Ευρωπαϊκή αναμονή για τη γερμανική κυβέρνηση

xondros

Σπάνια, στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία, η εσωτερική πολιτική κατάσταση μιας χώρας επηρέασε και επηρεάζει αυτή μιας άλλης, όπως αυτή την περίοδο επηρεάζουν οι πολιτικές εξελίξεις της Γερμανίας την Ελλάδα. Υπό αυτή την έννοια, έχει σημασία να δούμε πιο αναλυτικά και «εν ψυχρώ» τι συντελέστηκε στη χώρα αυτή στις τελευταίες εκλογές της για την κάτω Βουλή και την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Τα αποτελέσματα είναι γνωστά και επιβεβαιώνουν, και στην περίπτωση της Γερμανίας, τις δύο βασικές τάσεις στην Ευρώπη. Τη σοβαρή μετατόπιση του εκλογικού σώματος προς τα δεξιά, με ταυτόχρονη κατάρρευση (ΠΑΣΟΚοποίηση) της σοσιαλδημοκρατίας. Βασικοί χαμένοι στη Γερμανία είναι τα δύο κόμματα της συγκυβέρνησης, με συνολικές απώλειες 13,8%.

Νίκη με σημαντικές απώλειες

Το CDU της Α. Μέρκελ, με απώλειες 8,5%, σημειώνει το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό στην ιστορία του. Σε ορισμένα κρατίδια, κυρίως της ανατολικής Γερμανίας, οι απώλειες ήταν μεγάλες, στη Σαξωνία -15,8%, στη Βυδεμβέργη -11,3%, Σαξωνία-Ανχάλτ -10,9% και Θουριγγία -10%. Στην Σαξωνία, μάλιστα, οι Χριστιανοδημοκράτες χάνουν την πρώτη θέση, η οποία πέρασε στο κόμμα «Εναλλακτική για την Γερμανία» (AFD). Οι λόγοι για αυτή τη μεγάλη πτώση είναι σύνθετοι και πολυεπίπεδοι. Η νίκη της Μέρκελ και η παραμονή του κόμματος στην εξουσία θεωρήθηκε πολύ νωρίς σαν εξασφαλισμένη, αυτό ώθησε πολλούς συντηρητικούς ψηφοφόρους τη δυνατότητα να ενισχύσουν και τα υπόλοιπα κόμματα του χώρου. Είναι προφανές ότι, για πολλούς ψηφοφόρους της Μέρκελ, τα όρια ανάμεσα στο κόμμα τους και τόσο στο FDP, όσο και στο AfD, είναι δυσδιάκριτα.
Η CSU, η Χριστιανοκοινωνική Ένωση της Βαυαρίας, και βασικός σύμμαχος της Μέρκελ, χάνει 10,5% και προσγειώνεται για πρώτη φορά στο 38,8%, πολύ μακριά από το 50+% που ήταν συνηθισμένη και την απόλυτη πλειοψηφία. Παρόλο που ενσωμάτωσε σχεδόν πλήρως την ξενοφοβική και ρατσιστική ατζέντα του AfD, πιέζοντας μάλιστα πολύ δυνατά την Μέρκελ να αλλάξει στάση στο προσφυγικό, δεν κατάφερε να αποτρέψει την εμφάνιση για πρώτη φορά ενός ισχυρού κόμματος στα δεξιά της με ποσοστό 12,4% (AfD). Αυτό σε συνδυασμό με την επιτυχία του Die Linke να σημειώσει 6,1% (!) στη Βαυαρία, θέτει την κυριαρχία της CSU υπό ισχυρή αμφισβήτηση. Θεωρείτε σχεδόν δεδομένο ότι εν όψει των εκλογών στη Βαυαρία το 2018, το κόμμα θα μετακινηθεί ακόμη δεξιότερα, γεγονός που θα επηρεάσει σίγουρα και δυσκολέψει τις διαδικασίες συγκρότησης της τρικομματικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης, μιας και οι διαφορές του με τους Πράσινους φαντάζουν για την ώρα αγεφύρωτες.

Αλλαγή εκλογικής σύστασης της Αριστεράς

Το κόμμα της Αριστεράς, Die Linke, έμεινε σταθερό με 9,2% (+0,6%), αντέχοντας στην πολλαπλή πίεση. Ανέβασε τα ποσοστά του, αλλά και τις ψήφους του σε απόλυτο αριθμό. Δεν κατάφερε, όμως, να πιάσει τους στόχους του για διψήφιο ποσοστό και να είναι πάνω από το AfD. Σημειώθηκε σημαντική αλλαγή στη σύσταση των εκλογέων του. Κυριότερη είναι η υποχώρηση στα ανατολικά κρατίδια – πρώην DDR – (17,1%), με ταυτόχρονη άνοδο στα δυτικά (7,2%), όπου σημειώθηκε και η μεγαλύτερη μετατόπιση ψήφων από το SPD προς το Die Linke. Το γεγονός αυτό αλλάζει και τους εσωτερικούς συσχετισμούς του κόμματος, όπου ενισχύονται οι οργανώσεις των δυτικών περιοχών, γεγονός που τελικά θα επηρεάσει και τη συνολική πολιτική φυσιογνωμία του κόμματος. Η Αριστερά συνεχίζει να έχει άνοδο ψήφων στη νεολαία και στους ακαδημαϊκούς, έχασε όμως στα εργατικά στρώματα, στους ανέργους και τους επισφαλώς εργαζόμενους. Το σταθερό αποτέλεσμα διευκολύνει τη συζήτηση που άρχισε ήδη στο εσωτερικό του κόμματος για το στρατηγικό του προσανατολισμό, την πολιτική συμμαχιών του και τις θέσεις του στη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης.

Αποτυχία των Σοσιαλδημοκρατών

Το SPD επιβεβαίωσε με τον πιο δραματικό τρόπο την πανευρωπαϊκή τάση συρρίκνωσης της σοσιαλδημοκρατίας, πετυχαίνοντας το ιστορικά χαμηλότερο ποσοστό του (20,5%), με απώλειες 5,2%. Σε περιοχές όπως η Βρέμη, το Αμβούργο και το Σλέσβικ-Χόλστάιν, υποχωρεί πάνω από 8%. Είναι η πρώτη φορά που το ιστορικό αυτό κόμμα της Γερμανίας κατακρημνίζεται τόσο. Ενδεικτικό για αυτό είναι η αντίδραση της ηγεσίας του να δηλώσει στις 18:06, ελάχιστα λεπτά μετά το πρώτο exit poll, την επιλογή του κόμματος να πάει στην αντιπολίτευση, παρόλο που τα αριθμητικά δεδομένα θα επέτρεπαν τη συνέχιση του μεγάλου κυβερνητικού συνασπισμού, άρα και την υλοποίηση σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών. Η βεβιασμένη αυτή κίνηση αναδεικνύει ταυτόχρονα την έλλειψη στρατηγικής κατεύθυνσης και κοινωνικοπολιτικών εναλλακτικών επιλογών, για τις οποίες θα άξιζε να παλέψει το κόμμα. Ο επικεφαλής του SPD, Μάρτιν Σουλτς, όχι μόνο δεν κατάφερε να αξιοποιήσει τη φήμη του σαν «ο ευρωπαίος πολιτικός», αντίθετα υποβάθμισε το ρόλο του σε αυτόν του πρώην δημάρχου της μικρής κωμόπολης Βιούρσελε, από όπου κατάγεται.

Η επικίνδυνη άνοδος δεξιάς και ακροδεξιάς

Από τους κερδισμένους των εκλογών είναι το FDP, το κόμμα των Φιλελευθέρων που επιστρέφει στο γερμανικό κοινοβούλιο. Δύο είναι οι βασικοί λόγοι της επιτυχίας του: η προσωπικότητα του νέου και φέρελπι επικεφαλής του, Κρίσταιν Λίντνερ, και η απόφαση πολλών πρώην ψηφοφόρων της Μέρκελ να το επιλέξουν ως εναλλακτική στο AfD. Το πραγματικό πρόγραμμα του κόμματος αυτού παραμένει ακόμη αδιευκρίνιστο. Οι περισσότεροι αναλυτές συγκλίνουν στην άποψη ότι πιθανή ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών από το FDP θα σημάνει περεταίρω στροφή της οικονομικής πολιτικής της χώρας στην κατεύθυνση της «γερμανικής Ευρώπης». Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Λίντνερ εκφράστηκε επανειλημμένα κατά της πρότασης Μακρόν για το μέλλον της ΕΕ.
Ο βασικός κερδισμένος των εκλογών είναι αναμφισβήτητα το κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD). Παρόλο που δεν έπιασε το στόχο του για 15%, άλλαξε τον πολιτικό χάρτη της χώρας, σημειώνοντας αύξηση των ποσοστών του κατά 7,9%, καταλαμβάνοντας έτσι την τρίτη θέση με 12,6%. Στην Σαξωνία πήρε την πρώτη θέση, εκλέγοντας μάλιστα και τις τρεις απευθείας βουλευτικές έδρες, ενώ στα υπόλοιπα ανατολικά κρατίδια πήρε τη δεύτερη θέση με 21,2%, αλλάζοντας όλα τα, μέχρι σήμερα, δεδομένα. Για πρώτη φορά στη γερμανική Βουλή υπάρχει ένα κόμμα δεξιότερα της Χριστιανοδημοκρατίας. Δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο ποιον ρόλο θα επιλέξουν οι ρεβανσιστικές ακροδεξιές δυνάμεις του AfD, που μάλλον έχουν και την πλειοψηφία στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματός τους. Βέβαιο είναι ότι η εικόνα του Bundestag θα αλλάξει για πάντα, και ότι οι βουλευτές του AfD θα επιχειρήσουν να επιβάλλουν την ατζέντα τους, όπως άλλωστε κατάφεραν και στην προεκλογική περίοδο. Το αποτέλεσμα τούς δίνει αυτή τη δυνατότητα. Δεν καταγράφονται πλέον απλά ως ένα κόμμα διαμαρτυρίας, αλλά ως δύναμη που επέβαλε τη θεματολογία του στην πολιτική συζήτηση. Κυρίως όσον αφορά το «μέλλον της χώρας» και το προσφυγικό-μεταναστευτικό.
Οι Πράσινοι σταθεροποίησαν τη θέση τους με 8,9%, αυξάνοντας οριακά (0,5%) τα ποσοστά τους και βελτιώνοντας τις προβλέψεις. Φαίνεται ότι η γραμμή των επικεφαλής τους να προκρίνουν μια μελλοντική συγκυβέρνηση με Μέρκελ και Φιλελεύθερους, όχι μόνο δεν τους έβλαψε, μάλλον ενίσχυσε τα ποσοστά τους.
Για πρώτη φορά το γερμανικό κοινοβούλιο αποτελείται από εφτά κόμματα. Ποτέ άλλοτε στη μεταπολεμική πολιτική ιστορία της χώρας, ο σχηματισμός συμμαχικής κυβέρνησης δεν ήταν τόσο δύσκολος και σύνθετος. Κανείς δεν προβλέπει ότι η επόμενη κυβέρνηση θα σχηματιστεί πριν τα Χριστούγεννα. Το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει μόνο το εσωτερικό της Γερμανίας, που μάλλον είναι συνηθισμένη και προετοιμασμένη για τέτοιο ενδεχόμενο. Η στασιμότητα αυτή επηρεάζει πολύ περισσότερο τη διαδικασία για τις απαραίτητες αλλαγές και τομές στην ΕΕ. Χωρίς αυτό να είναι φανερό, μάλλον όλοι προετοιμάζονται για μια πιο «γερμανική Ευρώπη», που πιθανά θα δυσχεράνει την προσπάθεια της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ να βγάλει τη χώρα από την κρίση με την κοινωνία όρθια.

Γιώργος Χονδρός
μέλος ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ