«Είμαι πολίτης Ουρουγουάης, αλλά Κουβανός συγγραφέας»

 

Στις 6 Απριλίου έφυγε από τη ζωή ένας από τους πιο σημαντικούς Λατινοαμερικανούς συγγραφείς, ο πολύ αγαπητός στο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας, Ντανιέλ Τσαβαρία. Γεννημένος στην Ουρουγουάη το 1933, έζησε μια μάλλον πλούσια, ταραγμένη ίσως, ζωή μέχρι το 1969, οπότε βρήκε καταφύγιο στην Κούβα, όπου το 1978, σε ηλικία 45 ετών, έβγαλε το πρώτο του βιβλίο. Συγγραφέας που του αξίζει πραγματικά ο όρος παραμυθάς, που συνήθως χρησιμοποιείται γι’ αυτόν, με οργιαστική φαντασία και μεγάλη αφηγηματική δύναμη – ο ίδιος γράφει χαρακτηριστικά, μιλώντας για μια ωραία ιστορία που του είχαν διηγηθεί, ότι «ποτέ δε μ’ ένοιαζε αν η ιστορία ήταν αληθινή ή όχι», για να συμπληρώσει ότι «από πολύ μικρός, πάντα προτιμούσα τις ωραίες αφηγήσεις από την αντικειμενική αλήθεια». Το τελικό αποτέλεσμα είναι αυτό το γοητευτικό μίγμα αστυνομικού, περιπέτειας και κοινωνικού σχόλιου που διαβάζουμε στα βιβλία του, πάντα ενταγμένο σε κάποιο επίμαχο πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο, πάντα συνδεμένο με την ανοιχτή πολιτική πραγματικότητα. Γιατί ο Τσαβαρία ήταν ένας βαθιά πολιτικός συγγραφέας, ο οποίος μάλιστα το υπερασπιζόταν αυτό πάντα και με πάθος, μέχρι την τελευταία στιγμή.

Ντανιέλ Τσαβαρία “Είδα να φτάνει ένας γέρος – Μνήμες” (μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. opera, 2015)

Πολλά από τα συμβάντα και τις αναμνήσεις της θυελλώδους ζωής του, ο Ντανιέλ Τσαβαρία τα αφηγείται στο βιβλίο του Είδα να φτάνει ένας γέρος. Εκεί αποτυπώνονται εκτενώς τα χρόνια της νιότης του Τσαβαρία, οι πρώτοι αλλά και οι κατοπινοί του έρωτες, οι περιπλανήσεις του σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, οι πολλές και πολύ διαφορετικές δουλειές που έπρεπε να κάνει για να ζήσει – από φορτοεκφορτωτής και ναύτης μέχρι χρυσοθήρας και μικρολαθρέμπορος.
Η πολιτική έπαιξε πάντα πολύ κρίσιμο ρόλο στη ζωή του Τσαβαρία, την οποία όμως συνέδεε στενά με τη λογοτεχνία, από πολλές πλευρές. Ο ίδιος γράφει ότι «το πρώτο μου βήμα προς τον κομμουνισμό το έκανα ύστερα από την ανάγνωση των Αθλίων, στα δώδεκα χρόνια μου. Το μυθιστόρημα εκείνο συνέβαλε στην ιδεολογική μου κατάρτιση πολύ περισσότερο απ’ όσο ο πατέρας μου, η μελέτη της παγκόσμιας ιστορίας και το σύνολο της ουρουγουανικής λογοτεχνίας». Και αλλού: «Είπα ήδη ότι η τραγωδία του Γιάννη Αγιάννη ήταν καθοριστική για να μισήσω τους Γάλλους αστούς και τους νόμους τους εναντίον του προλεταριάτου. Οι δρόμοι της Ταγγέρης έγιναν το πρώτο σχολείο που μου δίδαξε την απανθρωπιά της αποικιοκρατίας και μου έσπειρε τον σπόρο μιας ιδεολογίας που γρήγορα θα έδινε καρπούς». Δεν παραλείπει, βέβαια, να υπενθυμίσει ότι «ο ίδιος ο Μαρξ έλεγε ότι η Ανθρώπινη κωμωδία του Μπαλζάκ ήταν από τις πιο πολυσύνθετες πηγές για να κατανοήσει κανείς τον γαλλικό 19ο αιώνα».
Έχοντας ήδη περιπλανηθεί σε πολλά μέρη του κόσμου, το 1958 ο Ντανιέλ Τσαβαρία βρίσκεται ξανά στη χώρα του και γίνεται μέλος στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ουρουγουάης. Ωστόσο πολύ σύντομα γοητεύεται από την Κουβανική Επανάσταση, παρόλο που «οι κομμουνιστές του κόμματός μου την είδαμε στην αρχή με μεγάλο σκεπτικισμό».

Πιστός στην επανάσταση μέχρι την τελευταία στιγμή

Λίγα χρόνια μετά, έχοντας μαζί του μια «συστατική επιστολή» που τον παρουσιάζει ως «επαναστάτη απογοητευμένο από τους μπολσεβίκους που στράφηκε στην ένοπλη πάλη», ξεκινάει να πάει στο Περού για να ενταχθεί στο αντάρτικο κίνημα του Ούγο Μπλάνκο. Πράγματι, φτάνει στο Περού κάποια μέρα του 1963 – «την ίδια μέρα που συνέλαβαν τον Ούγο Μπλάνκο, τον ηγέτη της αντάρτικης ομάδας στην οποία σκόπευα να ενταχθώ». Οι περιπλανήσεις του τον οδηγούν στη Βραζιλία, όπου συμμετέχει στην εκστρατεία αλφαβητισμού που οργανώνει το Κομμουνιστικό Κόμμα Βραζιλίας και τελικά προσπαθεί να κρυφτεί από τη χούντα καταφεύγοντας στον Αμαζόνιο, και κατόπιν στην Κολομβία, όπου συνδέεται με το «γκεβαρικό» αντάρτικο του ELN. Δουλεύει στο duty free ενός τοπικού αεροδρομίου και, το 1969, όταν πια τα πράγματα αγριεύουν πολύ και η ζωή του κινδυνεύει, αποφασίζει να δραπετεύσει στην Κούβα, με τον πιο πρόσφορο τρόπο που είχε στη διάθεσή του: την αεροπειρατεία («στα μέσα του 1968, μέσα σ’ ένα μήνα, έγιναν οχτώ αεροπειρατείες με προορισμό την Κούβα, ενώ σε όλη τη χρονιά έγιναν συνολικά εβδομήντα μία»).

Η αγάπη του για την Κούβα

Ο Τσαβαρία έζησε στην Κούβα όλες τις δύσκολες εποχές, με αποκορύφωμα την τρομερή Ειδική Περίοδο, μετά την κατάρρευση του μπλοκ του «υπαρκτού σοσιαλισμού», αλλά μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του διακήρυσσε την αγάπη του για την Κούβα και την πίστη του στην επανάσταση. Μάλιστα, αυτό τον οδήγησε κάποιες φορές να παραβλέψει ή να υποτιμήσει προβλήματα που κατά γενικά ομολογία, πλέον, υπήρχαν στο νησί, με αποτέλεσμα να έχει έρθει και σε δημόσια σύγκρουση με άλλους συγγραφείς για τα θέματα αυτά.
Από την άλλη πλευρά, όμως, προσπαθούσε πάντα να αντιμάχεται όλους τους μύθους της δεξιάς προπαγάνδας εναντίον της Κούβας. Μια τέτοια περίπτωση περιγράφει και στο συγκεκριμένο βιβλίο, μιλώντας για την «Επιχείρηση Πίτερ Παν», όταν η CIA και τα ΜΜΕ της Δεξιάς διέδωσαν ότι επρόκειτο να ψηφιστεί νόμος που θα καταργούσε τη σχέση των παιδιών με τους γονείς και ότι όλα τα παιδιά θα τα έπαιρνε το κράτος, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κύμα πανικού και πολλοί γονείς να εμπιστεύονται τα παιδιά τους σε διάφορες απίθανες –θρησκευτικές και άλλες– οργανώσεις, για να τα βγάλουν από την Κούβα. Άλλωστε, όπως έλεγε πάντα, «το να γράφει κανείς εναντίον της Κούβας φέρνει πολλά λεφτά».
Ο Τσαβαρία μιλάει πολλές φορές με πάθος για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία. Όπως προαναφέρθηκε, βέβαια, το πρώτο του βιβλίο εκδόθηκε το 1978, όταν ήταν 45 ετών. Παραδέχεται, όμως, ότι είχε σκεφτεί από πολύ νωρίτερα να αρχίσει να γράφει, αλλά είχε την αυτογνωσία να νιώσει πως δεν ήταν ακόμη έτοιμος: «αποφάσισα ότι αντί να γράψω ατελή έργα, προς το παρόν θα ήταν καλύτερα να συνεχίσω να διαβάζω τα αναγνωρισμένα».

Πάθος για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία

Ο ίδιος λέει ότι «μολονότι το πρώτο μου μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε το 1978, σήμερα ξέρω ότι η επιθυμία μου να γίνω συγγραφέας καθορίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στη Βραζιλία. Εκεί, η αόριστη παρόρμησή μου να γράψω, έγινε επείγουσα ανάγκη», για να συμπληρώσει ότι «από τα εφηβικά μου χρόνια καταβρόχθιζα πολλή ελληνική και λατινική λογοτεχνία χωρίς όμως να την αφομοιώνω σωστά. Ανακάλυψα τα κλειδιά της μόνο όταν μου τα αποκάλυψαν οι λατρείες των ιθαγενών και των Αφρικανών της Βραζιλίας». Έχοντας γνωρίσει και εξοργιστεί με τον ρατσισμό των πλουσίων κατά των ιθαγενών της λατινοαμερικάνικης ηπείρου, έχει τις κεραίες να διακρίνει τον πλούτο εκεί που υπάρχει, ακόμα κι αν δεν είναι πάντα ευδιάκριτος: «αγνοούσα ότι εκείνο το αναλφάβητο κοινό των χωρικών ήταν συνηθισμένο να δέχεται στα χωριά του τους πλανόδιους τροβαδούρους, που απαγγέλουν από μνήμης τις έμμετρες ιστορίες της βορειοανατολικής Βραζιλίας, όπως οι ραψωδοί της ομηρικής εποχής».

Σε μια δίνη ζωντάνιας, χαράς, φρεσκάδας

Η, πολλάκις βραβευμένη, λογοτεχνία του Ντανιέλ Τσαβαρία αντικατοπτρίζει πολύ συχνά τις ίδιες του τις εμπειρίες από τη ζωή του. Άλλωστε, στο Είδα να φτάνει ένας γέρος αναφέρονται πολλά γεγονότα και πρόσωπα τα οποία κατέληξαν να γίνουν σελίδες σε κάποιο από τα βιβλία του.
Στην Αβάνα δίδαξε για πολλά χρόνια αρχαία ελληνικά, λατινικά και κλασική φιλολογία, την οποία αγαπούσε πολύ, βάζοντας πάντα τη δική του πινελιά σε κάθε συζήτηση γι’ αυτή: «πιστεύω ότι ο Οιδίπους Τύραννος, του Σοφοκλή, ως πλοκή, είναι το πιο όμορφο και πρωτότυπο και ιδιοφυές αστυνομικό μυθιστόρημα που έχει υπάρξει ποτέ. Κανείς δεν θα σκεφτόταν ότι ο ένοχος είναι αυτός που ερευνά το έγκλημα. Πράγματι, ο ρόλος του Οιδίποδα είναι να εξακριβώσει ποιος έφερε τον λοιμό στη Θήβα, και ήταν ο ίδιος, και δεν το γνωρίζει, και αυτό είναι ένα εξαιρετικό μάθημα για τη φύση του ανθρώπου, για το πόσο λίγο ξέρει τον ίδιο του τον εαυτό», έλεγε, για παράδειγμα, στη συζήτηση με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη και τη Μικέλα Χαρτουλάρη, για την εκπομπή Κεραίες της εποχής μας της ελληνικής κρατικής τηλεόρασης. Σε εκείνη τη συνάντηση στην Αβάνα, κουρασμένος και με προβλήματα υγείας, παρασυρόταν ξαφνικά σε μια δίνη ζωντάνιας, χαράς, φρεσκάδας, τη στιγμή που άρχιζε να αφηγείται τις ιστορίες του ή να μιλάει για τα πράγματα που τον πάθιαζαν. Σε εκείνη τη συζήτηση έλεγε ότι «εμένα, ως κομμουνιστή, ως άνθρωπο που ενδιαφέρεται για την πρόοδο της επανάστασης, με ενδιαφέρει και να βάλω τον κόσμο να σκεφτεί».
Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, ο Τσαβαρία προσπαθεί να αποφύγει τις παγίδες και τις ευκολίες ενός σοσιαλιστικού ρεαλισμού· όπως λέει ο ίδιος, θέλει να δείξει «ότι τα πράγματα δεν είναι ούτε άσπρο ούτε μαύρο». Έλεγε χαρακτηριστικά για την Μπίνι, την πρωταγωνίστρια στο Κόκκινο στο φτερό του παπαγάλου: «Με ενδιαφέρει να δείξω πώς η κόρη ενός Κουβανού μαύρου, που πάει εθελοντικά να πολεμήσει στην Αγκόλα, δεν βρίσκει φροντίδα εδώ και καταλήγει να γίνει πόρνη. Καταστάσεις που υπάρχουν σε αυτή τη χώρα»
Ο Ντανιέλ Τσαβαρία είχε έρθει στην Ελλάδα, και στο βιβλίο του θυμάται με πολλή αγάπη αυτή την επίσκεψη, τον μεταφραστή του και τον εκδότη του. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει έντεκα βιβλία του Ντανιέλ Τσαβαρία: τα Χαιρετίσματα στον θείο, Αν με ξαναδείτε γράφτε μου, Το μάτι της θεάς, Κάποτε στη Μαδρίτη, Το κόκκινο στο φτερό του παπαγάλου, Το έκτο νησί, Πρίαπος, Για τα μάτια σου, Είδα να φτάνει ένας γέρος, όλα σε μετάφρασή του Κρίτωνα Ηλιόπουλου, όλα από τις εκδόσεις opera. Επίσης από την opera κυκλοφορεί το Όλα εδώ πληρώνονται (Ντ. Τσαβαρία, Χούστο Βάσκο, επίσης σε μετάφραση Κ. Ηλιόπουλου), ενώ από τη Σύγχρονη Εποχή έχει κυκλοφορήσει και το πρώτο μυθιστόρημα του Τσαβαρία, το Επιχείρηση Τζόι (μτφ. Νάνα Παπανικολάου).

Κώστας Αθανασίου