Εσπευσμένη, οριζόντια και θολή ρύθμιση

Η πρωτόγνωρη κατάσταση που βιώνουμε και οι αναγκαίες προσαρμογές που απαιτούνται στη μετά τον κορονοϊό εποχή, θέτουν νέες προκλήσεις για τη χρήση των δημόσιων και ελεύθερων χώρων. Άλλωστε την περίοδο της καραντίνας, συνειδητοποιήσαμε με ένα διαφορετικό τρόπο τη ζωτική τους σημασία για την πόλη.
Καθώς σταδιακά επανέρχονται διαφορετικές λειτουργίες που είχαν προσωρινά σταματήσει ή περιοριστεί, ο κοινόχρηστος χώρος θα αποτελέσει πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ αντικρουόμενων χρήσεων, μεταξύ της ανάγκης για περισσότερο χώρο για περπάτημα, άθληση, συνεύρεση, για χρήση ποδηλάτου και εναλλακτικών μέσων μετακίνησης, αλλά και αναγκών για ανάπτυξη εμπορευματικών δραστηριοτήτων εστίασης και αναψυχής σε εξωτερικούς, υπαίθριους χώρους που διασφαλίζουν καλύτερους όρους υγιεινής. Και καθώς ο χώρος δεν είναι απεριόριστος, ιδιαίτερα στις πόλεις, θα πρέπει να βρεθούν ισορροπίες μεταξύ των διαφορετικών αναγκών, και κυρίως να διασφαλιστεί ότι η επέκταση των τραπεζοκαθισμάτων, που θεσπίζεται και στην Ελλάδα, δεν θα γίνει εις βάρος των πολλαπλών αναγκών των διαφορετικών ομάδων που χρησιμοποιούν το δημόσιο χώρο.
Είναι κατανοητό ότι οι νέες συνθήκες και οι προδιαγραφές για τήρηση μεγαλύτερων αποστάσεων που εισάγονται δημιουργούν νέα δεδομένα στη λειτουργία των καταστημάτων και περιορίζουν τα περιθώρια κερδοφορίας τους. Οι κυβερνητικές ρυθμίσεις δίνουν τη δυνατότητα στα καταστήματα, εφόσον το επιτρέπει η γεωμετρία του περιβάλλοντα χώρου –των πεζοδρομίων, πλατειών ή και οδοστρώματος–, να διατηρήσουν τον αριθμό των τραπεζοκαθισμάτων τους στο μέτρο του δυνατού, ή τουλάχιστον αυτή είναι η λογική της.
Σε κεντρικό επίπεδο μια τέτοια διάταξη δεν μπορεί να έχει μεγάλο βαθμό εξειδίκευσης, ούτε να προβλέψει όλες τις διαφορετικές περιπτώσεις που υπάρχουν. Από την άλλη, οι ασάφειες και οι αμφισημίες που περιέχει (π.χ. επιτρέπεται ο διπλασιασμός της έκτασης, και πάντως όχι περισσότερο από τον τριπλασιασμό), έχουν ήδη προκαλέσει σύγχυση και δίνουν περιθώρια για αυθαίρετες ερμηνείες, μετακυλίοντας την ευθύνη της εφαρμογής και της εποπτείας στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Αναμφίβολα, ο κλάδος της εστίασης παίζει σημαντικό ρόλο στην οικονομία και τη ζωή της πόλης, ταυτόχρονα όμως παραδοσιακά συγκρούεται με άλλες χρήσεις και συχνά διαπλέκεται πελατειακά με την τοπική αυτοδιοίκηση. Είναι επομένως αναμενόμενο να προκαλεί ανησυχία μια εσπευσμένη, οριζόντια και θολή ρύθμιση. Η άνευ όρων, ανεξέλεγκτη επέκταση των τραπεζοκαθισμάτων έχει ήδη δημιουργήσει σε πάρα πολλές περιπτώσεις, ασφυκτικές και αβίωτες καταστάσεις. Τι θα γίνει στα ήδη πολύ στενά πεζοδρόμια όπου η ελάχιστη απόσταση 1,5 μέτρου για την ακώλυτη διέλευση των πεζών και αναπήρων που προβλέπει η διάταξη ήδη δεν υπάρχει; Πόσο παραπάνω θα περιοριστεί ο χώρος στις πλατείες, τις παραλιακές οδούς και τα τουριστικά θέρετρα αν όλοι οι καταστηματάρχες αξιώσουν την πραγμάτωση του δικαιώματός τους για επέκταση; Τι θα γίνει με την κατάργηση θέσεων στάθμευσης μόνιμων κατοίκων στις ήδη επιβαρημένες πυκνοκατοικημένες γειτονιές των πόλεων; Πώς θα απελευθερωθούν οι ήδη καταπατημένες και πολύπαθες οδεύσεις τυφλών;
Δυστυχώς, η προηγούμενη εμπειρία δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Από την άλλη η επανατοποθέτηση και επαναοριοθέτηση –έστω «προσωρινή»– των τραπεζοκαθισμάτων ίσως είναι μια ευκαιρία για να διεκδικηθούν εκ νέου και να διαφυλαχθούν τα αυτονόητα, να αμφισβητηθούν τετελεσμένες καταστάσεις και να αναζητηθούν λύσεις σε τοπικό επίπεδο, με τη συνεργασία των καταστηματαρχών, των τοπικών αρχών και της τοπικής κοινωνίας, που θα ιεραρχούν τις ανάγκες, θα βάζουν όρια στην κυριαρχία των εμπορευματικών χρήσεων και θα διαφυλάσσουν τον δημόσιο χώρο ως κοινό αγαθό.
Για αυτό απαιτείται μεγαλύτερη επαγρύπνηση από τη μεριά των κατοίκων, των ομάδων γειτονιάς, των περιβαλλοντικών οργανώσεων και των κινημάτων. Η χρήση νέων τεχνολογιών και εφαρμογών θα μπορούσε ίσως να βοηθήσει σε αυτό, ώστε να δημιουργηθούν εργαλεία κοινωνικού ελέγχου, παρακολούθησης και τεκμηρίωσης, όχι μόνο κατά την προσωρινή εφαρμογή των μέτρων, αλλά ως μια μόνιμη κοινωνική υποδομή για την υπεράσπιση των ελεύθερων δημόσιων χώρων.

Δήμητρα Σιατίτσα,
δρ αρχιτέκτονας πολεοδόμος