Δύο παράθυρα στη βουλγαρική λογοτεχνία

Μίροσλαβ Πένκοφ «Το βουνό των πελαργών»

(μτφ. Άκης Παπαντώνης, εκδ. αντίποδες, 2018)

 

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ «Περί φυσικής  μελαγχολίας»

(μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Ίκαρος, 2018)

Ο γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό συγγραφέας Μίροσλαβ Πένκοφ –γνωστός από τη συλλογή διηγημάτων του Ανατολικά της Δύσης (μτφ. Άκης Παπαντώνης, εκδ. Αντίποδες, 2016)– μας μεταφέρει με το μυθιστόρημά του Το βουνό των πελαργών στο φανταστικό χωριό της Κλεισούρας, κάπου στα άγρια βουνά της Στράντζας, στην περιοχή του τριεθνούς συνόρου μεταξύ Βουλγαρίας, Ελλάδας και Τουρκίας («αν έπαιρνες ένα φτυάρι κι άρχιζες να σκάβεις στη Στράντζα, αργά ή γρήγορα θα έβρισκες είτε κόκαλα είτε κρυμμένους θησαυρούς»…). Σε αυτόν τον τόπο επιστρέφει από τις ΗΠΑ ο νεαρός φοιτητής-αφηγητής του βιβλίου, με σκοπό να ξαναβρεί τον παππού του, με τον οποίο έχει τρία χρόνια να μιλήσει, δεκαπέντε χρόνια να συναντηθεί, και έχοντας στο μυαλό του τον (σχεδόν ανομολόγητο, προς το παρόν) στόχο να πουλήσει τη γη που κατέχει στην περιοχή, για να βγει από τη δεινή οικονομική θέση στην οποία βρίσκεται.
Φτάνοντας εκεί, ο νεαρός φοιτητής αρχίζει σιγά σιγά να ανακαλύπτει έναν καινούργιο κόσμο σε εκείνον τον απομονωμένο τόπο που ζει ανασαίνοντας τα μυστήριά του και όπου το παρελθόν μπλέκεται με το παρόν, οι θρύλοι και οι παγανιστικές δοξασίες με τη σύγχρονη ιστορία πριν και μετά την κατάρρευση της εξουσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Χαρακτήρες έκτοποι και εκτοπισμένοι

Οι πρωταγωνιστές του Πένκοφ είναι χαρακτήρες έκτοποι, εκτοπισμένοι ακόμη κι αν ζουν στον τόπο τους, ιδιόμορφοι και ιδιότροποι, τόσο όμοιοι με τον κόσμο γύρω τους. Εκεί όπου «Θράκες, Έλληνες και Ρωμαίοι, Σλάβοι, Βούλγαροι και Τούρκοι – μόνο όσοι δεν πέρασαν ποτέ από τη Στράντζα δεν άφησαν πίσω τους ερείπια», εκεί όπου κάποια στιγμή «το [Κομμουνιστικό] Κόμμα άρχισε να αλλάζει όλα τα μουσουλμανικά ονόματα» («μέσα σε ένα χειμώνα άλλαξαν ένα εκατομμύριο ονόματα», αλλά η «εκστρατεία αποδείχτηκε μάλλον ανεπιτυχής»: «όταν την άνοιξη του 1986 έφτασαν τα καινούργια διαβατήρια, κανείς δεν ήθελε να τα παραλάβει»), σε εκείνον τον τόπο τον γεμάτο «ιστορίες εξορίας και θανάτου. Βούλγαροι, Έλληνες, Αρμένιοι και Τούρκοι. Η Στράντζα να καίγεται ξανά και ξανά, να γίνεται κάρβουνα, στάχτες. Κι ύστερα να ξεσηκώνεται, ξανά και ξανά, η Στράντζα, ίδια πυροβάτης, μια αναστενάρισσα», εκεί όπου υπήρχε «ένα αρχαίο χωριό, πατρίδα των πρώτων πυροβατών, μέρος της Τουρκίας, όπου οι χωρικοί δεν ήταν εντελώς Βούλγαροι ούτε εντελώς Έλληνες, μα ένα μείγμα και των δύο» – εκεί λοιπόν δεν μπορεί παρά να βρίσκεται ο κατ’ εξοχήν τόπος όπου μπορούν να κατασκευάζονται ταυτότητες πολλαπλές και ρευστές, μεταβλητές είτε εκούσια είτε με το ζόρι. Και εκεί ο Βούλγαρος που έχει γίνει Αμερικάνος θα ανακαλύψει, μαζί με τον καινούργιο εξωτερικό κόσμο, και έναν καινούργιο κόσμο μέσα του.

Φωτοσκιάσεις και κρυφές γωνιές

Σε όλη αυτή την τοιχογραφία, που ξεδιπλώνεται γύρω από τον άξονα των αναστενάρηδων που χορεύουν στη γιορτή του Αγίου Κωνσταντίνου, υπάρχουν πολλές φωτοσκιάσεις και κρυφές γωνιές, υπάρχουν πολλά μυστικά και κρυμμένες αλήθειες: ο διωκόμενος από το κόμμα μπορεί τελικά να αποδειχτεί κομισάριος σταλμένος «να κατηχήσει τους μουσουλμάνους… να φροντίσει να μεγαλώσουν αποκομμένοι από τις ρίζες τους», η παράλογη συμπεριφορά μπορεί τελικά να αποδειχτεί ένας (μάταιος, ίσως, αλλά πάλι δεν πειράζει) αγώνας ενάντια στην εγκατάσταση ενός δάσους ανεμογεννητριών (που μπορεί μάλιστα να κρύβει πίσω της και ένα σκάνδαλο) και μια μάχη για να διασωθεί ένα χωριό και μια κοινότητα, για να διασωθούν οι αναμνήσεις και η μνήμη, ενώ τα πουλιά που κελαηδάνε μπορεί τελικά να είναι άνθρωποι που «έχουν μάθει να μιλάνε σαν πουλιά». Σε εκείνα τα μέρη, οι άνθρωποι λένε πως ξεχωρίζουν τη βροχή, αν είναι τούρκικη, βουλγάρικη ή ελληνική…

Ένα υβριδικό κείμενο-λαβύρινθος

Κάπου κοντά στα σύνορα της Βουλγαρίας με την Τουρκία πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας ο συγγραφέας Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, που δημιούργησε αίσθηση και τιμήθηκε με μια σειρά από βραβεία και διακρίσεις για το μυθιστόρημά του Περί φυσικής της μελαγχολίας («δεν έχω πρόβλημα αν το αποκαλείτε μυθιστόρημα», λέει σε συνέντευξή του ο συγγραφέας, συμπληρώνοντας ότι «μπορούμε και να το δούμε ως μια χρονοκάψουλα ή μια κιβωτό του Νώε», ενώ στην αρχή του βιβλίου φιγουράρουν τα λόγια του Έρνεστ Χέμινγουεϊ: «ο αναγνώστης είναι ελεύθερος να θεωρήσει αυτό το βιβλίο μυθιστόρημα»). Γύρω από τον άξονα του Μινώταυρου και της εγκατάλειψης («ο Μινώταυρος είναι ένα αγόρι κλεισμένο στο υπόγειο. Είναι φοβισμένο»), ο συγγραφέας στήνει ένα υβριδικό κείμενο-λαβύρινθο («το πιο καταπιεστικό πράγμα στον λαβύρινθο είναι πως είσαι διαρκώς αναγκασμένος να επιλέγεις») που, καταργώντας κάθε ίχνος γραμμικής αφήγησης («δεν μπορώ να προτείνω κανενός είδους γραμμική αφήγηση, επειδή κανένας λαβύρινθος και καμιά ιστορία δεν είναι γραμμική»), σκιαγραφεί έναν κόσμο που ορίζεται από την προσωπική και οικογενειακή του ιστορία, παράλληλα με τη συλλογική ιστορία του τόπου του, με μια ματιά όμως που πολύ συχνά υπερβαίνει την όποια τοπικότητα αγγίζοντας πληγές που προφανώς δεν αφορούν μόνο τη χώρα καταγωγής του συγγραφέα («τίποτα δεν ενώνει ένα μικρό έθνος περισσότερο από την αίσθηση πως όλοι είναι εναντίον του»).

Προσωπικοί και συλλογικοί δρόμοι

Το βιβλίο του Γκοσποντίνοφ συγκροτεί τελικά μια προσωπική ματιά στην πρόσφατη ιστορία της περιοχής αλλά και μια απάντηση στο βλέμμα με το οποίο βλέπουν οι άλλοι τη Βουλγαρία: «Αν γυρίσετε στις τελευταίες σελίδες μιας ευρωπαϊκής εφημερίδας την οποία διαβάζετε, εκεί, στον χάρτη της πρόγνωσης του καιρού υπάρχει ένα κενό – ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη, τη Βιέννη και τη Βουδαπέστη. Ο πιο θλιμμένος τόπος στον κόσμο, έτσι έγραφε ο Economist τον Δεκέμβριο του 2010». Αυτός ο χαρακτηρισμός για τη Βουλγαρία, «ο πιο θλιμμένος τόπος στον κόσμο», υπήρξε το έναυσμα για τον Γκοσποντίνοφ για να ξεκινήσει μια πολυεπίπεδη γοητευτική συζήτηση για τους δύσβατους προσωπικούς και συλλογικούς δρόμους που χαράζονται τα τελευταία χρόνια «σε αυτά τα μέρη [όπου] η ζωή είναι μικρή, αλλά η μέρα κρατάει αιώνες».
Ο, γεννημένος το 1968, Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ ζει στη Βουλγαρία, αν και έχει δουλέψει και διδάξει και στο εξωτερικό, ενώ ο, γεννημένος το 1982, Μίροσλαβ Πένκοφ ζει και εργάζεται από τα 19 του στις ΗΠΑ.

Κώστας Αθανασίου