«Δίκαιη ανάπτυξη»

Τι κρύβεται πίσω από ένα αντιφατικό και ανέφικτο σύνθημα

 

Μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης και την επαχθή συμφωνία, όλο το κυβερνητικό επιτελείο έχει ρίξει το βάρος του στην ανάπτυξη. Ενθαρρυμένοι από τη βελτίωση ορισμένων δεικτών της οικονομίας, όπως π.χ. η αύξηση των εξαγωγών και των εισαγωγών (φυσικά με αρνητικό ισοζύγιο), αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής (που βέβαια αρχίζει από πολύ χαμηλά), αύξηση της απασχόλησης (κυρίως μερικής και κακοπληρωμένης), τις προσδοκίες από τον τουρισμό και τις προβλέψεις για 1.5-1.7% αύξηση του ΑΕΠ, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι διαφημίζουν τη «δίκαιη ανάπτυξη» και την συμπληρώνουν με το φθαρμένο «βιώσιμη». Αφήνω εκτός συζήτησης τη βιώσιμη ανάπτυξη γιατί στο όνομα της, από την εποχή του εκσυγχρονισμού και της Ολυμπιάδας, έχουν πραγματοποιηθεί τα μεγαλύτερα εγκλήματα στη χώρα μας. Ακόμη τα πληρώνουμε. Προσπαθώ να καταλάβω γιατί βάπτισε μια κυβέρνηση, που θέλει να λέγεται αριστερή, την καπιταλιστική ανάπτυξη «δίκαιη», μάλιστα σε καθεστώς επιτροπείας και με απαγορευτικές μακρο-οικονομικές δεσμεύσεις (βλ. συνέντευξη Θεοχαράκη στην προηγούμενη «Εποχή»). Ποιος φωστήρας το σκέφτηκε μου είναι αδιάφορο, οι συνέπειες όμως είναι σοβαρές. Είναι μια βαριά δέσμευση για όσους θέλουν να λέγονται αριστεροί και τα γραπτά μένουν.

Του Κωστή Χατζημιχάλη

Ο όρος ανάπτυξη (development) μέχρι τη δεκαετία του 1950 ήταν γνωστός μόνο στη βιολογία, στο real estate και στο σκάκι. Έκτοτε, με τα τετραετή προγράμματα του ΟΗΕ και το διαχωρισμό των χωρών σε αναπτυγμένες, ημι-ανεπτυγμένες και υπανάπτυκτες, άρχισε την καριέρα του και στα οικονομικά εγκαινιάζοντας ειδικευμένους κλάδους. Η επιρροή των πεντάχρονων αναπτυξιακών σχεδίων της τότε Σοβιετικής Ένωσης και η εμπειρία από την παγκόσμια κρίση του ’30, καθιέρωσαν την ισχυρή κρατική παρουσία στην αναπτυξιακή διαδικασία, κάτι που εφαρμόστηκε και στην Ελλάδα με το Σχέδιο Μάρσαλ. Η σταδιακή απαξίωση της κρατικής παρέμβασης και ή άνοδος του νεοφιλελευθερισμού άλλαξαν τις προτεραιότητες και η ευρωπαϊκή ενοποίηση έθεσε νέα πλαίσια, άλλα θετικά και άλλα αρνητικά, στις αναπτυξιακές επιλογές κάθε κράτους.
Έχει, βέβαια, κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι και ο λόγος που τα αναφέρω είναι για να θυμίσω το λανσάρισμα κάθε 4-5 χρόνια ενός καινούργιου επιθέτου για την καπιταλιστική ανάπτυξη. Με κίνδυνο να έχω ξεχάσει κάποια επίθετα, θυμίζω την ανάπτυξη με υποκατάσταση εισαγωγών, την ανάπτυξη βασισμένη στις εξαγωγές, την πολωμένη ανάπτυξη, την ανάπτυξη μέσω εκβιομηχάνισης, την ανάπτυξη για τις βασικές ανάγκες του πληθυσμού, την ανάπτυξη με αποκέντρωση και λαϊκή συμμετοχή, την περιφερειακή και τοπική ανάπτυξη, την αυτάρκη ανάπτυξη, την ανάπτυξη «από τα κάτω», την ενδογενή ανάπτυξη και βέβαια τη βιώσιμη ανάπτυξη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βάπτισε και εκείνη τα εκάστοτε αναπτυξιακά της σχέδια με «πιασάρικα» και αντιφατικά επίθετα π.χ. ισορροπημένη, ευέλικτη και έξυπνη ανάπτυξη, ανάπτυξη βασισμένη στη μάθηση, ανάπτυξη με κοινωνική και εδαφική συνοχή, ανταγωνιστική ανάπτυξη, ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς κ.ά., χωρίς φυσικά καμία εφαρμογή.

Μια κραυγαλέα αντίφαση

Ανάλογα την πολιτική και οικονομική συγκυρία, τα παραπάνω επίθετα περιγράφουν διαφορετικές προσεγγίσεις της διαχείρισης της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Το τι σημαίνει η τελευταία θεωρώ περιττό να το περιγράψω, θυμίζω μόνο τον πυρήνα της: τη διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου, που είναι εγγενώς άνιση -κοινωνικά και γεωγραφικά- και εξόχως εκμεταλλευτική για τους/τις εργαζόμενους/ες και το περιβάλλον. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η σοσιαλδημοκρατία και το κοινωνικό κράτος στην Ευρώπη πέτυχαν να περιορίσουν σημαντικά τις κοινωνικές και γεωγραφικές ανισότητες, ποτέ όμως δεν ισχυρίστηκαν ότι εφάρμοζαν δίκαιη ανάπτυξη. Που το βρήκαν λοιπόν οι δικοί μας αυτό το «δίκαιη»; Εκτός από τη βιασύνη τους να βρουν ένα επίθετο που να ακούγεται ευχάριστα και δεν το έχουν πει άλλοι, δεν πέρασε από το «αριστερό» μυαλό τους ότι είναι μια κραυγαλέα αντίφαση; Ενας ανέφικτος στόχος για τον οποίο θα πέσει πολύ γέλιο και αγανάκτηση αν αρχίσω και απαριθμώ τη «δίκαιη» ανάπτυξη που υλοποιούν με τις διάφορες άδειες «επενδύσεων» που δίνουν και με τις απαράδεκτες εργασιακές σχέσεις που ισχύουν. Θέλω όμως να επισημάνω δύο άλλα προβλήματα.

Υποδοχή χωρίς κριτική

Το πρώτο αφορά στους αναπτυξιακούς άξονες ανα υπουργείο που έδωσε στη δημοσιότητα η κυβέρνηση, η υλοποίηση των οποίων θα επιφέρει, υποτίθεται, τη «δίκαιη και βιώσιμη» ανάπτυξη. Λίγοι και λίγες, είμαι σίγουρος, τους διάβασαν με προσοχή, έχουν/έχουμε κουραστεί με εξαγγελίες. Εμένα μου έκανε εντύπωση η θερμή αποδοχή τους από τους εργοδοτικούς φορείς ΙΟΒΕ, ΣΕΒ, ΣΕΤΕ, τις τράπεζες καθώς και η απουσία κριτικής από τη ΝΔ και τα άλλα κόμματα. Οι κριτικές τους ήταν αναμενόμενες, σχεδόν φιλικές: θέλουν λιγότερο κράτος και λιγότερη φορολογία, μεγαλύτερο άνοιγμα στην επιχειρηματικότητα και μεγαλύτερο ανταγωνισμό. Επι της ουσίας όμως τίποτα το διαφορετικό. Μετά τη λήξη της αξιολόγησης δεν έχουν άλλη αναπτυξιακή πρόταση ενώ η επαγγελία της «δίκαιης» ανάπτυξης δεν τους αφορά, το ξέρουν καλύτερα απ’ όλους, είναι ανέφικτη. Σιωπούν επίσης γιατί το 2016, όταν είχε εισάγει τον όρο ο A. Τσίπρας, τον είχαν κατηγορήσει ότι τον έκλεψε… από τη ΝΔ! Μόνο το ΚΚΕ μέσω του Δ. Κουτσούμπα έχει κάνει κριτική, καταγγέλλοντας το προφανές: δίκαιη ανάπτυξη στον καπιταλισμό δεν υπάρχει, αποσιωπώντας φυσικά ότι δεν υπάρχει ούτε στο σοσιαλισμό που επαγγέλλονται.

Μεγα-αναπτυξιακές επιλογές

Το δεύτερο πρόβλημα που εντοπίζω αφορά στην ένταξη των αναπτυξιακών αξόνων της κυβέρνησης στο ευρύτερο κυρίαρχο αφήγημα της ΕΕ, που φυσικά δεν αμφισβητεί τη νεοφιλελεύθερη «αλήθεια». Γνωρίζω ότι το καθεστώς επιτροπείας δεν επιτρέπει άλλες επιλογές και ότι σ’ αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο υπάρχουν προθέσεις και δράσεις, κυρίως στον κοινωνικό τομέα, που αμβλύνουν υπαρκτά προβλήματα και όντως συνεισφέρουν σε μια πιο δίκαιη καθημερινότητα. Αθροίζονται όμως και εξαφανίζονται με τις μεγα-αναπτυξιακές επιλογές –τα μεγάλα τουριστικά συγκροτήματα, τις εξορύξεις στη Χαλκιδική, τις ανεμογεννήτριες, τις ιδιωτικοποιήσεις, τα ποδοσφαιρικά γήπεδα, το real estate, τις απαράδεκτες εργασιακές συνθήκες και τόσα άλλα. Και φυσικά τα πλεονάσματα 3.5% που αποκλείουν μια πιο δίκαιη αναδιανεμητική πολιτική.
Νομίζω ότι η «δίκαιη» ανάπτυξη εντάσσεται στον ευρύτερο λόγο της ύστερης σοσιαλδημοκρατίας που δομείται γύρω από αντιφατικά και ανέφικτα συνθήματα που όμως ακούγονται ωραία. Ενας ωραιοποιημένος λόγος που υπόσχεται πολλά αλλά κλίνει πονηρά το μάτι στους ακροατές της γνωρίζοντας το ανέφικτο των προτάσεων του. Είναι μια συνειδητή προγραμματική επιλογή η οποία συνοδεύει τις συμβολικές κινήσεις του Α. Τσίπρα με την ενεργό συμμετοχή του τον τελευταίο χρόνο σε όλες τις συναντήσεις των ευρω-σοσιαλιστών. Τι δεν καταλαβαίνετε λοιπόν; Εκτός και αν κάποιοι/ες συμφωνούν με τον εν ενεργεία συνάδελφο καθηγητή του ΕΚΠΑ και κάποιους αρθρογράφους της «Καθημερινής», που ισχυρίζονται ότι η Ελλάδα των ΣΥΡΙΖΑ+ΑΝΕΛ είναι η τελευταία κομμουνιστική χώρα της Ευρώπης.
Καλό καλοκαίρι.