Η βολική υπεροψία

O Άγγελος Γαλάνης είναι οδοντίατρος (συνταξιούχος) με καταγωγή απ’ τα Τρίκαλα Θεσσαλίας. Πολιτικο-ιδεολογικά στο χώρο της αριστεράς απ’ τα φοιτητικά χρόνια, πρώτα με τις Φ.Ε.Α. και κατόπιν στη μεταπολίτευση ενταγμένος στο Ρήγα και στο ΚΚΕ Εσωτερικού.
Η ενασχόλησή του με τις τέχνες ήταν ερασιτεχνική και άρχισε απ’ τα φοιτητικά χρόνια με την ξυλογλυπτική, κατόπιν με τη γλυπτική με διάφορα υλικά και με το ψηφιδωτό. Η ποιητική γραφή προέκυψε αρχικά σαν μικρά ποιητικής μορφής κειμενάκια που συνόδευαν τα έργα γλυπτικής ή ψηφιδωτού στις διάφορες εκθέσεις, κατόπιν αυτονομήθηκε και γράφει ποίηση ερωτική καθώς και με κοινωνικό-πολιτικό περιεχόμενο. Όπως επισημαίνει ο ίδιος: «Ό,τι γράφω εντάσσεται σε μια μεγάλη ομάδα με το γενικό τίτλο “Ποιητικά ημερολόγια” και είναι αυτό μια καθημερινή διαδικασία, παίρνοντας αφορμές είτε από διάφορα ζητήματα της καθημερινότητας, είτε κοινωνικά ζητήματα, είτε πολιτικά-ιδεολογικά.»
Κάπως έτσι προέκυψε και το ποίημα που δημοσιεύουμε, αφού, όπως λέει ο ίδιος «με απασχολεί έντονα το ζήτημα της συνεχούς εύκολης αλληλοκριτικής στο χώρο της αριστεράς, καθώς και η ευκολία με την οποία εμείς οι αριστεροί σηκώνουμε ο καθένας το μπαϊράκι του με αποτέλεσμα να γλιστρά η πραγματικότητα μέσα απ’ τα χέρια μας».
Απ’ τα Ποιητικά ημερολόγια προέκυψε με αυτοέκδοση και η πρώτη του ποιητική ανθολογία με τον τίτλο «Ερωτικά», καθώς και τρεις ομαδικές εκδόσεις με τον Όμιλο Οδοντιάτρων Λογοτεχνών Καλλιτεχνών (Ο.Ο.Λ.Κ.), στις δύο συνεισφέρει με ερωτικά ποιήματα και στην τρίτη με ποιήματα που προέκυψαν με αφορμή το προσφυγικό θέμα, όπως το ζούμε στις μέρες μας.
Διδάσκει γλυπτική και ψηφιδωτό στην καλλιτεχνική συλλογικότητα της Ηλιούπολης «Άνω Ποταμών», επίσης διατηρεί τέτοιας μορφής συνεργασία και με το μουσείο Ν. Περαντινού που έχει την έδρα του στην Πάρο.

•Στέκεσαι στο κατώφλι της αποχώρησης σύντροφε
έτοιμος για το μετέωρο βήμα, δεν νιώθεις σίγουρος
κυκλοθυμικές σκέψεις σε ζώνουν, φίδια αιώνων ορμούν να σε πνίξουν…

στρέφεις της απόγνωσής σου τα βέλη τώρα δεξιά κι αριστερά
κατηγορείς κάποιους ότι σκοτώνουν την επανάσταση που κληρονομήσαμε
μια χαρά σου κάθεται μια τέτοια εκδοχή· όμως, ξέρεις καλά τι έχει συμβεί…

ξέρεις πως η επανάσταση εκείνη είναι νεκρή, ακίνητη χρόνια τώρα…

από τότε που η μια ήττα ακολουθούσε την άλλη,
καθώς η επανάσταση δεν ταίριαζε στις συνθήκες της εποχής
ή από τότε που η μια προδοσία ακολουθούσε την άλλη· όπως το πάρεις…

(ναι-ναι σύντροφε· κάναμε πως δε βλέπαμε, κλείναμε τ’ αυτιά μας διαχρονικά)

κι ακόμα απορείς· τι κάνουμε τώρα εμείς, δεν επαναστατούμε στ’ όνομά της;

τα χάσματα του χρόνου προσπαθούμε να συρράψουμε σύντροφε
να κινήσει ξανά η ιστορία…

νεκρή κείνη η επανάσταση, δεν ήταν η δικιά μας
πολλοί, της αρνηθήκαμε πεισματικά το φιλί της ζωής· ίσως καλά κάναμε
μα δεν ορίσαμε ακόμα τη δικιά μας, λόγω ασυμφωνίας των αριστερών χαρακτήρων μας…

κάποιοι απ’ τους παλιούς παρφουμαρισμένοι με επαναστατική βεβαιότητα
προσπάθησαν ν’ αγκυλώσουν το χρόνο σ’ εκείνη την επανάσταση…

υπερόπτες, σαν δεν είδαν ποτέ την ίδια τους τη μύτη
πώς να αποδεχτούν τις βρωμιές οπού χώθηκε, ή μάλλον την έχωσαν…

και τώρα δικαστές· φόρεσαν τήβεννο κατακόκκινη, επαναστατική
και κρώζουν· σαν απ’ τα τρίσβαθα των χρόνων…

και συ ταλαντεύεσαι ακόμα στο χθες και στο τώρα…

φορέας μιας και μόνης αλήθειας στ’ όνομα κείνης της επανάστασης, γιατί άραγε;
προσπαθείς να κρατηθείς έξω από ανιστόρητους ή ιστορικούς συμβιβασμούς
που σημαδεύουν, σαν λεκέδες, ανεξίτηλα τις δεκαετίες σου…

δείχνεις με τεντωμένο, εις μάτειν, το δείκτη του χεριού σου
τον παράδεισο κείνης της επανάστασης, ίσα μπροστά…

μα… απόμακρη και ξένη κείνη η επανάσταση
θολός ο παράδεισός της, ωριμάζει μονάχος του στο βάθος των χρόνων
και μεις δεν βρίσκουμε τη δικιά μας, λόγω ασυμφωνίας των αριστερών χαρακτήρων μας…

κι όμως ξέραμε απ’ την αρχή
αν δεν λεκιάσουμε το χρόνο μας με τους δικούς μας συμβιβασμούς
επανάσταση δεν θα υπάρξει για μας…

αν δεν πεισθούν οι αντίπαλοι…
πόσους θα χαλάσεις στ’ όνομα της αλήθειας σου· δοκιμάστηκε τούτη η συνταγή…
θα σε πνίξει το αίμα τους μες στις πραγματικότητες των μονοδρόμων σου…

και πόσοι να θυσιαστούν από μας· δοκιμάστηκε κατά κόρον τούτη η συνταγή…
έχει νόημα ο αριθμός των τιμημένων νεκρών για την ευτυχία μας;

απ’ την άλλη· ο παράδεισος είναι κατοικία νεκρών, όπως και να το κάνεις
τι κι αν τον πεις επανάσταση…

με τις σημερινές, τις αληθινές αλήθειες, τι γίνεται σύντροφε;

ξέρω-ξέρω την απάντηση
πνιγμένος στις κληρονομικές βεβαιότητές σου
είναι δύσκολο να δεχτείς τη θανή της δικής σου εκδοχής…

πώς να δεχτείς την οδυνηρή πραγματικότητα της ανυπαρξίας της…

και η μέγιστη των θλίψεων παρούσα, σύντροφε…
επιχαίρεις για τις νίκες του εχθρού, νομίζεις πως είναι μια κάποια λύση
χαμένος, επιβεβαιώνεσαι θαρρείς και περιφέρεις το σώμα χωρίς σκέψεις…

όμως μιλάς…
λόγος στείρος, ξύλινος, παλιός, αραχνιασμένος, ύστερος…

όμως τρέχεις…
ρόλος αφισοκολλητή προχθεσινών αποξηραμένων οραμάτων…

κι η επανάστασή σου νεκρικά ακίνητη κλειδωμένη στην όποια σκέψη σου…

σφιχτοδεμένη στ’ άλογο του χρόνου, σαν στοιχειωμένη· Ελ-Σιντ…
μην καταρρεύσει και φανεί η γύμνια των αίτιων λόγων της κατάρρευσης…

δύσκολο σύντροφε να κρατηθεί ζωντανή η επανάσταση
χρειάζεται την πίστη του έρωτα και προπαντός να την ορίζουμε συνεχώς
να την ορίζουμε συνεχώς… επαναλαμβάνω, να την ορίζουμε συνεχώς…

δεν παραξενεύομαι όμως…
κανένας επαναστάτης (εντός ή εκτός εισαγωγικών) στην ιστορημένη ιστορία
εγώ, εσύ, κάποιος άλλος απ’ τους παρόντες δεν αυτοκατηγορήθηκε ως προδότης…

προδότες είναι πάντα κάποιοι άλλοι, βεβαίως απόντες απ’ τους μονολόγους μας…

τι βολική υπεροψία!

Άγγελος Γαλάνης