κομμάτων, κινήσεων και υποψηφίων που συμμετέχουν στο εγχείρημα», υπαγορεύτηκε από την ανάγκη τα καχεκτικά μονοψήφια δημοσκοπικά ποσοστά της ΔΗΣΥ και του Ποταμιού στο εξής να συμποσούνται, επιτυγχάνοντας, όπως ελπίζεται, διψήφιες επιδόσεις. Μέχρι το ιδρυτικό συνέδριο την άνοιξη του 2018, το «Κίνημα Αλλαγής» έχει ανάγκη από γενναίες δόσεις ισχυρής εκλογικής προοπτικής. Χρειάζεται να προβληθεί επικοινωνιακά ως η τρίτη δύναμη στην επόμενη Βουλή και δη με ποσοστά ικανά να διεγείρουν αντανακλαστικά επαναπατρισμού σε παλαιούς ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ. Από την άποψη αυτή, η κ. Γεννηματά είναι, θα έλεγε κανείς, «καταδικασμένη» να αντιμάχεται την κυβέρνηση της Αριστεράς με τον τρόπο που το κάνει, διεκδικώντας αυτό που νομίζει ότι της έχει υφαρπάξει. Η δημοσκοπική συγκομιδή της έχει αποδειχθεί πενιχρή. Θα είχε καλύτερες επιδόσεις αν επέλεγε να επιστρατεύσει ξεκάθαρο πολιτικό πρόγραμμα και σαφή κοινωνική πολιτική. Ίσως αυτό να ξεπερνά τις δυνατότητές της, ίσως, το πιθανότερο, η επικεφαλής της «Κίνησης Αλλαγής» δυσκολεύεται να διακρίνει πιο πέρα από το στενό ορίζοντα των άμεσων προτεραιοτήτων της.
Αν, στη δεδομένη συγκυρία, για τον κ. Θεοδωράκη το στοίχημα είναι να αποφύγει, συμπλέοντας με την κ. Γεννηματά, τον εκλογικό καταποντισμό που προεξοφλούν ως βέβαιο τα συνεχώς μειούμενα δημοσκοπικά ποσοστά του κόμματός του, για την κ. Γεννηματά το στοίχημα είναι να επιτύχει ώστε τα ποσοστά του Ποταμιού να προσμετρούνται στα ποσοστά τού εναπομείναντος ΠΑΣΟΚ, του οποίου, μην το ξεχνάμε, η ίδια παραμένει αρχηγός. Αν επιβεβαιωθεί, όπως φαίνεται να πιστεύει, θα έχει επιτύχει σημαντικό προβάδισμα εντός του κόμματός της, έχοντας, ταυτόχρονα, αναβαθμίσει το κύρος της ως αρχηγός του νέου φορέα.
Η κ. Γεννηματά δεν είχε λόγους να μην ενημερώσει κανέναν άλλον —πέραν του κ. Γ. Παπανδρέου, που ήταν ο μόνος με τον οποίον συζήτησε το όνομα πριν το ανακοινώσει— εκτός από έναν: την απόφασή της να δώσει ένα ευκρινές δείγμα του πώς προτίθεται να ασκήσει τον αρχηγικό της ρόλο. Θα συνεχίσει έτσι μέχρι το συνέδριο. Κανείς, συμπεριλαμβανομένων των κ.κ. Καμίνη, Ανδρουλάκη και Θεοχαρόπουλο, τους οποίους προσέβαλε προσωπικά και πολιτικά με τον πρόσφατο χειρισμό της, δεν θα βάλει αξεπέραστα προσκόμματα στην πορεία προς το συνέδριο, ρισκάροντας να χρεωθεί ο ίδιος ένα ενδεχόμενο ναυάγιο.
Μετά την άνοιξη, την οποία φαίνεται να επιφυλάσσει στο πολιτικό της μέλλον –πάντα αναφερόμενοι στο περιορισμένο πλαίσιο του ενιαίου φορέα– η πραγματοποίηση του συνεδρίου, η κ. Γεννηματά θα βρεθεί μπροστά στο καλοκαίρι της επιτυχημένης εξόδου της χώρας από την επιτροπεία των δανειστών. Και το φθινόπωρο, τη φορά αυτή στο ανοιχτό πεδίο της αναμέτρησης κομμάτων με διακριτή πολιτική και ιδεολογική ταυτότητα, θα κληθεί να επανεξετάσει το είδος της αντιπολίτευσης που, με γνώμονα την επικράτησή της ενδοπαραταξιακά, ασκεί σήμερα στην κυβέρνηση. Το πολιτικό της μέλλον από αυτό θα κριθεί.

Κωστής Γιούργος