Δυστοπία, ουτοπία ή όχι-ακόμα;

athanasiou

Τέα φον Χάρμπου “Metropolis”
(μτφ. Δημήτρης Αρβανίτης, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2017)

Τον Ιανουάριο του 1927 έκανε πρεμιέρα στο Βερολίνο η ταινία του Φριτς Λανγκ Metropolis – η κορυφαία, κατά πολλούς, ταινία του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Υπήρξε η πιο ακριβή παραγωγή της εποχής της και χρειάστηκε 16 μήνες για να γυριστεί, ενώ έπαιξαν περίπου 37.000 κομπάρσοι. Η κριτική και το κοινό την υποδέχθηκαν αμήχανα ή παγωμένα και έκτοτε γνώρισε επανειλημμένα μοντάζ, λογοκρισίες, αποσύρσεις κ.λπ., ενώ κόπηκε οτιδήποτε θεωρήθηκε «κομμουνιστικό μήνυμα». Στην πορεία, όμως, το Metropolis καταξιώθηκε ως μια από τις πιο σημαντικές ταινίες του κινηματογράφου και δεν έχει λείψει ποτέ από τις λίστες με τις σπουδαιότερες ταινίες του 20ού αιώνα, έχοντας αφήσει βαθιά σημάδια στην ιστορία του κινηματογράφου και ίχνη σε αμέτρητες ταινίες.
Το σενάριο της ιστορικής αυτής ταινίας το συνέγραψαν, το 1924, από κοινού ο Λανγκ με τη σύντροφό του, Τέα φον Χάρμπου, μια γυναίκα που η καλλιτεχνική της προσφορά στιγματίστηκε από τη σχέση της με το ναζιστικό καθεστώς. Βασισμένη στο σενάριο, η Φον Χάρμπου έγραψε και το ομότιτλο μυθιστόρημα, που εκδόθηκε το 1926.

Το Metropolis αποτελεί μια επιτομή της δυστοπίας. Ο άγριος φουτουριστικός κόσμος του είναι ένας κόσμος μοιρασμένος στα δύο, με έναν απόλυτο και στεγανό ταξικό διαχωρισμό και με πλήρη υποταγή στις μηχανές – ένας κόσμος που μοιάζει βγαλμένος από τους πιο βαθιούς εφιάλτες.
Από τη μια (την επάνω) πλευρά, οι άρχοντες, «οι κύριοι, οι γιοι των κυρίων, οι κύριοι των μηχανών», που πίνουν το κρασί, τρώνε το κρέας, φορούν λευκό μετάξι, τρώνε όποτε θέλουν, σπαταλούν – και το κυριότερο: ζουν πάνω στη γη, στην επιφάνειά της.
Η Μητρόπολη κινείται, ζει, αναπνέει, τρέφεται, διασκεδάζει αποκλειστικά χάρη στις μηχανές: τις μηχανές-θεούς. Στους αντίποδες του επάνω κόσμου του πλούτου, ο μαύρος κόσμος των εργατών στις μηχανές: «οι σκλάβοι των μηχανών-θεών». Άνθρωποι που μετατρέπονται σε «θαμπές σκιές», καθώς ο κάθε σκλάβος, μετά από μερικές ώρες μπροστά στη μηχανή, «δεν ήταν πια ανθρώπινο ον. Ήταν απλώς μια μάζα εξαντλημένης σάρκας».
Ο ηγέτης όλου αυτού του μηχανισμού, ο εγκέφαλος της Μητρόπολης, αναζητεί «το υποκατάστατο του ανθρώπου» για να αντισταθμίσει την «ανάλωση των ανθρώπων», καθώς φαίνεται πως «μια ωραία μέρα δεν θα υπάρχει πια τροφή για τις ανθρωποφάγες μηχανές-θεούς». Γιατί «οι μηχανές της Μητρόπολης που βρυχώνται» θέλουν «ζωντανούς ανθρώπους για τροφή», ζητούν διαρκώς «φρέσκια ζωντανή τροφή»: οι μηχανές «ξερνούσαν τις μάζες ενώ συγχρόνως τις καταβρόχθιζαν», αφού κάθε δέκα ώρες αλλάζει η βάρδια, κάθε δέκα ώρες μια «άλλη πομπή προχωρούσε αργά, με αντίθετη κατεύθυνση: η βάρδια που είχε αναλωθεί». Οι σκλάβοι αυτοί, όταν δουλεύουν, αργοσβήνουν μπροστά στη μηχανή τους. Όταν δεν δουλεύουν, ζουν «σε μια υπόγεια πόλη» που «δεν της λείπει τίποτα, παρά μόνο ο ήλιος – και η βροχή – και το φεγγάρι τη νύχτα – τίποτα παρά μόνο ο ουρανός»: είναι η «υπόγεια Πόλη των Νεκρών».

Προς τα πού πρέπει να πάμε;..

Ωστόσο ο απόλυτος τεχνοκρατικός έλεγχος τελικά θα οδηγήσει στο επίσης απόλυτο χάος και την καταστροφή. Όταν όμως έρχεται η ώρα της εξέγερσης, κανείς δεν ξέρει πώς να την ολοκληρώσει, δεν ξέρει τι να την κάνει. Έτσι κι αλλιώς είναι μια εξέγερση ενάντια στις μηχανές –«τις μηχανές καταδικάσαμε σε θάνατο!»– και οι εξεγερμένοι σκλάβοι περιμένουν «να έρθει κάποιος που θα μας [τους] πει προς τα πού πρέπει να πάμε».
Κατάσπαρτο από βιβλικές, μυθολογικές, χριστιανικές και άλλες αναφορές, άλλοτε δυνατό και άλλοτε απλοϊκό και αφελές, το μυθιστόρημα (και η ταινία) προσπαθούν να απεικονίσουν έναν εφιάλτη που όμως δεν είναι πάντα πολύ μακριά από την πραγματικότητα («για το επινοητικό πνεύμα του ανθρώπου δεν υπάρχει Ουτοπία: υπάρχει μόνο το Όχι Ακόμα», λέει ένας πρωταγωνιστής), αν και οι όποιες προσπάθειες για μια μονοδιάστατη πολιτική ανάγνωση (προοδευτική ή όχι) αυτών των έργων μάλλον έχουν πέσει πάντα στο κενό.

Μια όχι ασύνηθιστη αντίφαση

Η Τέα φον Χάρμπου γεννήθηκε το 1888 και ξεκίνησε γράφοντας ηθικοπλαστικά και πατριωτικά/εθνικιστικά διηγήματα και μυθιστορήματα, τα περισσότερα μελοδράματα δεύτερης κατηγορίας. Ήρθε σε επαφή με τον κόσμο του κινηματογράφου και έγραψε σενάρια για τον Φρίντριχ Μουρνάου, τον Καρλ Ντράγερ και άλλους σκηνοθέτες. Το 1918 συνεργάστηκε για πρώτη φορά με τον Φριτς Λανγκ, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1922. Η στενή συνεργασία τους απέδωσε και άλλες ταινίες-σταθμούς πλην του Metropolis (όπως το Μ). Ταυτόχρονα, η Φον Χάρμπου ενεργοποιήθηκε στον αγώνα ενάντια στην ποινικοποίηση της έκτρωσης.
Με την άνοδο των ναζί στην εξουσία, η Φον Χάρμπου έγινε μέλος του ναζιστικού κόμματος και συνδέθηκε στενά με το καθεστώς. Χώρισε με τον Λανγκ το 1933. Ο Λανγκ έφυγε για τις ΗΠΑ και η Φον Χάρμπου παντρεύτηκε έναν νεαρό Ινδό δημοσιογράφο. Ο γάμος έγινε κρυφά, γιατί το ναζιστικό καθεστώς θεωρούσε κατώτερη φυλή τους Ινδούς. Στη διάρκεια του ναζιστικού καθεστώτος η Φον Χάρμπου δούλεψε στη γερμανική κινηματογραφική βιομηχανία. Μετά τον πόλεμο κρατήθηκε για λίγο έγκλειστη από τους Βρετανούς, λόγω του ναζιστικού της παρελθόντος, και μετά υποχρεώθηκε να εργαστεί για κάποιο διάστημα στο καθάρισμα των ερειπίων των βομβαρδισμένων γερμανικών πόλεων. Η ίδια προσπάθησε να δικαιολογηθεί ισχυριζόμενη πως διατήρησε τη σχέση με το ναζιστικό καθεστώς για να βοηθάει Ινδούς που ζούσαν στη Γερμανία, όπως ο σύζυγός της, ο οποίος, εκτός από οπαδός του Γκάντι, φαίνεται πως ήταν κι αυτός φιλικός προς τους ναζί. (Παράδοξο; Αντίφαση; Ας μην ξεχνάμε πως αυτό το δόγμα του «εχθρού του εχθρού μου» είχε ισχυρή πολιτική επιρροή σε διάφορες ιστορικές στιγμές – όχι μόνο στην Ινδία, αλλά και στις αραβικές χώρες, π.χ., ή στην Ιρλανδία ή και αλλού υπήρξαν δυνάμεις που, στο όνομα της αντίθεσης με την αποικιακή βρετανική αυτοκρατορία, επιδίωξαν συμμαχίες με τους όποιους εχθρούς της. Μάλιστα, κάποιες περιπτώσεις έχουν φτάσει και στις σελίδες της λογοτεχνίας, όπως για παράδειγμα η περίπτωση του Ιρλανδού Ρότζερ Κέισμεντ (Μάριο Βάργκας Λιόσα, Το όνειρο του Κέλτη), που από στέλεχος της βρετανικής διπλωματίας έγινε σφοδρός πολέμιος της βρετανικής αποικιοκρατίας, ήρθε σε επαφή με τους Γερμανούς στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου για να βρει όπλα για τους Ιρλανδούς και τελικά εκτελέστηκε ως προδότης.)
Μέχρι το τέλος, λένε οι μαρτυρίες, η Φον Χάρμπου, αμετανόητη, είχε στο δωμάτιό της κρεμασμένες δυο φωτογραφίες, του Γκάντι και του Χίτλερ. Πέθανε το 1954. Μετά τον θάνατό της, ο Φριτς Λανγκ μετέφερε στον κινηματογράφο άλλα δύο μυθιστορήματά της (Ο τίγρης του Εσναπούρ και Ο τάφος του Ινδού).
Η έκδοση είναι εικονογραφημένη με πόστερ και πλάνα της ταινίας του Φριτς Λανγκ.

Κώστας Αθανασίου