Εκλογικό αποτέλεσμα ομοσπονδιακού διαμετρήματος

hondros

Σε εξέλιξη βρίσκονται, σήμερα Κυριακή, οι «μικρές ομοσπονδιακές εκλογές», όπως ονομάζονται συνήθως οι εκλογές στο γερμανικό κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας. Υπ’ αυτή την έννοια οι σημερινές μου σκέψεις είναι αυτονόητα υψηλού ρίσκου, αναφορικά με τις προβλέψεις τους. Παραδοσιακά, οι εκλογές στη Βόρεια Ρηνανία – Βεστφαλία, αποτελούν το πολιτικό βαρόμετρο για τις γερμανικές εθνικές εκλογές. Όχι μόνο γιατί εδώ ψηφίζει το 1/5 των γερμανών ψηφοφόρων (13 εκατομμύρια), αλλά κυρίως γιατί το κρατίδιο έχει ιδιαίτερο κοινωνικοοικονομικό βάρος για ολόκληρη τη χώρα. Αποτελούσε κάποτε το κέντρο του βιομηχανικού θαύματος της Γερμανίας, σήμερα είναι το παράδειγμα αποβιομηχάνισης, υψηλής ανεργίας [7,5% τον Απρίλιο 2017, 2% πάνω από τον εθνικό μέσο όρο (5,8% Απρίλιος 2017)] και κοινωνικής υποβάθμισης. Οι εκλογές στο πολυπληθέστερο γερμανικό κρατίδιο, που γίνονται παραδοσιακά τον Μάιο, είναι φέτος πολύ κοντά στις ομοσπονδιακές εκλογές της 14ης Σεπτεμβρίου και θα τις καθορίσουν, μιας και όλοι οι αναλυτές συμφωνούν ότι «όποιος θέλει να κερδίσει τις εθνικές εκλογές πρέπει να τα πάει καλά στη Ρηνανία-Βεστφαλία».
Από το 2012 (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα 39,1%, Χριστιανοδημοκράτες 26,3%, Πράσινοι 11,3%, Φιλελεύθεροι 8,6%, Πειρατές 7,8% και Ντι Λίνκε 2,5%), κυβερνάει κοκκινοπράσινος συνασπισμός με κυβερνήτη το υψηλόβαθμο στέλεχος του ΣΚ, κ. Χανελόρε Κραφτ, που την ακολουθεί ο χαρακτηρισμός «η Μέρκελ του ΣΚ». Το ερώτημα των ημερών είναι αν το σημερινό αποτέλεσμα θα είναι τόσο καθαρό όσο το 2012. Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων ημερών δείχνουν ένα ντέρμπι κορυφής ανάμεσα στο ΣΚ και τους Χριστιανοδημοκράτες, με τους πρώτους στο 34%, ενώ ορισμένες δίνουν προβάδισμα στο κόμμα της καγκελαρίου Μέρκελ. Οι Φιλελεύθεροι εμφανίζονται ενισχυμένοι με 10% μέσο όρο, ακολουθούμενοι από του λαϊκιστές της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), που διεκδικώντας την είσοδό τους στο τοπικό κοινοβούλιο ξεπερνούν το 8%, και οι Πράσινοι σημειώνουν σημαντική πτώση με 6%, ενώ το Ντι Λίνκε διεκδικεί με αισιοδοξία την είσοδό του στο κοινοβούλιο μιας και οι δημοσκοπήσεις τη δείχνουν στο όριο του 5%.

Το «φαινόμενο Σούλτς»

Το «φαινόμενο Σουλτς», όπως καταγράφεται πλέον στην πολιτική ορολογία της Γερμανίας, θα επηρεάσει και θα επηρεαστεί από το εκλογικό αποτέλεσμα στη Βόρεια Ρηνανία – Βεστφαλία. Δυστυχώς, εδώ και βδομάδες, τόσο σε επίπεδο δημοσκοπήσεων, όσο και κυρίως σε εκλογές, εδραιώθηκε μια σαφής τάση εξασθένησής του. Εάν αυτό επιβεβαιωθεί και στις εκλογές της 14ης Μαΐου, τότε τόσο το ΣΚ, όσο και ο ίδιος ο υποψήφιος καγκελάριος θα αντιμετωπίσουν ένα σοβαρό πρόβλημα στρατηγικής. Πού όμως οφείλεται αυτή η τάση; Μέχρι πρότινος το επιχείρημα για τις κακές εκλογικές επιδόσεις των Σοσιαλδημοκρατών αποδίδονταν από τον ίδιο τον Σουλτς στο «μπόνους του κυβερνήτη», στο προβάδισμα δηλαδή που έπαιρνε το κόμμα στο οποίο ανήκει ο κυβερνήτης του Κρατιδίου. Αυτό πράγματι ίσχυε, μέχρι τις τελευταίες εκλογές στο Σλέσβικ-Χόλσταϊν, όπου ο κυβερνήτης του, στέλεχος του ΣΚ, έχασε τις εκλογές. Προφανώς, το ζήτημα βρίσκεται στο περιεχόμενο της ίδιας της πολιτικής του κόμματος και προσωπικά του Μάρτιν Σουλτς. Δεν αρκεί πλέον στους ψηφοφόρους η εκφώνηση για περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη, αν αυτό δεν παίρνει «σάρκα και οστά» εφαρμοσμένης πολιτικής. Ο υποψήφιος καγκελάριος αρνείται πεισματικά να τοποθετηθεί στα ζητήματα που αφορούν τα κοινωνικά στρώματα που κάποτε αναφέρονταν στο κόμμα του. Είναι, δε, πλέον καθαρό ότι ο Σουλτς δεν ενδιαφέρεται για μια πραγματική πολιτική αλλαγή στη χώρα του, που αναπόφευκτα θα σηματοδοτούσε και μια αλλαγή για ολόκληρη την Ευρώπη. Το αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα του ΣΚ στο Ζάαρλαντ, αποδόθηκε στη συζήτηση περί πιθανής συγκυβέρνησης Σοσιαλιστών-Αριστεράς-Πρασίνων. Από εκείνη την στιγμή ο Σουλτς διατύπωσε ανοιχτά την προτίμησή του για το ποιον κυβερνητικό συνασπισμό θα προτιμούσε. Μεγάλο συνασπισμό μόνο μ’ αυτόν Καγκελάριο, ή συνεργασία του κόμματός του με τους Πράσινους και τους Φιλελευθέρους. Η νέα γραμμή του, όμως, δεν απέτρεψε την ήττα του κόμματός του στο Σλέσβικ-Χόλστάϊν. Η στάση αυτή των Σοσιαλδημοκρατών επιβεβαιώθηκε και από την Χανερόλε Κράφτ, κυβερνήτη και εκ νέου υποψήφια του ΣΚ στη Βόρεια Ρηνανία –Βεστφαλία, η οποία λίγες μέρες πριν τις κάλπες εμφατικά δήλωσε ότι «με μένα πρωθυπουργό, σας το τονίζω καθαρά, δεν θα υπάρξει κυβέρνηση με τη συμμετοχή της Αριστεράς». Μάλιστα για να εμπεδωθεί αυτό στο εκλογικό σώμα, επιστρατεύτηκε το βαρύ πυροβολικό των ΜΜΕ με τη δημόσια τηλεόραση εμπροσθοφυλακή. Στα πλαίσια της θεωρίας των «δύο άκρων» (σας θυμίζει κάτι;) κλήθηκαν σε ντιμπέιτ, μόνο οι επικεφαλής του Ντι Λίνκε και της Εναλλακτικής για τη Γερμανία. Σε ξεχωριστό ντιμπέιτ θα μιλούσαν όλα τα υπόλοιπα κόμματα μαζί. Φυσικά η Αριστερά δεν συναίνεσε σ’ αυτό και κατήγγειλε τις μεθοδεύσεις της δημόσιας τηλεόρασης. Ίσως έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να σημειώσουμε εδώ, ότι η επικεφαλής του Ντι Λίνκε, Ζέβιμ Ντάγκντελεν, είναι κουρδικής καταγωγής.

Εγγυήτρια της πολιτικής αλλαγής η Αριστερά  

Είναι φανερό ότι στο μεγαλύτερο κρατίδιο της χώρας θα επιχειρηθεί να εφαρμοστεί το πείραμα που θα γίνει πιθανός οδηγός για τις ομοσπονδιακές εκλογές, η κυβερνητική συνεργασία, δηλαδή, του ΣΚ με τους Φιλελεύθερους. Είναι απολύτως κατανοητό, τούτων δοθέντων, γιατί ξεφουσκώνει «το φαινόμενο Σουλτς». Απλά γιατί κανείς δεν πιστεύει το αφήγημά του περί κοινωνικής δικαιοσύνης σε μια κυβέρνηση με τους Φιλελεύθερους.
Το τελευταίο διάστημα το Ντι Λίνκε έχει αυξήσει την πίεσή του προς το ΣΚ και τον ίδιο τον Σουλτς, βάζοντάς τον μπροστά στα πραγματικά πολιτικά επίδικα. Εάν πράγματι ενδιαφέρει τους Σοσιαλιστές η κοινωνική δικαιοσύνη, η ανάσχεση της διαλυτικής διαδικασίας στην Ευρώπη και η αντιστροφή του κλίματος ενίσχυσης των αντιευρωπαϊκών και ακροδεξιών δυνάμεων, τότε πρέπει να δράσουν σήμερα. Μαζί με τους Πράσινους θα μπορούσαν να στηρίξουν στη σημερινή βουλή την πρόταση της Αριστεράς για αναλογική χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος, αλλά και τον περιορισμό των θέσεων εργασίας περιορισμένου χρόνου. Αυτό θα έδινε το μήνυμα στους ψηφοφόρους ότι το ΣΚ εννοεί την πρόθεσή του για πολιτική αλλαγή με ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και θα δημιουργούσε πραγματικό κοινωνικό ρεύμα ανατροπής των σημερινών πολιτικών. Η στροφή της ηγεσίας του, όμως, προς τους Φιλελεύθερους απλά σηματοδοτεί το αντίθετο και στέλνει ψηφοφόρους στους αυθεντικούς εκφραστές των πολιτικών λιτότητας. Τα σημερινά εκλογικά αποτελέσματα θα δείξουν την τελική κατεύθυνση. Μοναδική εγγύηση για μια πολιτική στον αντίποδα του νεοφιλελευθερισμού και της ακροδεξιάς είναι η ενίσχυση της Αριστεράς στη Γερμανία αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη.

Γιώργος Χονδρός
ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ