Εξερευνώντας το σινεμά της Κλερ Ντενί

Φυσικά και συναισθηματικά σύνορα

xigkaki

H Κλερ Ντενί με την Ζιλιέτ Μπινός, πρωταγωνίστρια της τελευταίας της ταινίας «Η λιακάδα μέσα μου».

Με αφορμή την προβολή της τελευταίας ταινίας της Κλερ Ντενί «Η λιακάδα μέσα μου», εμπνευσμένη από τα «Αποσπάσματα ερωτικού λόγου» του Ρολάν Μπαρτ, η οποία προβλήθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών, με μεγάλη επιτυχία, το 23ο διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας, διοργανώνει πλήρη ρετροσπετίβα της τόσο σημαντικής γαλλίδας σκηνοθέτιδας, παρουσιάζοντας και τις 12 ταινίες της.

Της Σοφίας Ξυγκάκη

Η Κλερ Ντενί γεννήθηκε το 1946 στο Παρίσι αλλά από πολύ μικρή έζησε στην Αφρική: μεταξύ άλλων, στο Καμερούν, τη Σομαλία, το Τζιμπουτί, τη Μπουρκίνα Φάσο, καθώς ο πατέρας της ήταν υπάλληλος της γαλλικής κυβέρνησης, ωστόσο υπέρ της ανεξαρτησίας της Αφρικής και, σε αντίθεση με άλλους συμπατριώτες του, μιλούσε πολλές αφρικανικές γλώσσες. Η Ντενί φοίτησε σε μικτό σχολείο, έχοντας συμμαθητές Αφρικανούς και Γάλλους. Όταν αυτή και η αδελφή της αρρώστησαν από πολιομυελίτιδα, έφυγαν για το Παρίσι, ενώ η ίδια, στα δεκαεπτά της, επέστρεψε στην Αφρική, στη Σενεγάλη, όπου και τέλειωσε το σχολείο.
Μετά τη φοίτησή της στην IDHEC, την πιο σημαντική σχολή κινηματογράφου στη Γαλλία, δούλεψε ως βοηθός σε φιλμ των Ζακ Ριβέτ, Κώστα Γαβρά, Βιμ Βέντερς, Τζιμ Τζάρμους, πριν γυρίσει την πρώτη της ταινία «Chocolat» το 1988. «Άρχισα να γράφω το σενάριο σαν ημερολόγιο, ήταν πολύ αυτοβιογραφικό, χρησιμοποιούσα πραγματικά γεγονότα από την παιδική μου ζωή στην Αφρική. Ήξερα ότι οι γάλλοι αποικιοκράτες και οι Αφρικανοί ζούσαν απολύτως χωριστές ζωές, ήξερα ότι τα παιδιά γίνονταν φίλοι με τους μαύρους υπηρέτες, ήξερα ότι κάποιες από τις συζύγους των αποικιοκρατών είχαν σχέσεις με τους αφρικανούς υπηρέτες τους» είχε πει σε συνέντευξή της η Ντενί. Στην ταινία, μια νεαρή γυναίκα επιστρέφει στην Αφρική και ανακαλεί την παιδική της ηλικία, τη φιλική σχέση με τον υπηρέτη του σπιτιού και τη σεξουαλική απόρριψη της μητέρα της από αυτόν. Μια επιλογή της σκηνοθέτιδας που αντιστρέφει τα πολιτισμικά πρότυπα και τις εικόνες για τις διαφυλετικές σχέσεις βλέμματος, όπως έχουν στοιχειοθετηθεί από τον δυτικό λευκό άντρα.

Βία εγγεγραμμένη στα σώματα

Το «S’ en fout la mort/No fear, no die» (1990), ιστορία δύο Γαλλοαφρικανών ανδρών από το Μπενίν, που προσπαθούν να κερδίσουν εύκολα χρήματα στήνοντας αιματηρές κοκορομαχίες στο Παρίσι, η Ντενί το έγραψε βαθιά επηρεασμένη (συγκλονισμένη, όπως είχε πει) από το βιβλίο του Φραντζ Φανόν «Μαύρο δέρμα λευκές μάσκες». Σ’ αυτό, ο Φανόν αναλύει την επίδραση της αποικιοκρατίας στους ανθρώπους, τη μορφή ψυχικής βίας που υφίστανται τα αποικιοποιημένα σώματα, τη βία που αποξενώνει και καταστρέφει την ταυτότητα και την αντίληψη για την εικόνα του εαυτού. Τα πρόσωπα του έργου της Ντενί είναι ψυχικά εξουθενωμένα παρόλο που τίποτα «αντικειμενικά» δεν τα εμποδίζει να ορίσουν τα ίδια το μέλλον τους. Ωστόσο, για τη σκηνοθέτιδα, και στη μετααποικιακή περίοδο, η ανάμνηση της αποικιακής βίας έχει εγγραφεί στα σώματα τόσο των καταπιεστών όσο και των καταπιεσμένων. «Η ταπείνωση ήταν το πιο ισχυρό συναίσθημα στη σχέση ανάμεσα στους μαύρους και τους λευκούς», έχει πει.
Στο «J’ ai pas sommeil/I can’t sleep» (1994), η ζωή μιας μετανάστριας από τη Λιθουανία διασταυρώνεται, στο Παρίσι, με δύο αδέλφια από τη Μαρτινίκα, όπου ο ένας από αυτούς εμπλέκεται στις ληστείες και δολοφονίες ηλικιωμένων γυναικών. Η ταινία, που είναι εμπνευσμένη από την πραγματική ιστορία του κατά συρροή δολοφόνου Thierry Paulin, κλείνει την τριλογία της Ντενί.

Εστιάζοντας στους ανθρώπους

To «Beau travail/Good work» (1999) βασίζεται στο βιβλίο του Χέρμαν Μέλβιλ «Billy Budd» και διαδραματίζεται στην έρημο της Αλγερίας, στη Λεγεώνα των Ξένων. Τα «35 Rhums/35 shots of Rum» (2008), μια ιστορία για τους οικογενειακούς δεσμούς και την αδυναμία των μελών μιας οικογένειας να αυτονομηθούν, αποτελεί τρυφερό φόρο τιμής στον κατεξοχήν σκηνοθέτη του λιτού ύφους, τον ιάπωνα Γιασουχίρο Όζου. Το φιλμ «L’ intrus/The intruder» (2004), βασίζεται στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του γάλλου φιλοσόφου Ζαν Λυκ Νανσύ κι έχει ως θέμα την περιπετειώδη φυγή του προς αναζήτηση του γιου του, με αφορμή τη μεταμόσχευση καρδιάς που θα κάνει. Με τον ίδιο τίτλο, η Ντενί έχει γυρίσει μια μικρού μήκους ταινία στην οποία ο Νανσύ αναλύει τη σημασία του «εισβολέα» (μετανάστη) στη μετααποικιακή αλλά και μετά τη συμφωνία του Σέγκεν, Γαλλία.1
Το «Vendredi soir/Παρασκευή βράδυ»2 (2002) είναι μεταφορά στην οθόνη της έξοχης νουβέλας της Εμανουέλ Μπερνχάιμ, ένας τριτοπρόσωπος εσωτερικός μονόλογος, η ερωτική συνάντηση μιας γυναίκας με έναν άγνωστο, την παραμονή της ημέρας που αυτή θα μετακομίσει στο σπίτι του συντρόφου της, με φόντο το ανάστατο από τη γενική απεργία Παρίσι.
Στα «Les salauds/Bastards» (2013), ένας πλοίαρχος επιστρέφει στο Παρίσι για να εκδικηθεί τον άνθρωπο που είναι υπεύθυνος για την αυτοκτονία του άντρα της αδελφής του και βρίσκεται αντιμέτωπος με κρυφές πράξεις βίας και αιμομιξίας.
Ενώ με το «White material» (2009) η Ντενί γυρίζει πάλι στην Αφρική και εξιστορεί την προσπάθεια μιας γυναίκας, της Μαρίας, να κρατήσει τη φάρμα της του καφέ ενώ έχει ήδη ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος.

Στα όνειρά της υπάρχουν όλα

«Με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι και πώς ανταποκρίνονται στα απρόσμενα γεγονότα και τις εξαιρετικές δυσκολίες. Γι’ αυτό κάνω τόσο διαφορετικά πράγματα» έχει πει η Ντενί. «Στο White material, η Μαρία αισθάνεται ότι ανήκει στην Αφρική επειδή δουλεύει τη γη αλλά είναι μόνη, ευάλωτη και λευκή σε μια χώρα που ανήκει στους μαύρους». Η ίδια ευάλωτη και με την αίσθηση του μη ανήκειν επιστρέφει στο Παρίσι, με βιώματα και εικόνες άγνωστα στους συμμαθητές της. Μια εμπειρία που μοιραζόταν με την Μαργκερίτ Ντυράς, η οποία είχε μεγαλώσει στην Ινδοκίνα. «Υπάρχει η αίσθηση του περιθωρίου, που δεν σε αφήνει ποτέ», έχει εξομολογηθεί, ταυτόχρονα, όμως, και μια προνομιακή θέση απόστασης, γεωγραφική και πολιτισμική, που επέτρεψε την ανάπτυξη της πολύ προσωπικής κινηματογραφικής ποιητικής της. Η βιωματική συγγένεια και η επιρροή της Ντυράς (αλλά και της Σαντάλ Άκερμαν) είναι εμφανής στον κινηματογράφο της Ντενί, αφενός στην έλλειψη ψυχολογισμού –δεν γνωρίζουμε, ούτε επιδιώκουμε να ερμηνεύσουμε γιατί η Λωρ, στο «Παρασκευή βράδυ», ακολουθεί έναν άγνωστο στο ξενοδοχείο, ούτε γιατί η Ραφαέλ, στο «Les salauds», πυροβολεί αυτόν που προσπαθεί να την προστατέψει–, αφετέρου στην απουσία «λογοτεχνικότητας»: «Ο κινηματογράφος ασφυκτιά από τη λογοτεχνία. Ίσως δεν βρήκε ακόμα τον “πραγματικό” του τόπο. Ο ομιλών κινηματογράφος είναι βωβός, απλώς δεν υπάρχουν πια οι διδασκαλίες» ήταν το σχόλιο της Μαργκερίτ Ντυράς, το 1976, για τον εμπορικό κινηματογράφο, κάτι που η Κλερ Ντενί συμμερίζεται. Συχνά, από τα πλάνα της απουσιάζει το κυρίως γεγονός, όπως στο «Les salauds», όπου δεν βλέπουμε το δυστύχημα, παρά μόνο τι προηγείται και τι έπεται. Μια ακόμη επιρροή από την Ντυράς και το νουβό ρομάν.
Τα πλάνα μεγάλης διάρκειας, κυρίως τοπίων και διαδρομών, οι σιωπές, η ελλειπτική αφήγηση χαρακτηρίζουν το σινεμά της Ντενί. Στο «L’ intrus» η αποσπασματική αφήγηση και οι ελάχιστοι διάλογοι αφήνουν χώρο στο μεγαλειώδες τοπίο και την απέραντη μοναξιά του πρωταγωνιστή.
Στις ταινίες της, η βία κυριαρχεί εξίσου και στα αστικά, προνομιούχα περιβάλλοντα, αφού τα οικονομικά συμφέροντα είναι πιο ισχυρά από τις συναισθηματικές σχέσεις και η εξωτερική αταραξία πιο σημαντική από την παραδοχή μιας δυσλειτουργίας, ακόμα και καταστροφικής. Όπως λέει η ίδια, στα όνειρά της υπάρχουν όλα, όχι πάντα καλά, όχι πάντα άσχημα.

Σημειώσεις

1. www.youtube.com/watch?v=bSTi2jhTUiw
2. Εμανουέλ Μπερνχάιμ, «Παρασκευή βράδυ», μτφ Βάσω Νικολοπούλου – Νίκη Ντουζέ, εκδόσεις Ωκεανίδα, 1998.