Η «ατελέσφορη» Υεμένη

yemeni

Του Σταύρου Ι. Δρακουλαράκου*

Η κατάσταση στην Υεμένη διαιωνίζεται από το 2014 και την εξέγερση των Χούθι κατά της κυβέρνησης του προέδρου Μανσούρ Χάντι. Ωστόσο, οφείλουμε να ανατρέξουμε στα γεγονότα των προηγουμένων ετών, ώστε να εντοπιστούν τα αίτια της σημερινής πραγματικότητας, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στις σχέσεις με την Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Τα κράτη της Βόρειας και της Νότιας Υεμένης ενώθηκαν το 1990 υπό την προεδρία του Αμπτουλάχ Σάλεχ. Ωστόσο, το 1994 ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος, όταν η Νότια Υεμένη διεκδίκησε εκ νέου την ανεξαρτησία της. Μετά την επικράτηση των κυβερνητικών δυνάμεων, ο Σάλεχ διατήρησε την εξουσία ως το 2011. Η σημερινή διαμάχη βρίσκει την απαρχή της στην εξάπλωση της Αραβικής Άνοιξης και στην αποτυχημένη πολιτική μετάβαση από τον πρόεδρο Σάλεχ στο σημερινό πρόεδρο Χάντι το 2011. Παρά το γεγονός ότι η μετάβαση αποτέλεσε απόρροια ειρηνικής εξέγερσης της νεολαίας, με τη μερική στήριξη του στρατού και των Χούθι, η κυβέρνηση Χάντι δεν κατάφερε να ενώσει τα πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα της χώρας. Αντιθέτως, έφερε τους υποστηρικτές του πρώην προέδρου Σάλεχ εγγύτερα με τους αντάρτες Χούθι. Οι Χούθι ξεκίνησαν ως ένα θεολογικό κίνημα της φατρίας των Ζαϊντί, στο βορειοδυτικό τμήμα της Υεμένης, το οποίο πρέσβευε την ειρήνη και την ανεκτικότητα. Ωστόσο, μετά τη δεκαετία 1990, έκανε την εμφάνισή της μια νέα τάση, στενότερα συνδεδεμένη με το σιιτικό Ισλάμ. Από το 2004 και ως το 2010, οι Χούθι αποτελούσαν πολιτικούς αντιπάλους της κυβέρνησης Σάλεχ, η οποία είχε συνεργαστεί με τη Σαουδική Αραβία με στόχο την αντιμετώπισή τους. Οι αντάρτες Χούθι είχαν ξεκινήσει τον αγώνα κατά του Σάλεχ, όταν ο τελευταίος είχε επιχειρήσει να επιβληθεί στις διεκδικήσεις τους και είχε προχωρήσει σε συλλήψεις των μελών τους.

Οι Χούθι

Έτσι, υπό τις παραπάνω συνθήκες εκπληρώθηκε η ρήση του «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου». Μετά την αρχική εξέγερση του 2014, οι Χούθι και δυνάμεις του Σάλεχ κατέλαβαν την πρωτεύουσα Σαναά και σημαντικό μέρος της Βόρειας Υεμένης. Οι κυβερνητικές δυνάμεις και ο πρόεδρος Χάντι αναγκάστηκαν να μεταφερθούν νοτιότερα, στο Άντεν. Υπό την ασφυκτική στρατιωτική πίεση των εξεγερθέντων, τον Μάρτιο του 2015, ο πρόεδρος Χάντι μετέβη στη Σαουδική Αραβία, από όπου επέστρεψε έξι μήνες αργότερα, όταν οι συνθήκες γύρω από την περιοχή του Άντεν το επέτρεψαν.
Η Υεμένη τοποθετείται γεωγραφικά στα νότια σύνορα της Σαουδικής Αραβίας και αποτελούσε κράτος φιλικά διακείμενο προς τα συμφέροντά της. Εντός του ακήρυχτου πολέμου περιφερειακής επιρροής μεταξύ του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας, του σιιτικού και του σουνιτικού Ισλάμ αντίστοιχα, η Υεμένη μπορεί να διαδραματίσει καίριο ρόλο. Για τους παράγοντες της Σαουδικής Αραβίας, μια Υεμένη υπό ιρανική επιρροή σημαίνει την ύπαρξη ενός σιιτικού καθεστώτος στην πλάτη μιας εκτεθειμένης Ριάντ. Οι Χούθι αποτελούν συγγενικό κλάδο του σιιτικού Ισλάμ, αλλά δεν φαίνεται να χαίρουν της αμέριστης στήριξης της Τεχεράνης, τουλάχιστον όπως αυτή εκφράζεται αναφορικά με άλλες ένοπλες μη κρατικές δυνάμεις, όπως της Χεζμπολάχ. Ενώ δεν αποκλείεται η παροχή εξοπλισμού και τεχνογνωσίας, το ενδιαφέρον της Τεχεράνης εστιάζεται περισσότερο στην Συρία, στον Λίβανο και στην Παλαιστίνη.
Τον Μάρτιο του 2015, η Σαουδική Αραβία ηγήθηκε συνασπισμού των κρατών του Κόλπου, με σκοπό την αποτροπή της επικράτησης των δυνάμεων των Χούθι και του Σάλεχ στην Υεμένη. Η τακτική ήταν διττή: από τη μία πλευρά, λάμβαναν χώρα αεροπορικές επιχειρήσεις κατά των τελευταίων, ενώ από την άλλη πλευρά, πραγματοποιούταν αποκλεισμός της βόρειας περιοχής της Υεμένης, ώστε να αποκοπεί ενδεχόμενη ιρανική βοήθεια. Η ρίψη βαλλιστικού πυραύλου κατά του αεροδρομίου της Ριάντ στις 4 Νοεμβρίου του 2017 από τις δυνάμεις των Χούθι ενέτεινε τις συνθήκες αποκλεισμού του βόρειου τμήματος της χώρας. Παρόλο που η Σαουδική Αραβία ηγείται του συνασπισμού, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν τοποθετήσει δυνάμεις ασφαλείας στο Άντεν, έχουν ανασυγκροτήσει μέρος των δημοσίων υπηρεσιών και διοικούν τη de facto πρωτεύουσα της χώρας. Το γεγονός αυτό ενδέχεται να προκαλέσει τριγμούς στις σχέσεις Ριάντ – Άμπου Ντάμπι, αναφορικά με την πρωτοκαθεδρία της Σαουδικής Αραβίας στην περιοχή του Κόλπου. Επιπρόσθετα, η Ριάντ και το Άμπου Ντάμπι φαίνεται να στηρίζουν διαφορετικούς παράγοντες για την επόμενη μέρα της Υεμένης. Ενώ η Ριάντ παραμένει πιστή στο πρόσωπο του Χάντι, το Άμπου Ντάμπι προσεγγίζει στοιχεία που βρίσκονται στο νότιο τμήμα της Υεμένης. Φημολογείται, μάλιστα, πως μια ενδεχόμενη προσέγγιση από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με τον ίδιο τον Σάλεχ θα έδινε νέα τροπή στις εξελίξεις, δεδομένου ότι η συνεργασία του τελευταίου με τους Χούθι υπονομεύεται μέρα με τη μέρα.

­Η AQAP και το «Ισλαμικό Κράτος»

Παράλληλα, δραστηριοποιούνται στο έδαφος της Υεμένης δύο μη αμελητέοι φορείς: η αλ-Κάιντα της Αραβικής Χερσονήσου (AQAP) και το «Ισλαμικό Κράτος». Η περιφερειακή διάσταση την οποία έχει λάβει η διαμάχη Χούθι/Σάλεχ και κυβέρνησης Χάντι επιτρέπει στις δύο τζιχαντιστικές οργανώσεις να αναπτύσσονται στο έδαφος της Υεμένης. Η AQAP θεωρείται η ενεργότερη εντός του δικτύου της αλ-Κάιντα, ενώ το υεμενικό παράρτημα του «Ισλαμικού Κράτους» τροφοδοτείται από τους μαχητές του που εγκαταλείπουν την Συρία και το Ιράκ. Ιδιαίτερα στο βόρειο τμήμα της Υεμένης, οι συνθήκες χάους, η κρατική κατάρρευση και η ανθρωπιστική κρίση παρέχουν πρόσφορο έδαφος στις δύο οργανώσεις να ασκήσουν επιρροή και να επανδρώσουν τις θέσεις τους. Παραδόξως, αποτελεί ενδιαφέρον στοιχείο το γεγονός ότι το «Ισλαμικό Κράτος» στην Υεμένη έχει αναμετρηθεί με όλους τους δρώντες στην περιοχή, ακόμη και με την AQAP. Επισημαίνεται ότι οι ΗΠΑ βομβαρδίζουν συχνά τις δυνάμεις της AQAP και του «Ισλαμικού Κράτους» στην Υεμένη, ενώ προμηθεύουν εξοπλισμό και παρέχουν πληροφορίες στρατιωτικής φύσης στο σαουδαραβικό συνασπισμό.

Η Σαουδική Αραβία και το Ιράν

Σε γενικές γραμμές, η Σαουδική Αραβία κατηγορεί ευθέως το Ιράν ότι στηρίζει και προμηθεύει τους Χούθι, ενώ ελπίζει μακροπρόθεσμα, παρά τις σημαντικές οικονομικές απώλειες και στρατιωτικές δαπάνες, στη διάσπαση της συμμαχίας των Χούθι, τόσο μεταξύ τους όσο και με τον Σάλεχ. Από την πλευρά του, το Ιράν αρνείται οποιαδήποτε ανάμιξη στα πράγματα της Υεμένης, ενώ απολαμβάνει τους καρπούς της έκρυθμης κατάστασης με μικρό οικονομικό κόστος. Ωστόσο, η κατάσταση στην Υεμένη δεν περιορίζεται σε γεωπολιτικό επίπεδο, καθώς η ανθρωπιστική κρίση που μαστίζει την χώρα τα τελευταία τρία έτη έχει ως αποτέλεσμα είκοσι εκατομμύρια άνθρωποι να βρίσκονται σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης και περί τα δύο εκατομμύρια σε εσωτερική μετανάστευση (δηλαδή να μετακινούνται από το βόρειο τμήμα της Υεμένης στο νότιο). Σημειώνεται ότι πλέον οι ανθρώπινες απώλειες και οι βαριά τραυματισμένοι υπολογίζονται σε δεκάδες χιλιάδες και επτά εκατομμύρια άνθρωποι πλησιάζουν τα όρια της λιμοκτονίας. Η απουσία, στο κοντινό μέλλον, μιας διαδικασίας για τη λύση ή τουλάχιστον μιας αρχικής αποσυμφόρησης της κατάστασης, καταδεικνύει το αδιέξοδο του σαουδαραβικού αποκλεισμού, όπως και το ατελέσφορο των τραγικών συνθηκών εντός της χώρας. Σε κάθε περίπτωση, είτε επικρατήσει το ένα μέρος είτε το άλλο, θα βρεθεί στην επιτακτική ανάγκη να αντιμετωπίσει τόσο την ανθρωπιστική κρίση, όσο και τις δυνάμεις της AQAP και του «Ισλαμικού Κράτους».

* Ο Σταύρος Ι. Δρακουλαράκος είναι υποψήφιος διδάκτωρ, αρχισυντάκτης στο Κέντρο Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών (ΚΕΜΜΙΣ) και Ερευνητής στο Κέντρο για τον Θρησκευτικό Πλουραλισμό στη Μέση Ανατολή (CRPME).