Εκτός από τις επιτυχίες υπάρχουν και οι δύσκολες πλευρές

 

Η συζήτηση στη Βουλή για τον Προϋπολογισμό του 2018 διέφερε πολύ από αυτόν του 2017 και πολύ περισσότερο του 2016. Η κυβέρνηση ενθαρρυμένη, ως ένα βαθμό από τα οικονομικά δεδομένα, πολύ περισσότερο από τη σύμφωνη γνώμη των δανειστών ότι αυτά συνιστούν ασφαλή βάση για ολοκλήρωση του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018, την έξοδο από το μνημόνιο, αξιοποίησε το βήμα της Βουλής και προχώρησε στην διατύπωση στοιχείων του σχεδιασμού της για το «μετά».
Αυτό προφανώς θεωρούσε ως το πιο εύφορο έδαφος γι’ αυτήν, όχι μόνο γιατί την απομακρύνει από την πολιτική των μνημονιακών καταναγκασμών, συνεπώς και από τις κοινωνικές πληγές που κι αυτή προκάλεσε, αλλά κυρίως διότι η αντιπολίτευση, η Νέα Δημοκρατία, πολύ περισσότερο σ’ αυτό το πεδίο υστερεί τραγικά. Με τις νεοφιλελεύθερες θέσεις της δίνει άφθονο υλικό στον ΣΥΡΙΖΑ να υποστηρίζει ότι η σύγκρουση για το «μετά», περισσότερο από το «τώρα», είναι μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς.

Η στάση της ΝΔ

Η αξιωματική αντιπολίτευση επέλεξε να αντικρούσει ακριβώς αυτά τα στοιχεία της κυβερνητικής γραμμής. Όχι, η οικονομία δεν έχει σταθεροποιηθεί, η έξοδος θα είναι μαϊμού, η κυβέρνηση δεν έχει την εμπιστοσύνη ούτε των αγορών και των επενδυτών, ούτε του λαού. Μ’ αυτή την κυβέρνηση που είναι η χειρότερη της μεταπολίτευσης, δεν μπορεί να υπάρξει μέλλον και ανάρρωση της χώρας, άρα οι εκλογές είναι η λύση, για να απογειωθεί η χώρα στα δικά της χέρια κτλ.
Αυτό φυσικά ως κλίμα στην κοινωνία δεν προκύπτει από καμία δημοσκόπηση, που σταθερά η πλειοψηφία δεν επιθυμεί εκλογές, αλλά ελπίζει σε κάτι καλύτερο, ενώ η διαφορά ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ σταδιακά, έστω βραδέως, σμικρύνεται και η ΝΔ πιέζεται ελαφρά προς τα κάτω. Τώρα ήρθε η σειρά των δικών της, αρθρογράφων να λοιδoρούν τις δημοσκοπήσεις. Αυτοί που λένε ότι η διαφορά (δηλαδή η KAPA Research που ως τώρα συνεργαζόταν με το Βήμα) 4,8 μονάδες είναι κομπογιαννίτες, έγραφε στα «Νέα» ο Γ. Πρετεντέρης.
Γι’ αυτό αναζητά σημεία για πιο αποτελεσματικά χτυπήματα. Εκτός το μηδενισμό των βελτιώσεων σε όλα τα επίπεδα των οικονομικών δεικτών και την καταστροφολογία, τώρα προχωράει στην κατηγορία ότι η κυβέρνηση κάνει παροχές. Προσπαθεί έτσι να υπονομεύσει τη σημασία των μέτρων ανακούφισης που παίρνει η κυβέρνηση και βεβαίως να προκαλέσει την παρέμβαση των δανειστών, υπονομεύοντας την πορεία προς την ολοκλήρωση των προγραμμάτων.

Προσπάθεια επούλωσης πληγών

Η ΝΔ δεν μπορεί να χωνέψει ότι αυτά τα μέτρα που εκείνη χαρακτηρίζει παροχές, είναι στοιχεία της αριστερής αντίληψης της κυβέρνησης και αυτό έτσι το αντιλαμβάνεται και η κοινωνία. Είναι μικρά διάσπαρτα μέτρα, που επουλώνουν κοινωνικές πληγές ή λύνουν μικρά λαϊκά προβλήματα, παρά τις δυσκολίες. Και αυτό επίσης το καταλαβαίνει ο κόσμος. Μια κουβέντα της υπουργού Εργασίας, Έφης Αχτσιόγλου, νομίζω αποδίδει πλήρως τη βαριά κατάσταση αφερεγγυότητας που βρίσκεται η ΝΔ. Είπε, λοιπόν, ότι «μας κατηγορείται ότι τα 400 ευρώ για τους νέους ανέργους είναι φιλοδώρημα, ενώ εσείς ψηφίσατε τα 440 ευρώ ως κανονικό μόνιμο μισθό γι’ αυτούς τους νέους».
Το ίδιο ισχύει σχεδόν για όλα, γι’ αυτό ΝΔ και Κίνημα Αλλαγής πέφτουν σε συνεχείς αντιφάσεις. Οι πιο έξυπνοι αντικυβερνητικοί αρθρογράφοι, βλέποντας τα αδιέξοδα στη γραμμή της ΝΔ, θα την προειδοποιήσουν ότι δεν πρέπει να υποτιμά τη σημασία αυτών των μέτρων, ούτε και την αντοχή που επέδειξε αυτή η κυβέρνηση, όπως και την υπομονή του κόσμου να περιμένει.
Η κυβέρνηση, λοιπόν, για να επανέλθουμε σ ‘αυτή, επιδιώκει, με δεδομένους τους περιορισμούς που έχει, να διαμορφώσει ένα σταθερό πολιτικό έδαφος στηριγμένη στα πιο εκτεθειμένα στις συνέπειες της κρίσης κοινωνικά στρώματα. Σ’ αυτά απευθύνονται τα μέτρα που παίρνει ή αποτρέπει να παρθούν λόγω πιέσεων από τους δανειστές. Όμως, αυτό για να έχει τη μέγιστη αποτελεσματικότητα και για να συνδέεται οργανικά με τις καλές επιδόσεις της οικονομίας χρειάζεται και ένα ακόμα στοιχείο. Κι αυτό είναι η παραδοχή των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η πλειοψηφία της κοινωνίας, όχι η απόκρυψή τους ή η μη αναφορά που χρειάζεται. Τότε είναι πιο ορατά και τα δετικά δεδομένα.

Όχι στις ωραιοποιήσεις

Οι κεντρικές παρεμβάσεις κατά τη συζήτηση για τον Προϋπολογισμό δεν διατρέχονταν απ’ αυτό το χαρακτηριστικό παρά σε περιορισμένο βαθμό. Η προοπτική της εξόδου και οι σχετικά θετικοί δείκτες, με τον υπερτονισμό τους μέχρι σφάλματος, άγγιξαν τα όρια της ωραιοποίησης, είχαν μια αίσθηση επιτυχίας και ευεξίας που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, των δυσκολιών μεγάλου μέρους της κοινωνίας που βλέπει το διαθέσιμο εισόδημα του και επί των ημερών αυτής της κυβέρνησης να μειώνεται. Κι αυτό το γνωρίζει ο κόσμος πολύ καλά, όπως και τις δυσκολίες της κυβέρνησης και τα λάθη της, ακόμη, αλλά περιμένει να δει το τελικό αποτέλεσμα. Δεν πάει αλλού παρά σε μικρό βαθμό, μη πολιτικά σημαντικό.
Δεν ωφελεί στη Βουλή οι ομιλητές να διακατέχονται από το άγχος, όπως συμβαίνει συχνά, της απάντησης σ’ αυτούς της Δεξιάς. Οι παρεμβάσεις πρέπει να απευθύνονται στον κόσμο. Να βλέπει κυρίως ότι τα στελέχη της κυβέρνησης έχουν γνώση των προβλημάτων τους τα οποία αναφέρουν. Σε προηγούμενες συζητήσεις στη Βουλή οι κεντρικοί ομιλητές της κυβέρνησης τα καταφέρνουν ομολογουμένως σ’ αυτό το θέμα, καλύτερα.
Η δουλειά που έχουν η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ να κάνουν το 2018 είναι πολύ απαιτητική, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά μια και έχει ανοίξει η συζήτηση για το «μετά», πρέπει να βρεθούν τα μέτρα και οι τρόποι για να είναι το 2018 όντως σταθμός ιστορικός. Που δεν θα σημάνει μόνο το τέλος του προγράμματος, κάτι που οι αντίπαλοι της καταλαβαίνουν την ιστορική αξία του και γι’ αυτό δεν θέλουν να συμβεί στα χέρια της Αριστεράς, αλλά και ότι εξασφαλίζεται δημοσιονομικός χώρος και πολιτική και κοινωνική στήριξη να προχωρήσει σε μέτρα και μεταρρυθμίσεις που θα συνενώνουν, θα δίνουν μια συνεκτική ταυτότητα στα τόσα πολλά χρήσιμα και διάσπαρτα που έχουν γίνει μέχρι σήμερα. Μια ταυτότητα που θα αναγνωρίζει η κοινωνία στην Αριστερά, που δεν έχασε το δρόμο πορευόμενη έστω και μέσα σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες.

 

Προληπτική γραμμή… υπονόμευσης

plaisio

Το ερώτημα που, αυθόρμητα, τέθηκε αμέσως μετά τη δήλωση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ήταν το εξής: ποιος ο βαθύτερος λόγος που πρότεινε «προληπτική γραμμή στήριξης» για την Ελλάδα μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος τον Αύγουστο; Μόλις είχε ολοκληρωθεί η συζήτηση για τον Προϋπολογισμό στη Βουλή και κανείς δεν τόλμησε από την αντιπολίτευση να θέσει, ευθέως, τέτοιο ζήτημα. Ο κ. Στουρνάρας και ως υπουργός Οικονομικών και ως διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας πρέπει να γνωρίζει τη σημασία της πρότασής του. Και είναι απορίας άξιον, διότι οι δανειστές και γενικώς ισχυροί παράγοντες της αγοράς, που πάντοτε προσέχει ο διοικητής, και τους επικαλείται όταν είναι να πιέσει την κυβέρνηση, όχι μόνο δεν έχουν θέσει τέτοιο ζήτημα, ή δεν έχουν διατυπώσει αμφιβολίες, αλλά αντίθετα εργάζονται η έξοδος και η δυνατότητα προσφυγής για δανεισμό στις αγορές να γίνει απρόσκοπτα. Ασφαλώς, ο κεντρικός τραπεζίτης, σε κάθε χώρα, διαμορφώνει την άποψή του με τα δικά του κριτήρια. Αλλά γιατί αυτό έπρεπε να γίνει δημοσίως και όχι με το θεσμικά ορισμένο τρόπο στη σχέση του με την κυβέρνηση;
Ποια, λοιπόν, μπορεί να είναι τα κίνητρα; Μα κυρίως πολιτικά. Πρώτον, θέτοντας θέμα αξιοπιστίας της ελληνικής πλευράς. «Κάτι τέτοιο», δηλαδή η προληπτική γραμμή, «θα τονώσει την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών στις μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, διότι αυτοί θα γνωρίζουν ότι η οικονομική πολιτική είναι και θα παραμείνει συνετή, αποκλείοντας την επανεμφάνιση των ανισορροπιών».
Μ’ άλλα λόγια με τους όρους που θα τεθούν, λόγω πιστοληπτικής γραμμής, η ελληνική κυβέρνηση θα υποχρεώνεται σε μια ορισμένη οικονομική πολιτική, δηλαδή, αυτή θα ενισχυθεί με περαιτέρω νεοφιλελεύθερα μέτρα. Θα πρόσεξαν ασφαλώς οι αναγνώστες μας ότι τις τελευταίες μέρες η γλώσσα της αντιπολίτευσης δεν περιορίζεται απλώς στο να λέει ότι η έξοδος είναι «μαϊμού» κ.τ.λ., αλλά εγείρει και ζήτημα «παραχολογίας».

Υπεράσπιση του νεοφιλελευθερισμού και της λιτότητας

Δηλαδή, υποστηρίζει ότι εφόσον κάνει τώρα «όργιο παροχών», μετά τον Αύγουστο η κυβέρνηση θα τα διαλύσει όλα! Η «Καθημερινή» ανακάλυψε ήδη «γκρίνιες στις Βρυξέλλες». Τώρα, στον αγώνα της νόθευσης της εξόδου μπαίνει και ο κ. διοικητής. Οι ευρύτερες συντηρητικές δυνάμεις έχουν δύο στόχους, αλληλένδετους. Πρώτον, να διασφαλισθεί με σιδερένιους νόμους η νεοφιλελεύθερη πολιτική και μεσοπρόθεσμα. Δεύτερον, να υπονομευθεί η πολιτική δυναμική της κυβέρνησης, να ηττηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ καθώς εκτιμούν ότι μία δεύτερη τετραετία κυβέρνησης με κορμό την αριστερά αλλάζει ριζικά τα δεδομένα. Λέγοντας μάλιστα ότι η «πιστοληπτική γραμμή» είναι απαραίτητη «για να μην απολεσθεί η δυνατότητα των ελληνικών ομολόγων (α) να χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις στις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος και (β) να συμμετάσχουν στις αγορές ομολόγων της ΕΚΤ στο πλαίσιο του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (QE)». Είναι, δηλαδή, σαν να προϊδεάζει ότι χωρίς την υιοθέτηση της πρότασής του δεν μπορεί ούτε τα ελληνικά ομόλογα να συμμετάσχουν, μετά τον Αύγουστο, στο πρόγραμμα της ΕΚΤ για ποσοτική χαλάρωση. Εξαιρετική, όντως, βοήθεια της Κεντρικής Τράπεζας στην πολύπαθη οικονομία –όχι βέβαια από τον ΣΥΡΙΖΑ– της χώρας.
Είναι αναμενόμενο η κυβέρνηση στην πολιτική αυτή παρέμβαση του διοικητή να απαντήσει πολιτικά και χωρίς περιφράσεις. Η απάντηση είναι σύντομη: «Επειδή ένας αποτυχημένος υπουργός Οικονομικών τότε και μια αποτυχημένη κυβέρνηση, είχαν θέσει ως βέλτιστη εκδοχή όχι την έξοδο στις αγορές με ευνοϊκά επιτόκια, αλλά τη γραμμή στήριξης, δε σημαίνει ότι μια πετυχημένη κυβέρνηση δεν θα τα καταφέρει πολύ καλύτερα. Ήδη όλες οι ενδείξεις, αυτό αποδεικνύουν».

Π. Κλαυδιανός