ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΕΡΗ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΖΙΝΟ: Είναι η ανάπτυξη που θέλουμε;

tzela

Εντονες είναι οι αντιδράσεις για την αλλαγή που έφερε το πολυνομοσχέδιο στην αδειοδότηση των καζίνο στη χώρα, καθώς μπορεί να προωθείται ως αναπτυξιακό και επενδυτικό μέτρο από την κυβέρνηση, αλλά οι τοπικές κοινωνίες και οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ επισημαίνουν πως δεν είναι αυτό το είδος της ανάπτυξης που θέλουμε ως αριστερά και που θα ωφελήσει την κοινωνία.

Τι άλλαξε στο νόμο

Συγκεκριμένα, η ρύθμιση του πολυνομοσχεδίου άλλαξε το νόμο 2206 του 1994, με τον οποίο είχαν πάρει άδεια 12 καζίνο και για τα επόμενα 12 χρόνια απαγόρευε τη χορήγηση άλλων αδειών. Παρά το πέρας της προθεσμίας, δεν ξαναβγήκε σχετική προκήρυξη μέχρι και σήμερα, με εξαίρεση το καζίνο που προβλέπεται να λειτουργήσει στο Ελληνικό.
«Ο λόγος της αλλαγής είναι γιατί ο 2206 θεωρείται απαρχαιωμένος και δεν συμβαδίζει με το ευρωπαϊκό δίκαιο, ενώ οι επιχειρήσεις αυτές συμβάλλουν στον τομέα της τουριστικής ανάπτυξης. Στο θέμα του παιχνιδιού και των αδειών, η διαδικασία γίνεται πιο ευέλικτη και θα μπορεί να προκηρύσσεται διαγωνισμός για άδεια οποιαδήποτε στιγμή από την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ), μετά από κοινή απόφαση των αρμόδιων υπουργείων, αλλά στο θέμα των απαιτήσεων και του ελέγχου των καζίνο οι διαδικασίες είναι πολύ πιο αυστηρές», εξηγεί στην «Εποχή» πηγή του υπουργείου Οικονομικών.
Η νέα ρύθμιση θέτει πολλές δικλείδες ασφαλείας, που δεν υπήρχαν στο παρελθόν, όσον αφορά την προϋπόθεση σχεδίου χρηματοδότησης της επιχείρησης (και σε περίπτωση μετέπειτα έλλειψης κεφαλαίου για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της), συγκεκριμένο  πλάνο δραστηριοτήτων, εξέταση των μετόχων και των στελεχών της κτλ. Επίσης εξασφαλίζεται η καταβολή του μισθού των εργαζομένων (μέχρι σήμερα είναι πολλά τα παραδείγματα με απλήρωτους εργαζόμενους στα καζίνο), καθώς αν η καθυστέρηση ξεπεράσει τον ένα μήνα, προβλέπεται η ανάκληση της άδειας λειτουργίας για δύο μήνες, ενώ μπορεί να οδηγηθεί και σε οριστική αφαίρεση, αν η επιχείρηση συνεχίσει την παραβίαση των όρων.
Ταυτόχρονα, σημειώνεται πως η δυνατότητα μετακίνησης που προβλέπεται για τα 8 από τα 12 υπάρχοντα καζίνο, και πάλι υπόκειται στους περιορισμούς για απόσταση από μη υπερεμπορικές και τουριστικές συνοικίες.
«Σημαντικό στοιχείο είναι ότι έτσι όπως διαμορφώνεται πια η διαγωνιστική διαδικασία για τις άδειες, δεν υπάρχει κίνδυνος απόφασης από τα μέλη της επιτροπής κατά το δοκούν, βασισμένα σε προσωπικές επιλογές και συμφέροντα, αλλά έχουν τη δυνατότητα να ελέγξουν μόνο αν πληρούνται τα στάνταρ κριτήρια που προβλέπει η διαδικασία», επισημάνει η πηγή από το υπ. Οικονομικών.

Διαφωνία τοπικών κοινωνιών

Από εκεί και πέρα, όμως, ξεκινούν τα προβλήματα που έχει η νέα ρύθμιση για τα καζίνο. Ο νόμος του 1994 προέβλεπε η άδεια να εξετάζεται και να δίνεται από 7μελή επιτροπή υπό το υπουργείο Τουρισμού, όπου συμμετείχε και ο εκάστοτε δήμος και νομός, που σήμαινε την εκπροσώπηση της τοπικής κοινωνίας. Γεγονός που τώρα χάνεται και αποτελεί έναν από τους λόγους διαφωνίας των τριών κοινωνιών, όπου πρόκειται να δημιουργηθούν τα νέα καζίνο, Σαντορίνη, Μύκονο και Ηράκλειο Κρήτης (για την τελευταία είχε οριστεί από το ’94 η δυνατότητα δημιουργίας καζίνο), καθώς νιώθουν πως «δεν υπήρξε επαρκής διαβούλευση για το ζήτημα»,  όπως σημειώνει πηγή από τον ΣΥΡΙΖΑ Κυκλάδων.
Στη Σαντορίνη το δημοτικό συμβούλιο εξέδωσε ψήφισμα όταν τελείωσε η ηλεκτρονική διαβούλευση του πολυνομοσχεδίου, στο οποίο δηλώνεται η πλήρης αντίθεση με τη δημιουργία καζίνο «καθόσον οι επιπτώσεις από μια τέτοια ενέργεια θα είναι ανεπανόρθωτες στην οικονομία, στον πολιτισμό και στην κοινωνική δομή του νησιού μας». Στο ίδιο μήκος κύματος και το δημοτικό συμβούλιο της Μυκόνου, το οποίο αποφάσισε επιπλέον τη διενέργεια δημοψηφίσματος και συλλογής υπογραφών για την εμπόδισή του, ενώ διαμαρτυρίες διατυπώθηκαν και από βουλευτές και τοπικούς παράγοντες της Κρήτης.
Βέβαια, τα αίτια και η φιλοσοφία των διαμαρτυριών δεν είναι κοινά ανάμεσα στους δρώντες, όπως τονίζει η πηγή από τον ΣΥΡΙΖΑ Κυκλάδων, καθώς «ασκείται μεγάλη κριτική στο νομοσχέδιο, αλλά δεν είναι όλες οι αντιδράσεις αθώες. Ιδίως από τα δεξιά, που γίνονται προκειμένου να χτυπήσουν την κυβέρνηση σε ό,τι μπορούν, και όχι στη βάση της δικής μας λογικής». «Η δικιά μας κριτική ασκείται βάσει της εμπειρίας από το καζίνο στη Σύρο», εξηγεί, «που με το ζόρι μένει ανοιχτό, με απλήρωτους εργαζόμενους, αφού δεν ήταν η μεγάλη επένδυση που περίμεναν. Συνήθως έτσι συμβαίνει με τα καζίνο, κερδίζουν τα πρώτα πέντε χρόνια και μετά αρχίζει η φθίνουσα πορεία».

Υπερκορεσμός των νησιών

Τα τρία αυτά νησιωτικά μέρη επιλέχθηκαν, βάσει των λεγομένων της κυβερνητικής πηγής, γιατί θεωρείται πως είναι μεγάλοι τουριστικοί προορισμοί και αναμένεται να προσελκύσουν κατά αυτόν τον τρόπο εύπορους τουρίστες. Όμως, οι τοπικοί φορείς τονίζουν πως αντίθετα μια τέτοια κίνηση θα έβλαπτε τον τουρισμό. «Η τουριστική ανάπτυξη της Κρήτης δεν έχει ανάγκη από καζίνο, αλλά από ένα συνολικό στρατηγικό σχεδιασμό με έμφαση στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του νησιού, καθώς μάλιστα δεν έχει ακόμα παρουσιαστεί το νέο χωροταξικό του τουρισμού», ανακοίνωσε η Νομαρχιακή Επιτροπή ΣΥΡΙΖΑ Ηρακλείου, τονίζοντας πως η θέση της ήταν πάντοτε αρνητική στη λειτουργία τέτοιων επιχειρήσεων.
Αντίστοιχα, «στη Σαντορίνη υπάρχει πρόβλημα χωροθέτησης και άναρχης δόμησης, δεν υπάρχουν αρκετά σπίτια να καλύψουν τις ανάγκες στέγασης των υπαλλήλων του ευρύτερου δημοσίου τομέα στο νησί, εκπαιδευτικοί, γιατροί, πυροσβέστες κτλ, όπως και οι εποχικοί ιδιωτικοί υπάλληλοι. Αυτό δημιουργεί πολύ μεγάλο πρόβλημα στη λειτουργία του νησιού, πέφτει η ποιότητα των υπηρεσιών για τις οποίες είναι τουριστικός προορισμός. Όλα αυτά θα χειροτερεύσουν, αν γίνει καζίνο», τονίζει και η Ανθή Πατραμάνη, από τη Νομαρχιακή Επιτροπή ΣΥΡΙΖΑ Κυκλάδων και εκπαιδευτικός στη Σαντορίνη.
Εν γένει, η πάγια θέση των αριστερών οργανώσεων για τα νησιά ήταν να σταματήσει η υπερεκμετάλλευσή τους, ώστε να μην απολέσουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους στο βωμό του κέρδους. Για αυτό και οι προτάσεις της ΝΕ ΣΥΡΙΖΑ Κυκλάδων είναι «η σύνδεση των φυσικών και πολιτιστικών χώρων με την τοπική παραγωγή και ανάλογα της φέρουσας δυνατότητας που έχουν τα νησιά, ώστε να υπάρχει βιωσιμότητα για αρκετά χρόνια. Στο κομμάτι της βιώσιμης ανάπτυξης που έχουμε προτείνει, εμπεριέχεται και η δημιουργία ενδοκυκλαδικού δικτύου σύνδεσης και μεταφοράς, για να προσφέρονται και να καταναλώνονται τα προϊόντα του κάθε νησιού και από τα υπόλοιπα. Τα καζίνο δεν είναι το μοντέλο ανάπτυξης που οραματιζόμαστε», σύμφωνα με την εκπαιδευτικό.
Οι τοπικές οργανώσεις της αριστεράς θεωρούν πως, πέραν των ποιοτικών χαρακτηριστικών, η λειτουργία των καζίνο δεν θα αποδώσει ούτε ως ποσοτικό μέτρο ανάπτυξης, αφού, πρώτον, κατά βάση οι ξένοι τουρίστες δεν έρχονται στην Ελλάδα για τα καζίνο, που έχουν και στη χώρα τους, άλλα για το κλίμα, τη φυσική ομορφιά, τον πολιτισμό. Και, δεύτερον, όσοι έρθουν για τα τυχερά παιχνίδια, το πιθανότερο είναι να μην κυκλοφορούν στο νησί, για να υπάρξει κίνηση του χρήματος και σε μικρότερες επιχειρήσεις, αφού τα καζίνο θα είναι στο μοντέλο των μεγάλων ξενοδοχείων, που προσφέρουν τα πάντα μέσα στις εγκαταστάσεις τους και οι τουρίστες δεν φεύγουν από εκεί.

Μετά από αυτές τις διαμαρτυρίες, ο υπουργός Οικονομικών, Ευ. Τσακαλώτος προσπάθησε να βελτιώσει τη ρύθμιση, εισάγοντας την εποχική λειτουργία των καζίνο από Μάρτιο μέχρι Οκτώβριο για τα νησιά της Σαντορίνης και της Μυκόνου. Στοιχείο, όμως, που δεν θεωρείται αρκετό από τους τοπικούς παράγοντες, αφού και πάλι πρόκειται για αρκετούς μήνες, ενώ αυτά νησιά πια προσελκύουν τουρισμό σχεδόν όλο το χρόνο.

Το αγκάθι της φορολόγησης και των δανείων

tzela2

Παράλληλα, αντίθετα σε κάθε έννοια φορολογικής προοδευτικότητας θεωρείται το γεγονός του επαναπροσδιορισμού των φορολογικών συντελεστών για τα νέα καζίνο. Για όσα θα έχουν μεικτά κέρδη μέχρι 100.000.000 ευρώ το ποσοστό συμμετοχής του Δημοσίου διαμορφώνεται στο 20%, από 100 εκατ. μέχρι 200 εκατ. ευρώ στο 15%, για μέχρι 500 εκατ. στο 12% και από εκεί και πάνω στο 8%, καθώς, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του πολυνομοσχεδίου «οι υψηλοί συντελεστές συμμετοχής του Δημοσίου στα έσοδα των καζίνο, σε συνδυασμό με τη μείωση των εσόδων τους θέτουν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων των καζίνο». Γεγονός, βέβαια, που ισχύει και για πολλές άλλες επιχειρήσεις, που σε καμία περίπτωση δεν έχουν τόσο μεγάλα κέρδη, αλλά η φορολογία τους παραμένει πιο υψηλή. Τη στιγμή μάλιστα που προσφέρουν πολύ σημαντικότερες και ουσιώδεις υπηρεσίες σε σχέση με τον τζόγο. Ενώ ακόμα και η διαβάθμιση των συντελεστών ανάλογα του τζίρου των καζίνο είναι αντίστροφη της λογικής πως φορολογείται περισσότερο αυτός που κατέχει περισσότερα.
Ένα ακόμα αγκάθι της ρύθμισης είναι η δυνατότητα παροχής δανείου στους παίκτες από τα καζίνο. «Η δυνατότητα αυτή προβλέπεται γιατί ένας πολύ εύπορος παίκτης δεν μπορεί να κουβαλάει πάνω του τόσο μεγάλα ποσά, οπότε θα μπορεί να του τα δανείζει εκεί το  καζίνο για να παίξει. Ένας άνθρωπος χαμηλών εισοδημάτων ούτως ή άλλως δεν θα μπορεί να δανειστεί, γιατί το δάνειο δίνεται μόνο για άνω των 50.000 ευρώ», εξηγεί η πηγή από το υπουργείο Οικονομικών.
«Είναι απαράδεκτο να μπορεί το καζίνο να δώσει δάνειο στους παίκτες. Αυτό σημαίνει είτε ότι οι άρρωστοι άνθρωποι θα δίνουν μέχρι και τα σπίτια τους για να ξεπληρώσουν το δάνειο που πήραν εξαιτίας του εθισμού τους, είτε ότι δεν θα μπορεί το καζίνο να εισπράξει πίσω το δάνειο, και δεν ξέρουμε τι πρακτικές θα ακολουθήσει μετά για να τα καταφέρει», τονίζει από την άλλη ο Γιώργος, πρώην εθισμένος στα τυχερά παιχνίδια, αφού δεν έχουν τεθεί στο νόμο οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορεί να χορηγείται το δάνειο.

Το πρόβλημα του εθισμού

Και εδώ έρχεται το μεγαλύτερο πρόβλημα, όχι μόνο της ρύθμισης, αλλά εν γένει της ύπαρξης των καζίνο. Η αρρώστια του εθισμού στον τζόγο.
«Τα καζίνο είναι καταστροφή. Οι νομοθέτες θα έπρεπε να δουν αυτά τα ζητήματα όχι σαν οικονομικά και αναπτυξιακά, αλλά ως αυτό που είναι, αρρώστια δηλαδή», εξηγεί ο Γιώργος που χρόνια πάλευε να θεραπευτεί από αυτήν, και συνεχίζει: «Αν το κράτος ήταν πιο ανοιχτόμυαλο, θα τα καταργούσε. Η πολιτεία δεν λαμβάνει υπόψη το κοινωνικό κόστος του τζόγου. Αν υπολογίσουμε τα πόσα χρήματα κερδίζει το κράτος από τη φορολογία των καζίνο και πόσα χάνει από τους εθισμένους ανθρώπους που δεν πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους γιατί έχουν παίξει και χάσει την περιουσία τους, τότε καταλαβαίνουμε ότι περισσότερα χάνουμε από αυτά, παρά κερδίζουμε. Αλλά δυστυχώς, κανείς δεν υπολογίζει ότι εξαιτίας των καζίνο οι άνθρωποι καταστρέφονται, χάνονται εργατοώρες γιατί τους τρώει το σαράκι του τζόγου, και τελικά χάνει στο σύνολό της η κοινωνία παραγωγικούς ανθρώπους».
Όπως περιγράφει ο ίδιος, ο εθισμός στα τυχερά παιχνίδια δεν είναι κάτι που συμβαίνει ανάλογα με τα χρήματα που διαθέτει ο καθένας, για αυτό και δεν μπορούμε να λέμε ότι τα καζίνο απευθύνονται στους έχοντες, και άρα δεν χάνει ο μέσος πολίτης χρήματα. Ο καθένας μπορεί να εθιστεί και το πρόβλημα με αυτόν τον εθισμό είναι πως ενώ «ο αλκοολικός ή ο ναρκομανής θα φανεί ότι έχει πρόβλημα, και έτσι υπάρχει μεγαλύτερη πίεση για να ζητήσει βοήθεια, ο τζογαδόρος δεν φαίνεται».
Για αυτό και ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που θα υπάρξουν στο μέλλον, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι το καζίνο στο Ελληνικό, καθώς «θα είναι μέσα στην πόλη και θα είναι ό,τι χειρότερο για τους άρρωστους ανθρώπους. Μέχρι να κάνει το ταξίδι κάποιος να πάει στην Πάρνηθα, στο Λουτράκι κτλ, μπορεί και να το ξανασκεφτόταν και να κατάφερνε να αντισταθεί, τώρα που θα είναι μέσα στα πόδια του, δεν θα γίνεται».
Τελικά, όπως εξηγεί η πηγή από τον ΣΥΡΙΖΑ Κυκλάδων, στη συζήτηση για την αδειοδότηση των καζίνο επικρατούν δύο σχολές σκέψεις. «Η μία, που υποστηρίζουμε, λέει ότι δεν πρέπει να ενισχύεις τον τζόγο μέσα από τα καζίνο και ότι δεν επιθυμούμε τέτοια ανάπτυξη. Η άλλη σχολή υποστηρίζει ότι στη σημερινή πραγματικότητα που μπορεί ο καθένας να έχει μια εφαρμογή στο smartphone και να τζογάρει online, είναι προτιμότερο να γίνεται μέσα από μία επιχείρηση, που θα φέρει τουρίστες και ξένους επισκέπτες, θα είναι κερδοφόρα, φέρνοντας χρήματα στο κράτος».
Η δεύτερη σχολή, όμως, μάλλον μπλέκει το ρεαλισμό με τον κυνισμό. Ρεαλισμός δεν σημαίνει ούτε ότι δεν βλέπουμε τι συμβαίνει και πώς λειτουργεί η σημερινή πραγματικότητα, ούτε όμως ότι την αποδεχόμαστε όπως είναι, προσπαθώντας να βγάλουμε το μεγαλύτερο κέρδος. Είναι ότι προσπαθούμε κάθε φορά να αλλάξουμε τα κακώς κείμενα της κοινωνικής πραγματικότητας και να τη βελτιώσουμε.
Τζέλα Αλιπράντη