Ενηλικιώσεις στη σκόνη του Λος Άντζελες και της ύφεσης

Τζον Φάντε “Ρώτα τη σκόνη” (μτφ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)

Μετά από πολλά χρόνια επανεκδόθηκε στα ελληνικά ένα βιβλίο που πλέον έχει καταταχτεί στα «κλασικά» της λογοτεχνίας των ΗΠΑ, το Ρώτα τη σκόνη, του Τζον Φάντε. Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1939, στις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ενώ συνεχιζόταν η βαθιά οικονομική ύφεση στις ΗΠΑ. Αποτελεί το τρίτο, στην πραγματικότητα, μέρος της «Τετραλογίας Μπαντίνι», αν και δημοσιεύθηκε δεύτερο στη σειρά. Το μυθιστόρημα αυτό θεωρείται ότι επηρέασε καθοριστικά συγγραφείς όπως ο Τσαρλς Μπουκόφσκι (το παραδέχεται άλλωστε και ο ίδιος, στον εγκωμιαστικό πρόλογο του βιβλίου που έγραψε το 1979), αλλά και οι συγγραφείς της «γενιάς μπιτ».

Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο εικοσάχρονος Αρτούρο Μπαντίνι, είναι ένας νεαρός Ιταλοαμερικανός που έρχεται από την επαρχία στη μεγαλούπολη, στο Λος Άντζελες, αποφασισμένος να γίνει (και να πετύχει ως) συγγραφέας. Έχει ήδη δημοσιεύσει ένα διήγημα σε κάποιο περιοδικό (αντίτυπα του οποίου κουβαλάει μαζί του και μοιράζει όποτε βρίσκει ευκαιρία), αλλά τώρα έχει βάλει τον πήχη πιο ψηλά, θέτοντας στον εαυτό του υψηλότερες συγγραφικές προκλήσεις. Φαντασιώνεται τον εαυτό του ως καταξιωμένο, διάσημο και πλούσιο συγγραφέα («Εγώ αυτοπροσώπως. Ο Αρτούρο Μπαντίνι. Ο μεγαλύτερος συγγραφέας που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα»), αλλά προς το παρόν βασανίζεται από μια μόνιμη συγγραφική αγωνία, ζει σε ένα άθλιο ξενοδοχείο, με γείτονες στα υπόλοιπα δωμάτια κάποιους τύπους σε εξίσου θλιβερή κατάσταση, ενώ για μεγάλο διάστημα τρέφεται αποκλειστικά με φρούτα, κυρίως πορτοκάλια, που του δίνει πολύ φθηνά ο Γιαπωνέζος μανάβης της περιοχής («Πορτοκάλια, πέντε σεντς η δωδεκάδα. Τα τρώω στο κρεβάτι, τα τρώω για μεσημεριανό, τα καταπίνω με το ζόρι για βραδινό. Η κατάσταση στο στομάχι μου ήταν χάλια»). Ζει μια ζωή όπου εναλλάσσονται διαρκώς η μιζέρια και η αισιοδοξία, η αγωνία και η ελπίδα, η αποφασιστικότητα και η  ενοχή.
Κρίσιμη καμπή στη ζωή του, η στιγμή που μπαίνει σε ένα μπαρ της καταστροφής («παλιομοδίτικο μέρος, με πριονίδι στο πάτωμα, αδέξια σκίτσα με γυμνά σώματα γυναικών στους τοίχους. Ήταν ένα σαλούν όπου μαζεύονταν οι γέροι, όπου η μπίρα ήταν φτηνή και ξινισμένη, όπου το παρελθόν παρέμενε αμετάβλητο»), όπου συναντά την Καμίγια, τη μεξικανικής καταγωγής σερβιτόρα, με την οποία αρχίζει να δημιουργεί μια σχεδόν νοσηρή σχέση αγάπης-μίσους, καθώς την ερωτεύεται με έναν τρόπο αντιφατικό και αβέβαιο – από τη μια την περιφρονεί τόσο ως γυναίκα (άλλωστε είναι σχεδόν κανόνας για τους άντρες του βιβλίου να μιλάνε περιφρονητικά για τις γυναίκες) όσο και ως «λιγδιάρα Μεξικάνα» και από την άλλη προσκολλάται σε αυτήν, με τρόπο έως και απελπισμένο μερικές φορές. Σε έναν τόπο όπου στα ξενοδοχεία δεν θέλουν Μεξικάνους και Εβραίους και όπου η Καμίγια τού απαντάει με ίδιο «ύφος», στο ίδιο πλαίσιο («Από πού κι ως πού εσύ Αμερικάνος. Κοίτα  το δέρμα σου. Είσαι κατάμαυρος σαν Ιταλιάνος»), ο συγγραφέας –που έχει σημαδευτεί και ο ίδιος από την ιταλική καταγωγή του («όταν ήμουν παιδί με πλήγωναν φωνάζοντάς με Μακαρονά και Λατίνο και Λιγδιάρη […] με πλήγωναν τόσο βαθιά που δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω ίδιος μ’ αυτούς, οι προσβολές τους με οδήγησαν στα βιβλία»)– έχει μια διαρκώς αντιφατική στάση («όταν σε αποκάλεσα λιγδιάρα δεν το εννοούσα», λέει λίγο μετά), η οποία θα τον ακολουθήσει μέχρι την τελική δραματική σκηνή του βιβλίου.

Ένας αντιφατικός χαρακτήρας

Πολλή συζήτηση έχει γίνει κατά καιρούς για τον χαρακτήρα του πρωταγωνιστή. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Φάντε δεν πλάθει έναν μονοσήμαντο χαρακτήρα. Ο Αρτούρο Μπαντίνι είναι αυτοαναφορικός και εγωκεντρικός αλλά και γεμάτος αλληλεγγύη, άλλοτε ανασφαλής και άλλοτε αισιόδοξος σε βαθμό σχεδόν μεγαλομανίας, άλλοτε αποφασιστικός και άλλοτε γεμάτος ενοχές που παίρνουν ακόμα και τον δρόμο της θρησκείας, τη μια τρυφερός την άλλη βίαιος,  όντας ο τραγικός, τελικά, πρωταγωνιστής μιας δύσκολης ιστορίας ενηλικίωσης, ωρίμανσης, έρωτα, ο οποίος πολλές φορές ζει στη φαντασία του με τρόπο που τον κάνει ανίκανο να ζήσει στην πραγματικότητα. Φαίνεται να ζει έχοντας στο βλέμμα του μόνο τη μελλοντική λογοτεχνική του επιτυχία (που όταν μοιάζει να έρχεται καλύπτει τα πάντα – «Στην Ευρώπη πόλεμος, η ομιλία του Χίτλερ, πρόβλημα στην Πολωνία… Σιγά τις ειδήσεις!» λέει όταν επιτέλους ο εκδότης αγοράζει το βιβλίο του), αλλά στην επόμενη ακριβώς σελίδα, μπροστά στη θλιμμένη συντριβή της αγαπημένης του, η αυθόρμητη στάση του είναι «ποιος νοιαζόταν τώρα για το μυθιστόρημα, για ένα ακόμα ψωρομυθιστόρημα;».
Έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία

Το Ρώτα τον άνεμο είναι γεμάτο από προφανή αυτοβιογραφικά στοιχεία του Τζον Φάντε – το δηλώνει άλλωστε και ο ίδιος σε μια επιστολή του που υπάρχει στο τέλος του βιβλίου. Ο συγγραφέας επιλέγει να αποτυπώσει εκείνη τη δύσκολη εποχή της κρίσης και τον κόσμο που έχει βγει στο περιθώριο του πλούσιου Λος Άντζελες που ζει την παράλληλη γυαλιστερή ζωή του, με τρόπο πλάγιο, έμμεσο, πλάθοντας εικόνες που σκιαγραφούν αυτόν τον κόσμο και αποφεύγοντας τον άμεσο πολιτικοκοινωνικό σχολιασμό. Ζωγραφίζει έτσι ένα Λος Άντζελες γεμάτο «ασταμάτητη σκόνη», όπου «κανένας αστυνομικός δεν θα σε συλλάβει για αλητεία άμα φοράς ακριβό πουκάμισο και γυαλιά ηλίου», όπου γερασμένοι άνθρωποι κάθονται και ατενίζουν στα παράθυρα, ενώ κάποιοι άλλοι απλώς «έρχονται να γεμίσουν το κενό της ζωής τους σ’ αυτό το εκθαμβωτικό φως του ήλιου» μπροστά στους οποίους ο Φάντε δεν κρύβει τη θλιμμένη οργή του («έχω ξεράσει πάνω στις εφημερίδες τους, έχω διαβάσει τη λογοτεχνία τους»…).
Με χαρακτηριστικό ύφος, λιτό, πεζό κάποιες φορές, γεμάτο συναισθήματα όμως και με αιφνιδιαστικές λυρικές εκρήξεις, ο Φάντε γράφει ένα μυθιστόρημα που, ενώ μοιάζει να ιχνηλατεί απλοϊκά τη ζωή του, έχει διαρκώς κρυφές γωνιές και ανοίγει συνεχώς μικρά παράθυρα. Και αν κάποια πράγματα μπορεί να μοιάζουν παρωχημένα στα μάτια του σημερινού αναγνώστη, αντανακλώντας στάσεις, πεποιθήσεις, ακόμα και λεξιλόγιο της εποχής που γράφτηκε, ωστόσο εκείνη την εποχή το μυθιστόρημα αυτό αποτέλεσε ταυτόχρονα και μια πρόκληση, από ορισμένες απόψεις, για τα παραδεκτά λογοτεχνικά δεδομένα.
Το βιβλίο (και συνολικά το έργο του Φάντε) άργησε να γνωρίσει την αποδοχή (τα βιβλία του ήταν εξαντλημένα και εκτός εμπορίου για πολλά χρόνια), αποδοχή όμως που όταν ήρθε πήρε τη μορφή θριάμβου, καθώς θεωρήθηκε χαρακτηριστικό ενός ορισμένου ρεύματος και θεμελιώδες στον «κανόνα» του ρεύματος αυτού. Το βιβλίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο, το 2005.
Το Ρώτα τη σκόνη είχε εκδοθεί στα ελληνικά και το 1989, με τίτλο τότε Ρώτα τον άνεμο (μτφ. Τέος Ρόμβος), από τις εκδόσεις Απόπειρα.

Κώστας Αθανασίου