Για την Ελλάδα ήταν γεγονός, για τους Έλληνες όχι

Οι προσεγγίσεις για την Documenta ήρθαν από πολλές κατευθύνσεις, μία όμως, αυτών που εργάστηκαν για την Documenta 14 στην Αθήνα, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού εκτός από την εγγύτητα και την ιδιαίτερη οπτική γωνία, οι περίπου 600 εργαζόμενοι διέθεταν ένα ακόμα χαρακτηριστικό στην πλειοψηφία τους, έναν κοινό τόπο γνωστικών αντικειμένων και προέρχονταν κυρίως από μια κοινή ηλικιακή ομάδα. Όπως λέει στην «Εποχή» ο Γιάννης, «οι άνθρωποι που δούλεψαν στην Documenta 14 στην Αθήνα ήταν σε μεγάλο βαθμό νέοι, 25 με 35 χρόνων, από αρχιτέκτονες και αρχαιολόγους ως απόφοιτους σχολών καλών τεχνών και ιστορικούς τέχνης αλλά και μουσικούς.»
«Κατά μία έννοια ήταν ένα κοινωνικό πείραμα», επισημαίνει ο Γιάννης, «το πώς τόσο πολλοί και διαφορετικοί άνθρωποι, συνεργαστήκαμε όλοι μαζί, σε καθημερινή βάση. Το πεδίο δηλαδή που εν τέλει επηρέασε η Documenta 14 ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον.» Αυτό το πεδίο επιχειρούμε να ανιχνεύσουμε, μέσα από την κουβέντα μας με τον Γιάννη Δ.

 

«Ούτε κι εμείς που ζήσαμε την έκθεση από μέσα δεν έχουμε σαφή εικόνα, γιατί ήταν τόσο τεράστια που σχεδόν γινόταν χαώδης. Όσο κι αν στο Κάσελ η έκθεση είναι στημένη με δομή πολύ αυστηρή, ερχόμενη στην Ελλάδα και απασχολώντας κόσμο ντόπιο, έγινε κάτι που ίσως και οι ίδιοι οι διοργανωτές δεν είχαν τον έλεγχό του. Δεν υπήρχε γραμμή ή κατεύθυνση που να επιβλήθηκε σε άλλες. Είτε αφορούσε την καλλιτεχνική πλευρά είτε το κοινό στο οποίο θα απευθυνόμαστε είτε τον τρόπο με τον οποίο θα συμπεριφερόμαστε σε αυτό. Έτσι κατέληξε να επηρεάζεται σαφώς από τα άτομα που συναποτελούσαν τις ομάδες εργαζομένων. Θεωρω ότι ήταν αρκετά πράγματα στημένα στο μυαλό τους -λιγότερα από όσα κάποιοι που εστιάζουν μόνο εκεί, θα νόμιζαν- αλλά ακόμα και από αυτά λιγότερα παρέμειναν στην αρχική γραμμή. Άπαξ και ξεκίνησε όλο το παιχνίδι, η κίνηση ανάμεσα σε όλα αυτά τα άτομα που απάρτιζαν τις ομάδες, το αποτέλεσμα επηρεαζόταν πολύ.»

Εργασιακά δικαιώματα και σύγχρονη τέχνη

Κάποια στιγμή η Documenta 14 απασχόλησε και με τις κατηγορίες που δέχθηκε ως προς το σεβασμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε αυτή. «Δεν ξέρω αν υπήρχαν άλλες σκέψεις από πίσω», επισημαίνει ο Γιάννης, «αλλά στην πράξη αυτό που συνέβη είναι ότι η Documenta 14 στην Αθήνα προσέλαβε αρχικά έναν αριθμό εργαζομένων με άμεση σύμβαση και στη συνέχεια, μια επόμενη ομάδα εργαζομένων προσελήφθησαν μέσω μιας εταιρείας διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού. Κάποιοι, λίγοι, που είχαν τη διάθεση και το χρόνο να ασχοληθούν, δημιούργησαν ΚΟΙΝΣΕΠ και μέσω αυτού έκαναν σύμβαση με τη διοργάνωση. Υπήρχαν κυρίως δύο ομάδες εργαζομένων, οι επιτηρητές, οι οποίοι είχαν την επαφή με τον κόσμο, τους επισκέπτες και που έκαναν σύμβαση με την εταιρεία, και αυτοί που έστησαν και ξέστησαν την έκθεση και είχαν την ευθύνη για τα εκθέματα, που έκαναν σύμβαση απευθείας με τη διοργάνωση. Η διαφορά και στη διαχείριση και στην ποιότητα της επικοινωνίας και της λειτουργίας μεταξύ της διοργάνωσης και της εταιρείας ήταν χαώδης. Η εταιρεία (δυσ)λειτουργούσε σαν… ελληνικό δημόσιο. Εν τέλει πάντως οι μόνοι Γερμανοί με τους οποίους συνεργαστήκαμε ήταν μια ομάδα που ήρθε κάποια στιγμή να στήσει κάποιους προτζέκτορες.»
»Ως προς τα εργασιακά, δεν αμφιβάλλω ότι έγιναν λάθη, αλλά η γνώμη μου είναι ότι όλος ο ντόρος που δημιουργήθηκε ήταν προσπάθεια να βγει από τη μύγα ξύγκι. Νομίζω ήταν μια υπερβολική αντίδραση.»

Η πραγματικότητα, στη μέση

Ως προς την καλλιτεχνική στόχευση, ήταν τελικά κάτι τόσο θεωρητικό που είτε δεν υπηρετήθηκε στην πράξη είτε δεν άγγιξε κανέναν ή αυτό αποτελεί πολύ αυστηρή και προκατειλημμένη κριτική; «Η πραγματικότητα ήταν μάλλον κάπου στη μέση. Υπήρχε ένα θεωρητικό κομμάτι στο μυαλό κάποιων, που όμως ήταν δύσκολο να μεταφερθεί, να διδαχθεί και να παραχθεί την ίδια στιγμή απο τους ανθρώπους που εργάστηκαν για την Documenta 14 στην Αθήνα. Από καλλιτεχνικής πλευράς ούτε όλοι οι καλλιτέχνες και τα έργα είχαν ασπαστεί το θέμα και τη στόχευση της έκθεσης. Αλλά δεν νομίζω ότι αυτό ήταν έξω από τις προθέσεις των διοργανωτών.»
»Όμως εγώ αυτό που ένιωσα ως Documenta ήταν οι άνθρωποι που γνωριστήκαμε και δεθήκαμε, που ήμασταν τόσες μέρες και τόσες ώρες μαζί. Συμπεριλαμβανόμενων και επισκεπτών. Ήταν έντονη εμπειρία όλος ο κόσμος που μίλησα, γνώρισα, διαχειρίστηκα. Το κοινό δεν ήταν ενιαίο, ήταν κυρίως ξένοι είτε που είχαν έρθει ειδικά για την έκθεση είτε τουρίστες. Οι Έλληνες που συνάντησα ως επισκέπτες ήταν κυρίως είτε λίγο μπουρζουαζία είτε αυτοί που ήρθαν προκατειλημμένοι αρνητικά για να επιβεβαιώσουν αυτό που ήδη πίστευαν για την έκθεση.»

Η τέχνη είναι εδώ

Τελικά ήταν ένα μεγάλο καλλιτεχνικό γεγονός για την Ελλάδα; «Για την Ελλάδα θα μπορούσε, για τους Έλληνες, όχι. Όταν δεν έχεις δουλειά, δεν έχεις να φας, πώς να σε νοιάζει η conceptual τέχνη; Νομίζω η έκθεση άγγιξε τους Έλληνες του καλλιτεχνικού χώρου και έπειτα αυτούς που για πολιτικούς λόγους ήταν πολέμιοί της. Ορισμένοι γκρινιάζουν ότι δεν συμμετείχαν αρκετοί έλληνες καλλιτέχνες, ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία, αντί να αδράξουν την ευκαιρία της παρουσίας της έκθεσης. Γιατί τέχνη μπορείς να κάνεις με πολλά λεφτά, αλλά μπορείς να κάνεις και τέχνη χωρίς λεφτά.»

Ζωή Γεωργούλα