Επίδειξη δύναμης και αδυναμίας

giourgos

Ευτυχώς, με τη βοήθεια και της ευρωβουλής, η συμφωνία πώλησης πολεμικού υλικού στη Σαουδική Αραβία θα μείνει στα χαρτιά. Όμως, η ανακούφιση που προκαλεί η απαλλαγή από το αρνητικό ηθικοπολιτικό φορτίο της, δεν πρέπει να μας κάνει να υποβαθμίσουμε τα πολιτικά συμπεράσματα που προκύπτουν από την εξέλιξη της πολιτικής σύγκρουσης, η οποία αναπτύχθηκε με επίκεντρο αυτή τη συμφωνία.
Μιλώντας στη Βουλή, ο Αλ. Τσίπρας είπε για την επίθεση που εξαπέλυσε η ΝΔ κατά της κυβέρνησης με αφορμή τη συγκεκριμένη συμφωνία, ότι απέβλεπε στο να πλήξει την κυβέρνηση και όχι μόνο τον υπουργό Άμυνας και ότι το επιχειρεί αυτό εμπλέκοντας τις ένοπλες δυνάμεις και το διπλωματικό σώμα με ανεπίτρεπτο τρόπο. Ωστόσο, όσα παρακολουθήσαμε να συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες, μάλλον υπερβαίνουν κατά πολύ την πιο πάνω περιγραφή.

Το ανήσυχο βαθύ κράτος

Επιθέσεις με στόχο να επιφέρει πλήγματα κατά της κυβέρνησης έχει επιχειρήσει πάρα πολλές η αξιωματική αντιπολίτευση. Άλλωστε, αυτή είναι η δουλειά της. Και το κάνει συχνά, χωρίς να νοιάζεται μήπως εμπλέξει στα σχέδιά της τμήματα του κρατικού μηχανισμού, τον οποίο εξάλλου θεωρεί φέουδό της. Αυτό που κάνει τη συγκεκριμένη επίθεση να διαφέρει, είναι ότι δεν φαίνεται να έχει σχεδιαστεί στο Μοσχάτο με το συνηθισμένο τρόπο που συμβαίνει αυτό. Δηλαδή, παίρνοντας αφορμή από γεγονότα που προσφέρονται για πολεμική κατά της κυβέρνησης, τα οποία, όμως, προκύπτουν στην καθημερινή πραγματικότητα, μπροστά στα μάτια όλων. Όπως, για παράδειγμα, σκληρά φορολογικά μέτρα, περικοπές συντάξεων, φονικές πλημμύρες, πλειστηριασμοί…
Αν δούμε πιο προσεκτικά πώς εξελίχθηκε αυτή η υπόθεση του φημολογούμενου σκανδάλου με μεσάζοντες, θα διαπιστώσουμε ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό προσφέρθηκε στην αντιπολίτευση με πρωτοβουλία τρίτων. Οι αμφιβολίες και τα ερωτήματα για το ρόλο του Β. Παπαδόπουλου καλλιεργήθηκαν ουσιαστικά χωρίς στοιχεία και με βάση «πληροφορίες» ιδιωτών, που παρουσιάστηκαν σαν κυβερνητικοί αξιωματούχοι της Σαουδικής Αραβίας, από την ελληνική πρεσβεία στο Ριάντ. Και ενισχύθηκαν από πακέτα ολόκληρα απόρρητων εγγράφων, τα οποία μόνο από υψηλόβαθμους αξιωματούχους του τομέα της άμυνας μπορούσαν να διαρρεύσουν. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα περισσότερα από αυτά δεν διοχετεύτηκαν στη δημοσιότητα μέσω ανθρώπων της ΝΔ, αλλά της ΔΗΣΥ (διάβαζε ΠΑΣΟΚ). Και όπως φαίνεται από την αγωνιώδη βιασύνη του κ. Λοβέρδου και της κ. Γεννηματά να τα καταθέσουν στα πρακτικά της Βουλής, τους παραδόθηκαν μάλλον μέσω βαρόνων του τύπου, οι οποίοι ενδιαφέρονταν να κατατεθούν όπως όπως, για να μπορούν να τα δημοσιεύσουν την άλλη μέρα ξεπλυμένα από τα ίχνη της προέλευσής τους.
Αν η περιγραφή αυτή αντανακλά στοιχεία της αντικειμενικής πραγματικότητας, όπως βάσιμα μπορούμε να υποθέσουμε, τότε δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακόμα αντιπολιτευτική επίθεση της ΝΔ, αλλά σε μια επίδειξη δύναμης κύκλων του βαθέος κράτους σε συνεργασία με τους, κατά τον Κ. Καραμανλή τον νεότερο, «νταβατζήδες», οι οποίοι, άλλωστε, αποτελούν στοιχείο αυτού του βαθέος κράτους. Στόχος τους, να αποδείξουν ότι αυτοί μπορούν να κατασκευάζουν την πολιτική ατζέντα και να κατευθύνουν τις εξελίξεις. Ότι αυτοί, τελικά, κυβερνούν. Σε ποιους να το αποδείξουν; Μα σε αυτούς που έχουν αρχίσει να αμφιβάλλουν γι’ αυτό και να συμπεριφέρονται χωρίς να τους παίρνουν πραγματικά υπόψη. Αυτό είναι το κοινό συμφέρον που τους δένει: πρέπει να αποκαταστήσουν το απειλούμενο κύρος τους. Γιατί, χωρίς αυτό, χάνουν το υπερτιμημένο πολιτικό βάρος τους. Φανταστείτε τη ΝΔ και τη ΔΗΣΥ χωρίς τη στήριξη των μίντια και των αφεντικών τους, καθώς και τα μίντια χωρίς τα οικονομικά των αφεντικών τους ή τα οικονομικά των αφεντικών χωρίς τη στήριξη των μίντια και τις υπηρεσίες του εξαρτημένου από όλο αυτό το σύστημα πολιτικού προσωπικού.

Επικίνδυνα σημάδια

Από την ώρα που έκλεισε η δεύτερη αξιολόγηση, άρχισαν να εμφανίζονται κάπως θετικοί οικονομικοί δείκτες και να διαφαίνεται ότι και η τρίτη αξιολόγηση θα κλείσει σχετικά γρήγορα —με δεδομένες τις δικές μας ενστάσεις και ηθικές, ιδεολογικές και πολιτικές απώλειες, που αυτούς, βέβαια, ελάχιστα τους αφορούν— μεγάλο μέρος της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας, αλλά και ένα τμήμα της μεγάλης, δεν φαίνεται να δείχνουν διάθεση για μια δίχως τέλος αντιπαράθεση με την κυβέρνηση. Αντίθετα, από μια άποψη μπορεί να προτιμούν τη σημερινή κατάσταση, που σε μεγάλο βαθμό είναι απαλλαγμένη από μίζες και μεσάζοντες, που βασίλευαν σε όλο το ύψος της κλίμακας στο πολύ πρόσφατο παρελθόν. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς την αλλαγή διάθεσης των εκπροσώπων τους, ακόμα και στα τηλεοπτικά πάνελ, για να το καταλάβει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν μεταστραφεί και πολιτικά, ότι τους έχει κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Θα ήταν αστείο να το ισχυριστεί κάποιος. Όσοι, όμως, συνήθισαν να τους θεωρούν δεδομένους, ξέρουν πολύ καλά ότι μια απόκλιση της συμπεριφοράς τους στο πεδίο της οικονομίας είναι πολύ επικίνδυνη. Ακόμα και μια πιθανή ουδετεροποίησή τους είναι σε τελευταία ανάλυση πολιτική απειλή για όσους τους θεωρούν ιδιοκτησία τους.

Ποιος χρειάζεται ποιον

Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Η διαπλοκή, που σήμερα αλλάζει χαρακτηριστικά, όχι όμως και ουσία, στηρίζει τη δύναμή της στην εδραίωση της αντίληψης ότι μας είναι απαραίτητη, ότι χωρίς αυτή δεν μπορεί τίποτε να προχωρήσει. Οπότε δικαιολογείται και μια ανταμοιβή για τις καλές υπηρεσίες της, όσο αλμυρή κι αν είναι. Αν αυτή η αντίληψη, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό, αρχίσει να μπάζει νερά, όπως φαίνεται ότι συμβαίνει και οι κεραίες της το πιάνουν καθαρά, τότε η απειλή αποκτά διαστάσεις επικίνδυνες, και δεν χωρεί ολιγωρία. Αν δεν μπορεί να πείσει ότι προσφέρει αναγκαίο κοινωνικά και πολιτικά έργο, αλλά αποκαλυφθεί ως απλός κυνηγός ιδιοτελών συμφερόντων, τότε απειλείται η ίδια η υπόστασή της. Απέχουμε πολύ, βέβαια, από αυτό το σημείο, αλλά των φρονίμων τα παιδιά…
Αν η κυβέρνηση έχει αντιληφθεί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πρόσφατης σύγκρουσης, τότε θα πρέπει να οργανώσει την άμυνά της με εντελώς εξειδικευμένο τρόπο και να μην αρκεστεί στις γενικές αναφορές για διαφθορά, διαπλοκή και τα παρόμοια. Για παράδειγμα, αν τα συστημικά κανάλια επιχειρούν, διεκτραγωδώντας την κατάσταση, να εμφανίσουν απαραίτητο τον εαυτό τους για την αποκατάσταση των ζημιών στη Μάντρα, η μόνη πειστική απάντηση είναι η άμεση επίλυση των εκκρεμοτήτων με κάθε τίμημα. Είναι το μόνο αντίδοτο.

Χ. Γεωργούλας