Δύο επέτειοι, μία παράσταση

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΥΨΙΦΩΝΟ ΤΖΕΝΗ ΔΡΙΒΑΛΑ

Με αφορμή το αφιέρωμα  “Σαράντα χρόνια χωρίς την Κάλλας…”

 

Άκουσε τη φωνή της Μαρίας Κάλλας από ένα δίσκο όταν ήταν παιδούλα 14 ετών, σε δύο άριες του «Τροβατόρε». Αυτό ήταν! Την κέρδισε η όπερα -λέω την κέρδισε η όπερα γιατί την διεκδίκησαν το θέατρο, ο χορός, η σκηνοθεσία, η μεταγραφή και μετάφραση κ.ά. Αναγεννησιακή καλλιτέχνης η ίδια, προσεγγίζει την καλλιτεχνική δημιουργία με απόλυτη πνευματικότητα, βαθύ συναίσθημα και ευαισθησία. Με σύνεση δομεί το μέλλον της και την προσωπικότητά της στα γερά θεμέλια της μελέτης και των σπουδών. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου με δασκάλους την Κατίνα Παξινού, τον Αλέξη Μινωτή και τον Νίκο Τζόγια. Όσον αφορά τις μουσικές της σπουδές, μελέτησε πιάνο και κλασικό τραγούδι στο Ωδείο Αθηνών και ολοκλήρωσε τις μουσικές σπουδές της στο Πανεπιστήμιο της Βρέμης.
Η λυρική καριέρα της ξεκινά με το βραβείο «Μαρία Κάλλας» και σύντομα κερδίζει το Χρυσό Μετάλλιο στο Διεθνή Διαγωνισμό Όπερας στην Τουλούζη, στη Γαλλία. Εκεί, στη Γαλλία, κάνει και το ντεμπούτο της με την «Αμίνα» στην «Υπνοβάτιδα» (Sonnambula) του Μπελίνι. Ρόλος που σύντομα την φέρνει και στη Σκάλα του Μιλάνου, στη σκηνή όπου κάποτε θριάμβευσε η Κάλλας. Η καριέρα της, από τις πιο λαμπρές και αξιοζήλευτες, απαριθμεί συγκλονιστικές ερμηνείες στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου, Φλωρεντία, Βενετία, Ρώμη, Λονδίνο, Κρατική Όπερα Βιένης, Βαρκελώνη, Παρίσι, Νέα Υόρκη, Χιούστον αλλά και στην Αυστραλία και τη Νότιο Αφρική. Η δραματική σκηνική παρουσία της, οι χρωματισμοί της φωνής της, η έντονη προσωπικότητά της, αλλά και το ήθος και η σεμνότητα που την χαρακτηρίζουν, την καθιστούν πολύτιμη στο χώρο του λυρικού τραγουδιού. Με αφορμή το αφιέρωμα «Σαράντα χρόνια χωρίς την Κάλλας…», η Τζένη Δριβάλα συνομίλησε μαζί μας.

Τη συνέντευξη πήρε η Λιάνα Μαλανδρενιώτη

 

Τι είναι τελικά για σας ο μύθος της Μαρίας Κάλλας;
Πολλές σοπράνο ακολούθησαν τα ίχνη της, άνοιξε δρόμους ερμηνείας, στιλ, τρόπου ζωής. Σπουδαίοι λυρικοί καλλιτέχνες υπήρξαν πολλοί, και πριν και μετά από αυτήν. Μόνο αυτή όμως έγινε μύθος. Ίσως γιατί η ζωή της ήταν αρκετά ασυνήθιστη… σαν παραμύθι: το ασχημόπαπο που έγινε ωραίος κύκνος, που ενέπνευσε σκηνοθέτες, μαέστρους, τραγουδιστές, σαν το αδιαφιλονίκητο αστέρι του οπερατικού στερεώματος, αλλά και του διεθνούς τζετ σετ για μια δεκαπενταετία. Που ξεσήκωσε θύελλες θαυμασμού αλλά και έριδας, που ερωτεύτηκε, προδόθηκε, πέθανε αναπάντεχα και πρόωρα… Όλα αυτά συνθέτουν τον μύθο Κάλλας. Εξακολουθούμε να «πενθούμε» το χαμό αυτού του μύθου αλλά και να «εορτάζουμε» ταυτόχρονα, γιατί η μοίρα μας αξίωσε να υπάρξει αυτή η προσωπικότητα που έδωσε τόση χαρά σε αμέτρητους ανθρώπους στον πλανήτη. Όλοι εμείς, οι λυρικοί τραγουδιστές συμμετέχουμε σε αυτή την ανάμνηση – υπενθύμιση του μύθου και του δράματος.

Εσείς προσωπικά γιατί παρουσιάζετε αυτό το αφιέρωμα;
Ευχαριστώ για την ερώτηση, θα ήθελα να το αναφέρω. Εγώ φέτος, τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο 2017, έχω και μια προσωπική επέτειο. Την επόμενη της ημέρας του θανάτου της (16/9/1977), πριν από 40 σαράντα χρόνια, έφυγα για την Τουλούζη στη Γάλλια, όπου απέσπασα το βραβείο στον εκεί διεθνή διαγωνισμό λυρικού τραγουδιού. Ήταν η πρώτη φορά που στάθηκα σε σκηνή όπερας, όχι σαν μια 18χρονη μαθήτρια που ήμουν ως τότε, αλλά σαν επίδοξη λυρική τραγουδίστρια. Σαράντα χρόνια αργότερα, μετά από πολλές ακόμη διακρίσεις, μετά το ντεμπούτο μου στην ΕΛΣ (1981), στην Ιταλία (1983), στην Σκάλα του Μιλάνου (1986), μετά από πάμπολλες παράγωγες όπερας στην Ελλάδα αλλά και στα μεγαλύτερα θέατρα εκτός Ελλάδος, η δική μου μοίρα με αξίωσε να είμαι σε θέση να στέκομαι πάνω στη σκηνή και να δίνω αυτό που μπορώ σε όσους θέλουν να ακούσουν.

Ακόμα μία φορά αναμετριέστε με τα δύσκολα, σκηνοθετείτε και ερμηνεύετε την «Τραβιάτα», έργο απαιτήσεων, σε ένα χώρο χαρακτηρισμένο θεατρικό, στο θέατρο Κνωσός. Ποιοι λόγοι σας οδήγησαν σε αυτή την απόφαση;
Με την Εταιρεία Λυρικού Θεάτρου Ελλάδος και το θέατρο Κνωσός, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Όπερας Ελλάδος, αποφασίσαμε να κάνουμε το δικό μας αφιέρωμα στην Μαρία. Την δική μας Μαρία, που μεγάλωσε και ξεκίνησε την καριέρα της στην Αθήνα. Τότε που ζούσε σε ένα σπίτι στην οδό Πατησίων. Είναι το «ευχαριστώ» μας σε αυτήν τη λαμπρή μορφή που μας ενέπνευσε και εξακολουθεί να μας εμπνέει στο χώρο της τέχνης. Επιλέξαμε τα ιστορικό θέατρο Κνωσός της οδού Πατησίων, θέλοντας να υπογραμμίσουμε ότι η Μαρία μεγάλωσε και ζούσε σε αυτήν την γειτονιά.

Αναμφίβολα στο μωσαϊκό των ρόλων της καριέρας σας πολύτιμη ψηφίδα αποτελεί η Τραβιάτα. Ποιο ανέβασμα μέχρι τώρα του έργου είναι μοναδικό στη μνήμη σας;
Είχα την τύχη να με σκηνοθετήσουν στο ρόλο αυτό πολύ σημαντικοί σκηνοθέτες σε εξαιρετικές παραγωγές. Όμως η πρώτη μου επαφή, που έγινε σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη, όταν έκανα το ντεμπούτο μου στη Λυρική Σκηνή (1982) -και με έφερε και στις τέσσερις ηπείρους ερμηνεύοντάς τον-, ομολογώ ότι με σημάδεψε κυριολεκτικά και στάθηκε οδηγός σε όλες τις άλλες ερμηνείες μου, έστω και αν υπήρχαν παρεκκλίσεις η, οπωσδήποτε, και εμπλουτισμός με νέα στοιχεία. Επίσης, ήταν πολύ σημαντική για μένα και η «συνάντησή» μου με το ρόλο της Κυρίας με τις Καμέλιες στη θεατρική της εκδοχή, όταν πριν δύο χρόνια μετέφρασα και διασκεύασα το διήγημα του Αλεξάνδρου Δουμά και το παρουσίασα σε δική μου σκηνοθεσία, ερμηνεύοντας το ρόλο της Μαργαρίτας Γκωτιέ. Αυτή η εμπειρία με καθοδήγησε και στην τωρινή μου σκηνοθεσία της Τραβιάτας στο Κνωσός.

Μιλήστε μας για την παράσταση.
Η Τραβιάτα είναι το πρώτο μέρος του αφιερώματος «Σαράντα χρόνια χωρίς την Κάλλας…» Η σκηνοθεσία αυτή τη φορά είναι δική μου. Είμαι πολύ χαρούμενη και τυχερή που συνεργάζομαι με δύο συναδέλφους – συμπρωταγωνιστές που ανήκουν στην αφρόκρεμα των ελλήνων λυρικών, τον τενόρο Αντώνη Κορωναίο στο ρόλο του Αλφρέντο Ζερμόν και τον βαρύτονο Τάση Χριστογιανόπουλο στο ρόλο του πατέρα Ζερμόν. Έχω συμπράξει και με τους δύο πολλές φορές σε διάφορα έργα, Μποέμ, Άννα Μπολένα, Κουρέα της Σεβίλλης, Ντον Τζοβάνι, κ.ά. Είναι πολύ ωραίο που μας τίμησαν με την παρουσία τους σε αυτήν την παραγωγή του Φεστιβάλ Όπερας Ελλάδος. Δεν μπορώ βέβαια να παραλείψω τις ευχαριστίες μου για τη συνεργασία και στους άλλους συντελεστές της παράστασης: την Ειρήνη Κώνστα (Φλώρα), τον Γιάννη Κάβουρα (Γκαστόν), τον Αλέξανδρο Γάβαρη (Βαρόνο Ντουφόλ), τον Γαβριήλ Αντωνέλλο (Μαρκήσιο και Δόκτορα Γκρενβίλ). Τη μουσική διεύθυνση έχει ο Δημήτρης Καραμανώλης, ο οποίος παίζει και πιάνο στην παράσταση. Συμμετέχει ο σπουδαίος έλληνας βιολονίστας Γιάννης Γεωργιάδης.
Το σκηνικό και τα κουστούμια είναι της Αριάδνης Παπαδάκη. Την παραγωγή τοποθετήσαμε χρονικά στις αρχές του 20ού αιώνα, με κοστούμια εμπνευσμένα από σχέδια του σπουδαίου γάλλου σχεδιαστή Πωλ Πουαρέ (1897-1944).

Το δεύτερο μέρος του αφιερώματος είναι η παράσταση «Κάλλας: Η τέχνη μου, η ζωή μου».
Μέσα από ένα συνδυασμό κειμένων που είναι επιστολές της Μαρίας στη αδελφή της Τζάκυ, όπου περιγράφει τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής της και τα συναισθήματά της, και οπερατικών σκηνών από τους μεγάλους της ρόλους, παρουσιάζεται το δράμα της σύγκρουσης της ντίβας με την ανθρώπινη πλευρά της. Συμμετέχουν: Ερμίνα Γεράρδη (ηθοποιός) Τζάκυ Καλογεροπούλου, Ειρήνη Κώνστα (σοπράνο) Κάλλας, Τζένη Δριβάλα (σοπράνο) Μαρία, Σταμάτης Μπερής (τενόρος) Τζουζέπε ντι Στέφανο & Αριστοτέλης Ωνάσσης, Γαβριήλ Αντωνέλλος (μπάσσος) Τζοβάνι-Μπατίστα Μενεγκίνι. Στο πιάνο ο Δημήτρης Καραμανώλης.

Στις 22 και 24 Σεπτεμβρίου, στις 8μ.μ. «Σαράντα χρόνια χωρίς την Κάλλας…» και στη 1 Οκτωβρίου, στις 8μ.μ., «Κάλλας: Η τέχνη μου, η ζωή μου», στο Θέατρο Κνωσός (2108677070). Τιμές εισιτηρίων: 15 ευρώ και 10 το μειωμένο.