Η αγέρωχος μνήμη

Στις 8 Μαΐου, στον κατάμεστο, από αγαπημένους φίλους και συντρόφους της, κήπο του Νομισματικού Μουσείου, παρουσιάστηκε η δεύτερη ποιητική συλλογή της Ελένης Πορτάλιου «Η μνήμη επιστρέφει στα χαλάσματα της Ιστορίας» και πάλι από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος.
Για την έκδοση μίλησαν ο Παρασκευάς Καρασούλος, εκδότης της Μικρής Άρκτου, ο Ευτύχης Μπιτσάκης, φυσικός, καθηγητής φιλοσοφίας, συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού Ουτοπία, ενώ χαιρετισμό έστειλε ο Κώστας Μανταίος, πρόεδρος ΣΦΕΑ (Συλλόγου Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974).
Τη συζήτηση συντόνισε η μουσικοκριτικός Λιάνα Μαλανδρενιώτη, ενώ ποιήματα διάβασαν οι ηθοποιοί Κάτια Γέρου και Μαρία Κανελλοπούλου.

Όταν το 2014 είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της βιβλίο ποίησης, Ίχνη ζωής, η ιστορικός/σκηνοθέτρια Έλενα Πατρικίου, στην παρουσίαση τότε του βιβλίου είχε επισημάνει, μεταξύ άλλων, ότι η ποίηση της Ελένης Πορτάλιου, παρά τα κάποια κοινά στοιχεία με τη γενιά της ήττας, «ξεφεύγει από τη στενή ανάπλαση των εικόνων εκείνης της γενιάς και μέσα από τα ποιήματά της αναδύεται μια ζωή που ισορροπεί πάνω σε απώλειες και επιθυμίες», ενώ προβάλλει «ως αρχή της πραγματικότητας το “ακριβό μέταλλο της συνείδησης”». Ό,τι δηλαδή διασώζεται με τη μνήμη. Αρχιτεκτόνισσα, πανεπιστημιακή δασκάλα, πεισματάρα και ακούραστη αγωνίστρια της ανανεωτικής αριστεράς, η Ελένη Πορτάλιου δεν παύει να επαναλαμβάνει ότι Πατρίδα της είναι η μνήμη και να την διασώζει με το επιστημονικό και το ποιητικό της έργο, κυρίως με τη στάση ζωής της.
«Μέσα στους στίχους της βρήκα και τη δική μου γενιά με τους αγώνες και τις φοβερές δοκιμασίες της», έγραψε στον χαιρετισμό του ο Κώστας Μανταίος. «Η ποίηση της Ελένης με συγκίνησε βαθύτατα. Η γενιά του ’60, που καταγράφεται στην ιστορία σαν γενιά της άνοιξης και της ελπίδας, δοκίμασε όλους τους κλονισμούς εκείνης της δεκαετίας, από τις δολοφονίες του Γρηγόρη Λαμπράκη και του Σωτήρη Πέτρουλα μέχρι και τη δικτατορία της χούντας των επίορκων στρατιωτικών και δικαστών. Η Ελένη, και στις τρεις ενότητες της ποιητικής συλλογής της, κλείνει εκατό χρόνια ιστορίας, από το 1917, το 1968, γεγονότα που συγκλόνισαν ολόκληρο τον κόσμο. Η ποίησή της μέσα από τη συγκίνηση και τη μελαγχολία ατενίζει το μέλλον με ελπίδα και αισιοδοξία».
«Μια προσωπικότητα σαν αυτή της Ελένης Πορτάλιου, φτιαγμένη από τα υλικά της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης και σμιλευμένη από τους καθημερινούς αγώνες με τα κινήματα για μια καλύτερη κοινωνία, εύλογα θα μετουσιώσει σε ποίηση βιωμένα οδυνηρά γεγονότα και μύχιες συναισθηματικές αλήθειες», είπε η Λιάνα Μαλανδρενιώτη, στενή φίλη και συντρόφισσα της Ελένης Πορτάλιου. Ήδη, «από το εισαγωγικό ποίημα της συλλογής της μάς δίνει το στίγμα της ποίησής της. Ο Ποιητής, μέρα και νύχτα στιχουργεί το έπος των νικημένων. Σπάνια βρίσκει κανείς συλλογή ποιημάτων που χαρακτηρίζεται από τόση ευαισθησία, τόση τρυφερότητα και τόση ήρεμη συμφιλίωση με την οδύνη της ιστορικής μνήμης. Η ποίηση της Ελένης είναι απόλυτα βιωματική, ενσυνείδητη κι έχει ξεκάθαρο κώδικα αναφοράς τα παρελθόντα σύμβολα, τα λαμπρά υπολείμματα της Ιστορίας, τα πρόσωπα, σημερινά και παρελθόντα. Μας παρακινεί να αναρωτηθούμε για τις μεγάλες βεβαιότητες που καθόρισαν την ύπαρξή μας».

Ο Παρασκευάς Καρασούλος χαρακτήρισε τον ποιητικό λόγο της Ελένης Πορτάλιου μια ξεκάθαρη πολιτική επιλογή και πολιτική πράξη, και ευτύχημα την έκδοση, σε αυτήν τη συγκεκριμένη συγκυρία, καθώς η κρίση στην ίδια την ποίηση είναι τόσο μεγάλη και βαθιά ώστε ποιητικά κείμενα, όπως αυτό, δίνουν ανάσα ζωής σε τούτη την τέχνη που τόσο έχουμε ανάγκη εδώ στην Ελλάδα. «Η μνήμη επιστρέφει στα χαλάσματα της Ιστορίας, το βιβλίο της Ελένης Πορτάλιου, είναι μια άλλη εκδοχή μιας γλώσσας για να προσεγγίσουμε την πραγματικότητα – και τέτοιες γλώσσες, τέτοιες αναφορές, η ποίηση τις έχει βαθιά ανάγκη» τόνισε. «Στην ελληνική μυθολογία, η Μνήμη καταγράφεται ως μία από τις τρεις αδελφές, πολύ σημαντικές μούσες, προγενέστερες των εννέα, και υπάρχουν δύο εκδοχές αναφοράς: η μία λέει ότι η Μνήμη ήταν αδελφή της Μελέτης και της Αοιδούς. Δηλαδή η μνήμη συγγενεύει με τη μελέτη και το τραγούδι. Μνημονεύουμε, μελετούμε τη μνήμη μας και μετά την τραγουδάμε. Αυτό το βιβλίο αναφέρεται στο παρελθόν, με το αίσθημα του παρόντος και με την ελπίδα του μέλλοντος. Αυτά τα τρία στοιχεία, η μνήμη, η μελέτη και η αοιδής, είναι τα στοιχεία της υπόκρισης, όχι απλά με την έννοια της υποκριτικής, αλλά του τρόπου που η ποίηση προχωρεί και αγγίζει τον κόσμο. Το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να έχει και άλλο τίτλο: Η αγέρωχος μνήμη. Σε έναν κόσμο τόσο εφήμερο και θαυμαστικό απέναντι στο στιγμιαίο γεγονός, το να διασχίζεται ο χρόνος με συνείδηση είναι πολύ σπουδαίο».
«Ποια είναι τα χαλάσματα της Ιστορίας; Η τραγωδία και το μεγαλείο της ηττημένης ελληνικής επανάστασης», ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην ομιλία του ο Ευτύχης Μπιτσάκης. «Πάντα τα δημοτικά μας τραγούδια είναι για παλληκάρια, για ήττες. Αν πάμε πίσω στο Βυζάντιο, υπάρχει μία τεράστια ποικιλία ποιημάτων που έχουν σχέση με τους κοινωνικούς αγώνες, τις θυσίες, την παλληκαριά. Τότε εκφραζόταν ο λαός. Οι λαοί πλέον δεν μιλάνε, μιλάνε όμως οι ποιητές. Ευτυχώς. Το βιβλίο της Ελένης εκδίδεται σε μια περίοδο δύσκολη, κατάρρευσης αυτού που πήγε να υπάρξει ως ελπίδα και μέλλον της ανθρωπότητας. Το βιβλίο δεν μπορεί να είναι αισιόδοξο αλλά έχει το ταλέντο να είναι αληθινό. Με την απελευθέρωση υπήρξε εδώ μια άνθιση του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού σε όλους τους τομείς. Νομίζω ότι με τα ποιήματα της Ελένης, νοιώθουμε το μεγαλείο αλλά και τον πόνο της ήττας, τις θυσίες, αυτό που συνολικά είναι η τραγωδία κάθε επανάστασης. Στο τέλος, παρά την ήττα, κυριάρχησε ένα κλίμα αισιοδοξίας. Πέρασε μια περίοδος ξηρασίας, ορθολογισμού, σκεπτικισμού, και αυτό που κυριαρχεί, νομίζω, τώρα πια, είναι μια εγκεφαλική κατασκευή. Δηλαδή, οι νέοι, κυρίως, που δεν έζησαν όλα αυτά τα τραγικά γεγονότα, είναι λίγο πολύ αποκομμένοι από το σύνολο της κοινωνίας, κατασκευάζουν ποιήματα με αφηρημένες έννοιες, τα οποία δεν ανταποκρίνονται σε κάτι συγκεκριμένο. Σε αυτήν ακριβώς την περίοδο της ορθολογικότητας, που έρχεται σε αντίφαση με την έννοια της πραγματικότητας της φύσης, κυκλοφορεί αυτό το βιβλίο. Η Ελένη είχε την τύχη και την ατυχία να ζήσει τα γεγονότα. Αυτά που περιγράφει με αγάπη, πόνο και θλίψη, με ρήματα, με ουσιαστικά, και όχι με αφηρημένες έννοιες, είναι πραγματικά τραγική υψηλή ποίηση. Νομίζω ότι αυτήν την εποχή ένα τέτοιο βιβλίο ίσως είναι μια αρχή. Ευχαριστώντας την ακόμα μια φορά, ελπίζουμε ότι θα υπάρξει συνέχεια».
Στη συνέχεια, ο Παρασκευάς Καρασούλος ευχαρίστησε από καρδιάς τον ζωγράφο Κυριάκο Κατζουράκη, ο οποίος προσέφερε γενναιόδωρα στη φίλη του Ελένη, τέσσερα έργα του, από την Αναφορά στην Γκουέρνικα, που περιλαμβάνονται στην έκδοση.

Σοφία Ξυγκάκη

 

Το όνομά σου είναι Ροσάνα

Μια φωτογραφία σου

ξέφυγε από το δίχτυ του χρόνου

και διασχίζει τον κόσμο

αντίθετα στο μέλλον.

Τα χρυσά μαλλιά

το συλλογισμένο βλέμμα

στο διάφανο πρόσωπο.

Όνομα κι αυτό το δικό σου

Ροσάνα

λουσμένο στο θάμπος της Αναγέννησης

φέγγει στην πλατεία του Μιλάνου

μέσα στο πλήθος

που υποδέχεται τους παρτιζάνους.

Κάποια μέρα ίσως αύριο

δεν θα ζεις πια.

Τότε ο εικοστός αιώνας

θα κατρακυλήσει στο έρεβος της Ιστορίας

κι η μνήμη του κόσμου που αγαπήσαμε

θα χαθεί μαζί με το πρόσωπό σου.

Ήδη το μέλλον είναι ξένο.

Κανείς δεν κατοικεί στις αμμουδιές

που ανθίζουν κάτω από το παρισινό λιθόστρωτο.

Το θολό αποτύπωμα που αφήνουμε

δεν είναι ούτε τραγικό ούτε ένδοξο

κι ο χρόνος δεν θα μετρήσει

τις σκόρπιες ιστορίες μας.

Ζεσταίνοντας τις λέξεις που σώθηκαν

από τη γενική παράδοση

των ζωτικών ήχων

νοιώθουμε την αόρατη σκιά να πλησιάζει

κι απορούμε πώς ξέφυγε η ζωή.

Η ομορφιά του κόσμου λιγοστεύει

και το κορίτσι του εικοστού αιώνα

κλείνει πίσω του την αυλαία.