Γιορ­τή με ποι­νι­κές διώ­ξεις

Του Στρά­του Κερ­σα­νί­δη

Ενώ η γιορ­τή του 19ου Φε­στι­βάλ Ντο­κι­μα­ντέρ Θεσ­σα­λο­νί­κης βρί­σκε­ται ή­δη στην τρί­τη της μέ­ρα, βα­ριά πέ­φτει η σκιά της ποι­νι­κής δίω­ξης, η ο­ποία α­σκή­θη­κε την πε­ρα­σμέ­νη ε­βδο­μά­δα, κα­τά του πρώην διευ­θυ­ντή του Φε­στι­βά­λ, κ. Δη­μή­τρη Εϊπί­δη.
Ο κ. Εϊπί­δης αλ­λά και τα μέ­λη του διοι­κη­τι­κού συμ­βου­λίου στην πε­ρίο­δο 2010-2014, α­νά­με­σά στους ο­ποίους εί­ναι και ο δή­μαρ­χος Θεσ­σα­λο­νί­κης, κ. Γιάν­νης Μπου­τά­ρης, κα­τη­γο­ρού­νται για α­πι­στία σε βά­ρος του δη­μο­σίου. Η δίω­ξη στη­ρί­χτη­κε σε πό­ρι­σμα οι­κο­νο­μι­κών ε­πι­θεω­ρη­τών που διε­νήρ­γη­σαν ε­κτε­τα­μέ­νο έ­λεγ­χο, ε­νώ η ζη­μιά για το δη­μό­σιο υ­περ­βαί­νει τις 300.000 ευ­ρώ. Όλα ξε­κί­νη­σαν α­πό μια κα­ταγ­γε­λία η ο­ποία έ­φτα­σε στις ει­σαγ­γε­λι­κές αρ­χές.
Τα ση­μεία στα ο­ποία βα­σί­στη­κε το ει­σαγ­γε­λι­κό πό­ρι­σμα και με βά­ση τα ο­ποία στοι­χειο­θε­τεί­ται η δίω­ξη εί­ναι:
– Δύο διοι­κη­τι­κές υ­πάλ­λη­λοι, το­πο­θε­τή­θη­καν πα­ρά­νο­μα σε διευ­θυ­ντι­κές θέ­σεις (διευ­θύ­ντρια λο­γι­στη­ρίου και διευ­θύ­ντρια προ­σω­πι­κού) λαμ­βά­νο­ντας έ­τσι το ε­πί­δο­μα ευ­θύ­νης, με α­πο­τέ­λε­σμα η ζη­μία για το δη­μό­σιο να φτά­νει τις 60.000 ευ­ρώ.
– Ο κ. Εϊπί­δης, ο ο­ποίος κα­τεί­χε τό­τε τη θέ­ση του διευ­θυ­ντή στο Φε­στι­βάλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου Θεσ­σα­λο­νί­κης, α­νέ­λα­βε και τη θέ­ση του καλ­λι­τε­χνι­κού διευ­θυ­ντή στο Φε­στι­βάλ Ντο­κι­μα­ντέ­ρ, κά­τι που α­πα­γο­ρεύει ο νό­μος. Έτσι, για την πε­ρίο­δο 2010 – 2012, ει­σέ­πρα­ξε έξ­τρα μι­σθό 135.000 ευ­ρώ με μπλο­κά­κι.
1. Ενώ έ­λη­ξε η θη­τεία του, ο κ. Εϊπί­δης, με την α­νο­χή του δ.σ., δεν φρό­ντι­σε ώ­στε να προ­κη­ρυχ­θεί η θέ­ση του διευ­θυ­ντή κι έ­τσι πα­ρέ­μει­νε στη θέ­ση ο ί­διος για α­κό­μη δύο χρό­νια (2013 – 2014), εισ­πράτ­το­ντας σε αυ­τό το διά­στη­μα, 150.000 ευ­ρώ.
Τα μέ­λη του δ.σ. τα ο­ποία κα­λού­νται να λο­γο­δο­τή­σουν μα­ζί με τον πρώην διευ­θυ­ντή εί­ναι ο δή­μαρ­χος Θεσ­σα­λο­νί­κης, κ. Γιάν­νης Μπου­τά­ρης ως πρό­ε­δρος, ο σκη­νο­θέ­της κ. Γιάν­νης Σμα­ρα­γδής ως α­ντι­πρό­ε­δρος και ως μέ­λη η κα Βι­κτω­ρία Γεωρ­γου­βέ­λα, ο κ. Ζάν­νος Γιωρ­γαν­δρέ­ας, ο κ. Νί­κος Πα­να­γιω­τό­που­λος, ο κ. Σπύ­ρος Πέ­γκας και ο κ. Φί­λιος Στά­γκος.
Η υ­πό­θε­ση έ­χει πά­ρει πλέ­ον το δρό­μο της Δι­καιο­σύ­νης η ο­ποία και θα α­πο­φαν­θεί για το βά­σι­μο ή ό­χι των κα­ταγ­γε­λιών.

Ρόου­ντ μού­βι με τους Ρό­λιν­γκ Στόου­νς

Οι εκ­δη­λώ­σεις του Φε­στι­βάλ Ντο­κι­μα­ντέρ ξε­κί­νη­σαν την πε­ρα­σμέ­νη Πα­ρα­σκευή, 3 Μαρ­τίου, με το ντο­κι­μα­ντέρ «Ρό­λιν­γκ Στόου­νς ο­λέ ο­λέ ο­λέ!: Τα­ξι­δεύο­ντας στη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή» του Πολ Ντά­γκντεϊλ. Τρεις η­μέ­ρες με­τά την ι­στο­ρι­κή ε­πί­σκε­ψη του προέ­δρου των Η­ΠΑ, Μπα­ράκ Ομπά­μα στην Αβά­να, μια άλ­λη, ί­σως ε­ξί­σου ι­στο­ρι­κή ε­πί­σκε­ψη, πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε στην πρω­τεύου­σα της Κού­βας. Ήταν ο Μικ Τζά­γκε­ρ, ο Τσάρ­λι Γουό­τς, ο Ρό­νι Γου­ντς και ο Κιθ Ρί­τσαρ­ντς, οι τέσ­σε­ρις γε­ρό­λυ­κοι της ρο­κ, οι ο­ποίοι έ­δω­σαν μια με­γά­λη συ­ναυ­λία μπρο­στά σε έ­να εν­θου­σιώ­δες κοι­νό το ο­ποίο υ­πε­ρέ­βαι­νε το 1 ε­κα­το­μύ­ριο. «Γεια σου Αβά­να, α­πό­ψε θα εί­ναι μια α­ξέ­χα­στη νύ­χτα», α­να­φώ­νη­σε ο Τζά­γκερ και η συ­ναυ­λία άρ­χι­σε. Ήταν 25 Μαρ­τίου 2016.
Η συ­ναυ­λία στην Αβά­να δό­θη­κε στο πλαί­σιο της με­γά­λης πε­ριο­δείας των Ρό­λιν­γκ Στόου­νς σε πό­λεις της Λα­τι­νι­κής Αμε­ρι­κής. Το μου­σι­κό αυ­τό τα­ξί­δι του μα­κρο­βιό­τε­ρου συ­γκρο­τή­μα­τος ροκ μου­σι­κής στην ι­στο­ρία κα­τέ­γρα­ψε ο βρε­τα­νός σκη­νο­θέ­της, Πολ Ντά­γκντεϊλ σε αυ­τό το θαυ­μά­σιο μου­σι­κό ρόου­ντ μού­βι.
Βλέ­που­με τα μέ­λη του συ­γκρο­τή­μα­τος να ε­πι­σκέ­πτο­νται μια οι­κο­γέ­νεια ου­ρου­γουα­νών τυ­μπα­νι­στών και να τζα­μά­ρουν μα­ζί τους, την ε­πί­σκε­ψη που κά­νουν σε έ­να ρά­ντζο έ­ξω α­πό το Σάο Πά­ο­λο αλ­λά και τη συ­νά­ντη­ση με το βρα­ζι­λιά­νο ζω­γρά­φο Ιβάλ­ντ Γκρα­νά­το και τη συ­ζή­τη­ση για τη ση­μα­σία της τέ­χνης στη ζωή, τη συ­νά­ντη­ση με μια ο­μά­δα πε­ρου­βια­νών χο­ρευ­τών, τη συ­ζή­τη­ση με έ­ναν κου­βα­νό μη­χα­νι­κό και μια κου­βα­νή που ε­πι­σκευά­ζει όρ­γα­να, που τους λέ­νε για τις θε­τι­κές αλ­λα­γές που βλέ­πουν να έρ­χο­νται στη χώ­ρα τους.