Η Άντζελα Ντέιβις στην Αθήνα, καλεσμένη του Ινστιτούτου Ν. Πουλατζάς

Μέσα από τις αντιφάσεις μας προχωράμε

giourgos

Εμβληματική μορφή, μαχητική ακτιβίστρια των πολιτικών δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων των μαύρων, ριζοσπαστική φεμινίστρια, καταξιωμένη ακαδημαϊκός, η Άντζελα Ντέιβις ήταν η κεντρική ομιλήτρια της 11ης ετήσιας διάλεξης του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς.
«Ενώ προετοιμαζόμουν γι’ αυτό το ταξίδι σκεφτόμουν ότι έχω μία ανεκπλήρωτη υποχρέωση προς τον ελληνικό λαό. Όταν ήμουν στη φυλακή από το 1970 έως το 1972, και αντιμέτωπη με τη θανατική καταδίκη, πάρα πολλοί άνθρωποι, εδώ στην Ελλάδα, συμμετείχαν στην εκστρατεία για να σωθεί η ζωή μου, δεν θα ξεχάσω ποτέ το μήνυμα που έλαβα από Έλληνες πολιτικούς κρατουμένους, μαζί με ένα ξυλόγλυπτο που βγήκε λαθραία από τις ελληνικές φυλακές κι έφτασε στα χέρια μου στις ΗΠΑ. Αυτό είναι μια ανάμνηση που θα κρατώ ως το τέλος της ζωής μου», ξεκίνησε την ομιλία της η Άντζελα Ντέιβις, που είχε επισκεφτεί την Ελλάδα και πριν από 50 χρόνια.

«Η Άντζελα Ντέιβις ενηλικιώθηκε τη δεκαετία του ’60, όταν το ορμητικό ξέσπασμα του ριζοσπαστισμού κατέλαβε εξαπίνης πολιτικούς και διανοούμενους, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους της συναίνεσης προς τα αριστερά, όπως λέει η Έρικ Χομπσμπάουμ. Αυτό έδωσε ώθηση στη δημιουργία πολλών κινημάτων, όπως το νεολαιίστικο, το φεμινιστικό, το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα, το αντιπολεμικό με την εμβληματική δράση κατά του πολέμου στο Βιετνάμ , μια νέα γενιά ενηλικιώνεται την περίοδο αυτή προσδοκώντας ένα καλύτερο μέλλον.[…] Την ίδια περίοδο, το φεμινιστικό κίνημα και αργότερα των ομοφυλόφιλων ανέτρεψαν πολλές καθιερωμένες αντιλήψεις και πρακτικές και συνέβαλαν με καθοριστικούς τρόπους στη φιλελευθεροποίηση της νομοθεσίας και των κοινωνικών κανόνων. Στην Ελλάδα έφτασαν με το τέλος της δικτατορίας και επηρέασαν τις διαφορετικές παραδόσεις του φεμινισμού και της αριστεράς», είπε η Ντίνα Βαΐου, παρουσιάζοντας την Άντζελα Ντέιβις, την περασμένη Δευτέρα, επισημαίνοντας ότι τρία αλληλοσυνδεόμενα θέματα στο έργο της, απασχολούν και σήμερα τη θεωρητική συζήτηση και τα κινήματα. Το θεωρητικό νήμα που συνδέει τα διάφορα ζητήματα, αποκλείοντας έτσι απλουστευτικές θεωρήσεις, είναι «η διαθεματικότητα, δηλαδή οι τομές, οι αλληλοσυνδέσεις και οι αντιφάσεις στη θεωρία και την πολιτική πρακτική της φυλής, του φύλου, της κοινωνικής τάξης, της ιντερσεξουαλικότητας».

Τρία αλληλοσυνδεόμενα θέματα

Πρώτο θέμα ο Μαύρος Φεμινισμός που αναδύθηκε ως άρνηση των έγχρωμων γυναικών αλλά και των φτωχών γυναικών της εργατικής τάξης στις ΗΠΑ να ταυτιστούν με ένα φεμινιστικό κίνημα, το οποίο θεωρούσαν πολύ λευκό και μεσοαστικό. Δεύτερο θέμα, η θέση της Ντέιβις, μέσα από την εμπειρία της από τα κινήματα και τις θεωρητικές της διεργασίες, ότι η βία κατά των γυναικών έχει χρώμα «καθώς πολλαπλά στρώματα επιθετικότητας κατά των έγχρωμων γυναικών αποκρύπτονται συστηματικά ή και θεωρούνται “κανονικά”. Αρνείται έτσι τη ρατσιστική υποκρισία ότι οι μαύροι είναι οι κύριοι δράστες βίας, σεξουαλικής και ενδοοικογενειακής βίας επισημαίνοντας ότι οι έγχρωμες και φτωχές γυναίκες βρίσκονται εκτεθειμένες στη διαρκή βία, από τα φασονατζίδικα και τις φυλακές ως την κρεβατοκάμαρα του σπιτιού τους.
Τρίτο θέμα, το σωφρονιστικό βιομηχανικό σύμπλεγμα, κατ’ αναλογία με το στρατιωτικό βιομηχανικό, που αφορά την αυξανόμενη πολιτική επιρροή των επιχειρήσεων που εμπλέκονται με το σύστημα εγκλεισμού στις ΗΠΑ που περιλαμβάνει ιδιωτικές, δημόσιες φυλακές, ανηλίκων, στρατιωτικές, κέντρα κράτησης μεταναστών κ.ά. Οι επιχειρήσεις που εμπλέκονται συμβάλλουν στην ανάπτυξη μιας εξαιρετικά κερδοφόρας οικονομίας, αφού περιλαμβάνει μια τεράστια αγορά υπηρεσιών και προϊόντων, από το φαγητό στις φυλακές μέχρι τα λόμπι υποστήριξης, την τεχνολογία και την επιτήρηση και κυρίως την εκμετάλλευση φτηνού εργατικού δυναμικού, των φυλακισμένων. Σ’ αυτό το πλαίσιο, τα κέρδη από τον εγκλεισμό είναι τεράστια και συντελούν στην τερατώδη αύξηση του αριθμού των φυλακισμένων στις ΗΠΑ. Η Ντέιβις δραστηριοποιείται πολύ σ’ αυτό καθώς, ουσιαστικά, οι φυλακισμένοι είναι πολιτικοί κρατούμενοι – εμβληματική, γνωστή και σε εμάς, η υπόθεση του Μουμία Αμπού Τζαμάλ. Η Ντέιβις συνέβαλε μεταξύ άλλων πολύ στα κινήματα Critical Resistance, Occupy Wall Street, Black Lives Matter, ενώ η ακαδημαϊκή εργασία συμβαδίζει πάντα με τον μαχητικό ακτιβισμό.

Φεμινισμός και μαρξισμός

«Προσωπικά το φεμινισμό τον βρήκα μέσα από το μαρξισμό. Μέσα από την ανάγνωση έργων περί οικογένειας, ιδιοκτησίας και κράτους και άλλων έργων και μέσα από τη συμμετοχή στην πάλη και τους αγώνες, αλλά τότε εμείς αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ως τιμητές των δικαιωμάτων των γυναικών, της εργατικής τάξης, των φτωχών, των μαύρων γυναικών», λέει στην ομιλία της η Ντέιβις. «Ήμασταν αντίθετες με αυτό που εμείς αποκαλούσαμε λευκό φεμινισμό και μπουρζουά. Εγώ είμαι ακόμη αντίθετη με το μεσοαστικό φεμινισμό». Εξάλλου, πριν από 6 μήνες, την 1η Μαΐου, μιλώντας στο Women of the World Festival 2017, στο Λονδίνο, καυτηρίασε το φεμινισμό της «γυάλινης οροφής» της Χίλαρι Κλίντον: «θα έπρεπε να καταλαβαίνει ότι οι μεταφορές είναι πολύ σημαντικές. Μα ποια μπορεί να τα καταφέρει αν δεν είναι ήδη στην κορυφή της οροφής;», είχε καταλήξει. Σήμερα, για την Ντέιβις είναι σημαντικό να επαναπροσδιορίσουμε τον όρο «φεμινισμός», ειδικά αυτή την εποχή της μαζικής εισροής ανθρώπων από χώρες που παλαιότερα ήταν αποικίες δυτικών χωρών, ενώ η Ευρώπη δεν είναι πλέον ήπειρος λευκών. Για την Αμερική, το κίνημα Black Lives Matter δεν είναι σημαντικό μόνο γιατί οι ζωές των μαύρων μετράνε, αλλά και γιατί τώρα οι μαύρες γυναίκες όχι μόνο μπορούν να ηγηθούν αυτού του κινήματος, αλλά μπορούν, όπως και οι ομοφυλόφιλες, να αλλάξουν την ίδια τη φύση της ηγεσίας. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί αν η ζωή των μαύρων ανθρώπων μετρά, τότε κάθε ζωή μετρά. Στη σύντομη επίσκεψη της στο City Plaza, όπου στεγάζονται 400 πρόσφυγες, εντυπωσιάστηκε από τη δουλειά των ακτιβιστών αλλά και τη δημιουργία μιας κοινότητας ισοτιμίας που λειτουργεί αυτόνομα. Αυτό το αίτημα έχει την πρόθεση να το μεταφέρει στις ΗΠΑ, οι οποίες ευθύνονται πολύ για την τρέχουσα κατάσταση. Με αυτή την αφορμή αναφέρθηκε στον όρο «φυλετικός καπιταλισμός», του Σέντρικ Ρόμπινσον από τη μελέτη του «Μαύρος μαρξισμός», που την βοήθησε, όπως είπε, να κατανοήσει τις ιστορικές αλληλοεπιδράσεις μεταξύ ρατσισμού και καπιταλισμού. Δεν μπορεί να υπάρξει μαρξιστική φεμινιστική προσέγγιση που να αγνοεί τις ιδεολογικές επιρροές του ρατσισμού. Ακόμη και για την εργατική τάξη ο αρχετυπικός εργάτης είναι λευκός άντρας, ενώ είναι σημαντικό να αντιληφθούμε όλοι τον χαρακτήρα της εργατικής τάξης την εποχή της παγκοσμιοποίησης. Ειδικά σε ό,τι αφορά τη φροντίδα, ως κοινωνική υπηρεσία, που παρέχεται από τις γυναίκες του Νότου. Αυτό αποκτά κεντρική θέση στην παγκόσμια οικονομία. Το κοινωνικό φύλο πάντα υπόκειται στη φυλή και την κοινωνική τάξη.

Ευρείς συσχετισμοί εννοιών

Η διάλεξη της Άντζελα Ντέιβις αγγίζει πολλά θέματα, που ίσως να είναι διαφορετικά, αλλά, όπως επισήμανε και η Ντίνα Βαΐου, τα ενώνει ένα κοινό νήμα. Η διαλεκτική αντίληψη που έχει ως μαρξίστρια την οδηγεί σε ευρείς συσχετισμούς εννοιών. Έτσι, με άνεση συνδέει τη δουλεία, τον Τραμπ, την Παλαιστίνη, τον νεοφιλελευθερισμό, το ρατσισμό με τους αγώνες του φεμινισμού.
Υποστηρίζει ότι η δουλεία δεν έληξε μαζί με τον εμφύλιο πόλεμο το 1865, αλλά μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Ενώ ο θεσμός μπορεί να έχει απαγορευτεί τυπικά, ο παρατεταμένος και βαθύτατος αντίκτυπος της δουλείας στις κοινωνικές σχέσεις δεν αντιμετωπίστηκε με τη δέουσα σοβαρότητα. Η δουλεία ουσιαστικά καταργήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’40, πράγμα που σημαίνει ότι οι ΗΠΑ είχαν περίπου 320 χρόνια δουλείας και μόνο 70 χρόνια χωρίς δουλεία. Το μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής ιστορίας είναι ιστορία δουλείας. Η ενοικίαση καταδίκων είναι μια ιδιαίτερη μορφή σωφρονισμού και μια νέας μορφής δουλεία. Μόνο σήμερα, τον 21ο αιώνα, επιχειρείται μια προσέγγιση των κοινωνικών συνεπειών της.
Το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών δεν είναι άσχετο με το αντίκτυπο της δουλείας.
Η φράση του Τραμπ «να κάνουμε και πάλι μεγάλη την Αμερική» σημαίνει να επαναφέρουμε μια γερασμένη Αμερική, μια Αμερική των λευκών ανδρών, δηλαδή μια ρατσιστική Αμερική. Ο ρατσισμός δεν αποτελεί έναν εξωγενή παράγοντα του καπιταλισμού. Με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, οι κοινωνικές υπηρεσίες υποβαθμίστηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο. Η εκπαίδευση μετατράπηκε σε εμπορικό προϊόν και η αντίληψη αυτή έχει γίνει κανόνας. Από τη δεκαετία του ’80, που άρχισε η αποβιομηχάνιση, όταν τα εργοστάσια, η αυτοκινητοβιομηχανία, η χαλυβουργία, μεταφέρθηκαν σε περιοχές με φτηνό εργατικό δυναμικό, έγινε εξαιρετικά δύσκολη η επιβίωση των κοινοτήτων που εργάζονταν εκεί, των πλεοναζόντων ανθρώπων, των έγχρωμων και των ισπανόφωνων κυρίως, που δεν είχαν πλέον θέση στο καπιταλιστικό σύστημα. Γι’ αυτό σήμερα υπάρχουν πάρα πολλοί έγχρωμοι και ισπανόφωνοι στις φυλακές. Οι φυλακές αποτελούν αποθήκες των πλεοναζόντων αυτών ανθρώπων.

Να απαλλαγούμε από την τοξική αρρενωπότητα

Πρέπει, λοιπόν, να αναστοχαστούμε ένα σύστημα δικαιοσύνης που δεν χρειάζεται να βασίζεται σε τόσο βίαια μέσα, όπως η αστυνομία, για την αντιμετώπιση μιας ευρείας γκάμας ζητημάτων, τα περισσότερα των οποίων δεν αφορούν πολύ σημαντικά εγκλήματα. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε την παραβατικότητα με διαφορετικούς τρόπους, με τρόπους που δεν είναι εκδικητικοί, και που δεν οδηγούν στην αναπαραγωγή της ίδιας αυτής βίας που ισχυριζόμαστε ότι θέλουμε να απορρίψουμε. Στην άποψη για την κατάργηση του εγκλεισμού και της χρήσης κρατικής βίας μέσω της αστυνομίας, υπήρξαν αντιδράσεις πολλών φεμινιστριών, που θεωρούν ότι η θέση αυτή είναι αντίθετη με την τιμωρία των εγκλημάτων ενδοοικογενειακής και σεξουαλικής βίας, που επιτέλους έχει θεσμοθετηθεί. Η Ντέιβις, όμως, μας λέει ότι θα πρέπει να σκεφθούμε αποτελεσματικότερους τρόπους για να απαλλαγούμε από την τοξική αρρενωπότητα, της οποίας μπορεί να είναι φορείς και κάποιες γυναίκες. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να έχουμε όραμα για έναν κόσμο όπου η βία κατά των γυναικών δεν κυριαρχεί. Όμως, ένας φεμινισμός που βασίζεται στην ποινικοποίηση δεν βοηθά, γιατί οι σωφρονιστικοί θεσμοί αναπαράγουν τη βία, αντί να την εξαλείφουν.

Η άνοδος των γυναικών

Η εποχή μας καθορίζεται από την άνοδο των γυναικών. Ένας αγώνας αιώνων αρχίζει να φέρνει αποτελέσματα. Επίσης, σήμερα υπάρχουν πολλοί άνδρες μη σεξιστές, νέοι μαύροι άνδρες δηλώνουν φεμινιστές και αυτό είναι το συναρπαστικό του κινήματος Black Lives Matter. Όμως οι γυναίκες δεν μπορούν απλά να φιλοδοξούν να πάρουν τη θέση των ανδρών, αλλά πρέπει να επιδιώκουν να επιτύχουν ένα ριζοσπαστικό μετασχηματισμό. Αν γίνουμε αυτό που ήταν οι ετεροφυλόφιλοι άνδρες που είχαν την εξουσία στο παρελθόν, απλά μιμούμαστε τις δομές οι οποίες θα συνεχίσουν να καταπατούν τα δικαιώματά μας. Αν δεν εξετάσουμε την ίδια τη σημασία των ιεραρχιών της εξουσίας, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι γυναίκες παλεύουν για το δικαίωμα να γίνουν εξίσου βίαιες με τους άνδρες. Γι’ αυτό οι εξουσίες που ζητούν την ισότητα των γυναικών στο στρατό θα πρέπει να συνοδεύονται από μια βαθιά κριτική του ίδιου του στρατού. Το ίδιο ισχύει και για το γάμο στις ΛΟΑΤΚΙ κοινότητες. Αυτό θα πρέπει να συνδυάζεται με μια ριζοσπαστική κριτική του θεσμού του γάμου, ο οποίος γάμος δεν εδράζεται μόνο στις καπιταλιστικές έννοιες της κληρονομιάς, της ιδιοκτησίας, αλλά επίσης παράγει την ίδια βία που εμείς θέλουμε να αντιπαλέψουμε.
Τα κινήματα κοινωνικής δικαιοσύνης δεν χρειάζεται να περιμένουν να δρέψουν τους καρπούς του αγώνα τους κατά τη διάρκεια μιας ζωής, ή ακόμη και δύο ή τριών γενεών, αλλά πρέπει να δίνουν τη δυνατότητα σε άλλους να συνεχίσουν αυτόν τον αγώνα. Όταν αναζητούμε έναν καλύτερο κόσμο, το όραμά μας επεκτείνεται στις επόμενες γενιές, στο μέλλον.
Σε αυτό, η Ντέιβις εντάσσει τον αγώνα 70 χρόνων της Παλαιστίνης και ζητά ελευθερία και δικαιοσύνη για την Παλαιστίνη και την ανανέωση της στήριξης του μποϊκοτάζ κατά του Ισραήλ.

Η εξουσία που έχουμε εσωτερικεύσει

Αναρωτιέται κανείς αν όλα τα θέματα, που με τέχνη αναλύει η Ντέιβις στο λόγο της, έχουν όλα σχέση με το φεμινισμό. Ο ίδιος ο συλλογισμός της μας απαντά. «Φεμινισμός είναι να κατορθώσεις να συνδέσεις και να συνδυάσεις διαφορετικά ζητήματα που μοιάζουν ξεχωριστά, παντελώς διακριτά. Ζητήματα που μοιάζουν άσχετα με το φεμινισμό. Όμως, στοιχείο του μαρξισμού είναι να εργάζεσαι με τις αντιφάσεις. Το πιο δημιουργικό κομμάτι είναι στην καρδιά της αντίφασης».
Ο αγώνας, το όραμα, η πάλη που δεν σταματά σε εμάς, αλλά βλέπει προς το μέλλον, προς εκείνους που θα συνεχίσουν το έργο μας, η άρνηση της βίας σαν απάντηση στη βία, αλλά και ο μετασχηματισμός του εαυτού μας είναι οι βασικές έννοιες του φεμινισμού για την Άντζελα Ντέιβις. Όπως και το να αναγνωρίζουμε τις αντιλήψεις της ιεραρχίας της εξουσίας που έχουμε εσωτερικεύσει. Γιατί «αν δεν μπορούμε να πορευτούμε προς μια μεγαλύτερη ισονομία, θα αναπαράγουμε τις ιεραρχίες που θέλουμε να καταργήσουμε».
Τα όσα ανέλυσε σε ένα απόγευμα η Άντζελα Ντέιβις στην εξαιρετική διάλεξη που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Πουλαντζά χρειάζεται κόπος για να τα αφομοιώσουμε. Γιατί το μυαλό και το συναίσθημά μας έχει πράγματι δεχτεί εισβολή από τις ιεραρχίες της εξουσίας. Γιατί είναι δύσκολο να συγκεράσουμε πολλά διαφορετικά ζητήματα, ως ένα όλο. Γιατί, πολλές φορές, ξεχνάμε τη συλλογικότητα, γιατί κάποιες φορές επιθυμούμε για την τιμωρία του ενόχου την ίδια βία που αυτός εφάρμοσε. Γιατί, δεν αντιλαμβανόμαστε πάντα ότι και μέσα από τις αντιφάσεις πρέπει να προχωρήσουμε.

Η Άντζελα Ντέιβις γεννήθηκε το 1944 στο Μπίρμινχαμ της Αλαμπάμα, από εκπαιδευτικούς γονείς, σε μια εποχή που τα σχολεία ήταν ξέχωρα για λευκούς και μαύρους και οι θέσεις στα λεωφορεία επίσης, σε μια περιοχή που την αποκαλούσαν Dynamite Hill, καθώς η Κου Κλουξ Κλαν ανατίναζε τα σπίτια των μαύρων κατοίκων, όπως ανατίναξε και την εκκλησία όπου σκοτώθηκαν τρεις φίλες της. Το 1961, ξεκίνησε τις σπουδές της στο Brandeis University στη Μασαχουσέτη, και ήταν μία από τους τρεις μαύρους φοιτητές. Αποφοιτώντας με άριστα από τη Γαλλική φιλολογία, συνέχισε με σπουδές φιλοσοφίας στο Παρίσι και στη συνέχεια στη Φρανκφούρτη, όπου υπήρξε φοιτήτρια του Αντόρνο ενώ, επιστρέφοντας στις ΗΠΑ, φοίτησε με τον Χέρμπερτ Μαρκούζε, στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας. Έγινε μέλος της φοιτητικής οργάνωσης κατά της βίας, SNCC (Student Non Violent Committee) και έπειτα των Μαύρων Πανθήρων. Μετά τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, το 1968, γράφτηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα και εξαιτίας αυτού έχασε τη θέση της στο Πανεπιστήμιο, όπου εργαζόταν ως επίκουρη καθηγήτρια. Ενώ η απόλυση της κρίθηκε αντισυνταγματική, διώχθηκε εκ νέου και φυλακίστηκε, κατηγορούμενη για συνέργεια σε φόνο, όταν ο Τζόναθαν Τζάκσον, ένας 17χρονος σύντροφός της από το Κίνημα, είχε εισβάλει στο δικαστήριο, οπλισμένος, ζητώντας να ελευθερωθούν τρεις μαύροι που κρατούνταν στις φυλακές Σολεδάδ, οι οποίοι είχαν κατηγορηθεί άδικα για το φόνο ενός λευκού. Στη συμπλοκή σκοτώθηκε ο Τζάκσον, όμως το όπλο ήταν δηλωμένο στο όνομα της Ντέιβις. Η 14μηνη κράτησή της και ο κίνδυνος να καταδικαστεί σε θάνατο, δημιούργησε ένα διεθνές κίνημα αλληλεγγύης – αθωώθηκε τελικά το 1972. Η δίωξή της, οι παθιασμένες ομιλίες της, διέδωσαν τις ιδέες της σε όλο τον κόσμο και πρόβαλαν τη μορφή μιας γυναίκας που πάντα αγωνίζεται για τα πολιτικά δικαιώματα και τα δικαιώματα των γυναικών. Η ευφυΐα της και οι μεγάλες οργανωτικές ικανότητές της την ανέδειξαν ως ηγετική φυσιογνωμία και, γι’ αυτό, είχε συγκρουστεί με τους άντρες του SNCC, που της καταλόγιζαν ότι αναλαμβάνει «αντρικούς» ρόλους. Μετά την αποφυλάκισή της, την προσέλαβαν στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Φραντσίσκο και αργότερα στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας όπου και διηύθυνε το πρόγραμμα Φεμινιστικών Σπουδών απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε και είναι ομότιμή καθηγήτρια. Έχει γράψει πολλά βιβλία, αρκετά μεταφρασμένα και στα ελληνικά, ενώ πολλά άρθρα της κυκλοφορούν στο διαδίκτυο.

Τόνια Τσίτσοβιτς
Σοφία Ξυγκάκη