Εργα από το βυθό

Συνέντευξη με την κύπρια γλύπτρια Μάρω Μπαρτζίλη, με αφορμή την έκθεση «Μνήμες από το μέλλον»

 

Γεννημένη στην Κύπρο και με σπουδές στην Αθήνα, την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, στη Γαλλία και την Τσεχοσλοβακία, η Μάρω Μπαρτζίλη παρουσιάζει 38 έργα που, όπως γράφει η ίδια, είναι η σχηματοποίηση της βιωματικής μνήμης, ενός εκτοπισμένου ανθρώπου, μέσα από την ομορφιά αλλά και τη θλίψη της ιστορίας της πόλης της Αμμοχώστου. Έργα που προέκυψαν ασυνείδητα, στα οποία συνυπάρχουν η τρυφερότητα και η σκληράδα, έργα από το βυθό, όχι από την επιφάνεια, όπως σημειώνει στον κατάλογο της έκθεσης ο ζωγράφος και χαράκτης Γιώργος Μήλιος.

 

Full moon, 2009-2012

Τη συνέντευξη πήρε η Σοφία Ξυγκάκη

Η Ναταλία Μελά, σε μια συνέντευξή της, πριν από χρόνια, είχε πει, μεταξύ άλλων, ότι υπήρχαν και «φυσικοί» λόγοι που λίγες γυναίκες καταπιάνονταν με τη γλυπτική.

Ναι, η γλυπτική είναι βέβαια σκληρή χειρωνακτική εργασία. Καταρχάς, ένας γλύπτης χρειάζεται χώρο, δεν αρκεί ένα δωμάτιο, έπειτα, η τρίτη διάσταση, τα υλικά, τα άπειρα προφίλ, έχουν πρόσθετες απαιτήσεις και δυσκολίες. Η τεχνολογία όμως σήμερα διευκολύνει το τεχνικό μέρος.

Υπάρχει κάποιος/α γλύπτης/τρια που υπήρξε σημαντικό σημείο αναφοράς για εσάς;

Περισσότερο ρόλο έπαιξε το φυσικό και ιστορικό περιβάλλον της Αρχαίας Σαλαμίνας και της Έγκωμης, το Αρχαιολογικό Μουσείο Αμμοχώστου. «Μεγαλώσαμε ανάμεσα στους γκρεμισμένους ναούς και τα ακρωτηριασμένα γλυπτά…» αναφέρει ο Κώστας Αξελός. Αυτή ήταν η δική μου πραγματικότητα. Αλλά και πολλοί άλλοι σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι στην Ελλάδα και Ιταλία. Πολύ νέα, τα χρόνια που ταξίδευα, δεν οραματιζόμουν καν το σύγχρονο στην τέχνη, την κατέτασσα στον ιστορικό χρόνο. Πολλά έργα τέχνης σε μουσεία μού έθεσαν ερωτήματα που εκείνη την περίοδο δεν μπορούσα να ερευνήσω ή να απαντήσω. Ένιωθα την τέχνη «οικεία», «δεδομένη» και, ενώ ήξερα ότι κάπου εκεί ανήκω, το βήμα έγινε αργότερα, όταν γνώρισα σύγχρονους καλλιτέχνες να ασκούν την τέχνη τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς, και τον γλύπτη Θύμιο Πανουργιά με τον οποίο, στη συνέχεια, συνυπήρξαμε για πολλά χρόνια.

Έχετε κάνει πολλά δημόσια και μνημειακά έργα. Τι σημαίνει αυτό για εσάς;

Η γλυπτική έχει μνημειακότητα ως τέχνη. Σε ένα μνημειακό έργο, η χρονική κλίμακα είναι άλλη. Πιστεύω, όμως, ότι η ιστορία δεν γράφεται με χρονολογίες, αλλά με τη σύντομη ζωή του καθενός μας. Και αφορά αυτό που ο κάθε ένας από εμάς «εικάζεται» καθημερινά, κατά τη διάρκεια της ζωής του, από τη στιγμή που ανοίγει τα μάτια του. Αυτές οι εικόνες θα καθορίσουν τη ζωή του, τη σκέψη του.

Γεννηθήκατε στην Αμμόχωστο της Κύπρου…

Όταν γεννήθηκα, το 1950, υπήρχε η αγγλοκρατία στην Κύπρο, υπήρχε πάντα ένας φόβος στην παιδική ηλικία, ακολούθησαν τα γεγονότα που όλοι γνωρίζουμε τα οποία οδήγησαν και στα σημερινά αδιέξοδα, αυτό με σημάδεψε και με συνοδεύει μέχρι τώρα. Συνειδητοποίησα ότι όλα τα χρόνια που πρέπει να πορευτείς, αναστέλλεις το πρόβλημά σου γιατί είναι οδυνηρό, γιατί δεν σου επιτρέπει να δουλέψεις, να μετακινηθείς – είναι ένα τρομερό φορτίο. Το αφιέρωμα στην πόλη μου, την πόλη της Αμμοχώστου, αναφέρεται λοιπόν στη βιωματική μου μνήμη. Στην ωριμότητα, μπορώ επιτέλους να «μιλήσω» γι αυτό. Το έργο Αμμόχωστος Βασιλεύουσα πήρε τον τίτλο της από το ομώνυμο βιβλίο και ποίημα του διακεκριμένου κύπριου ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη. Όταν δούλευα αυτές τις συνθέσεις, δεν είχα στο νου μας όσα κουβεντιάζουμε, με απασχολούσε το αισθητικό μέρος. Μέσα από αυτή την έρευνα τελικά πρότεινα μια λύση γι’ αυτό το μνημείο το οποίο είναι κομμάτι της ζωής μου, των βιωμάτων μου, αλλά δεν το επιδίωξα. Βγήκαν σαν μια έρευνα εικαστική, γλυπτική και που, παράλληλα, εξέφρασε κι ένα κομμάτι της ζωής μου, αόρατο ακόμα.

Shivering sculptures in heavy sea, 2013

Σας ξάφνιασε;

Ναι. Δούλεψα σκληρά 8 χρόνια γι’ αυτά τα έργα που περιελάμβαναν και δύο μεγάλα μνημεία. Η ηχητική σύνθεση που συνοδεύει την έκθεση είναι της κόρης μου Ελένης Ήρας Πανουργιά, που κι αυτή έχει τρομερή ευαισθησία στα θέματα της Κύπρου, και είναι ένας ήχος που παραπέμπει στην εγκαταλειμμένη πόλη, στη θάλασσα, σε ήχους πολεμικούς…

Είναι πολύ έντονη η εντύπωση του πολέμου και στα υλικά που χρησιμοποιείτε, χυτό αλουμίνιο, γύψο κτλ, αλλά κυρίως στα σώματα που φέρουν πάνω τους την καταστροφή: δεν είναι ευδιάκριτα τα μέλη, τα πρόσωπα δεν έχουν χαρακτηριστικά.

Η Αμμόχωστος είναι μία πόλη που δεν κατακτήθηκε από τους εισβολείς αλλά είναι και νεκρή έτσι και αλλιώς γιατί οι κάτοικοί της εκδιώχθηκαν, τα περισσότερα κτίρια καταρρέουν, είναι πολύ οδυνηρό και χαίρομαι που τελικά το καταθέτω.

Στην έκθεση βλέπουμε μια μεγεθυμένη φωτογραφία από ένα κομμάτι της εγκαταλειμμένης πόλης και μπροστά εκθέτετε μορφές σας των κατοίκων της.

Όταν είδα αυτήν τη φωτογραφία, συγκλονίστηκα. Την τράβηξε κάποιος παράνομα. Ο κεντρικός δρόμος κατεβαίνει μέχρι τη θάλασσα, διακρίνουμε το κινηματοθέατρο, πιο πίσω ήταν τα γραφείο του πατέρα μου, η δημοτική βιβλιοθήκη, στο βάθος το μουσείο. Η σκηνική παρουσία των κατοίκων με φόντο την πόλη και τους ήχους της υποδηλώνουν το χτες και επικαλούνται το αύριο. Εξ ου και ο τίτλος της έκθεσης «Μνήμες από το Μέλλον»… Το να αποτυπώνεις αυτό που έγινε δεν αρκεί, ένα μνημείο πρέπει να είναι διαχρονικό, και τελικά χρειάζεται και η απόσταση χρόνου. Διάβασα, πριν χρόνια, στη Γιουρσενάρ, στα Απομνημονεύματα του Αδριανού ότι, ενώ είχε αρχίσει να γράφει δεκαετίες πριν αυτό το βιβλίο, δεν το ολοκλήρωσε παρά μόνο όταν σαν άνθρωπος είχε φτάσει σε μια ωριμότητα, και είχε επιμηκύνει ακόμα περισσότερο την απόσταση της δικής της ζωής από τη ζωή του Αδριανού.

Υπάρχει και το 24ωρο τοπίο που, όπως γράφετε στον κατάλογο της έκθεσης, είναι hommage στον Λε Κορμπυζιέ. Είναι πολύ διαφορετικό, χρωματιστό, με ελαφριά υλικά, χαρτόνι, καμβά… Πώς το εντάσσετε στην έκθεση;

Πειραματιζόμουν ήδη με αυτή την ιδέα, όταν είδα κάπου δημοσιευμένο ένα σχέδιο του Λε Κορμπυζιέ, που είχε ακριβώς αυτές τις καμπύλες και την ανάπτυξη σε ένα τοπίο που αποτύπωνε τη διάρκεια μιας μέρας. Ήταν κάτι περισσότερο από σύμπτωση! Γι’ αυτό και η αφιέρωση. To 24ωρο τοπίο, σαν σκέψη, εντάσσεται απόλυτα στο σύνολο των έργων που παρουσιάζονται εδώ. Στοιχεία του, όπως οι καμπύλες και η σφαίρα, ήδη υπάρχουν σε άλλα γλυπτά. Η χρήση των άλλων υλικών και του χρώματος προσδίδει ένα νέο τρόπο σύνθεσης και ένα άλλο σχεδιαστικό βάρος. Το αποτέλεσμα είναι μια αισθητική άποψη διαφορετική, με μεγαλύτερη αφαιρετικότητα και γεωμετρικότητα, που εκφράζει την κυκλική δομή της μνήμης και ταυτίζεται με τις ανατολές και τις δύσεις της πόλης της Αμμοχώστου.

 

Η έκθεση παρουσιάζεται στο Σπίτι της Κύπρου (Ξενοφώντος 2Α), μέχρι τις 17 Ιανουαρίου 2019, κάθε Δευτέρα, Τετάρτη 10πμ – 6μμ και κάθε Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή 10πμ – 3μμ.