Η γραφή ως ίχνος της απώλειας και της απουσίας

Αποστόλης Αρτινός, “Αγαπημένη μου Lyda”, εκδόσεις Κριτική, 2017

Πέντε χρόνια μετά τα «Γράμματα της Ντόρας», ο Αποστόλης Αρτινός επιστρέφει με ένα ακόμη μυθιστόρημα, του οποίου βασικό υλικό είναι και πάλι ένα κειμενικό objet trouvé. Το μυθιστόρημα «Αγαπημένη μου Lyda» αποτελείται κυρίως από τις επιστολές που γράφει στην Ροζαλίνδη (τη Lyda του τίτλου και της προσφώνησης των επιστολών) η μεγαλύτερη αδελφή της Αικατερίνη, η οποία υπογράφει τα γράμματά της ως Μπεμπούλα. Μαζί με τις επιστολές, ένα τετράδιο της Μπεμπούλας, όπου γράφει ή μάλλον αντιγράφει αποσπάσματα από τα αναγνώσματά της, λίγα γράμματα που απευθύνονται επίσης στη Ροζαλίνδη από φίλους των δύο γυναικών, κάποιες φωτογραφίες και οι σπάνιες σημειώσεις του αφηγητή του μυθιστορήματος, που λογικά (ή μήπως όχι;) ταυτίζουμε με τον συγγραφέα που αναγράφεται στο εξώφυλλο, δηλαδή τον ίδιο τον Αρτινό.
Όπως και στα «Γράμματα», ο Αρτινός θέτει υπό δοκιμασία αυτό που συνήθως αποκαλούμε σύμβαση μεταξύ αναγνώστη και συγγραφέα, αφήνοντας αναπάντητη και διαρκώς αιωρούμενη την ερώτηση «ποιος γράφει εδώ;». Ή με άλλα λόγια, ποιος είναι ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου (και ποιος ο αναγνώστης του, φυσικά) και ποιο το όριο μεταξύ του πραγματικού, του ντοκουμέντου (των επιστολών και των τετραδίων της Μπεμπούλας), και του επινοημένου, της μυθοπλασίας (της συγγραφικής παρέμβασης, δηλαδή, του ίδιου του Αρτινού);

Στον πρόλογο ή το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος, ο αναγνώστης θα μάθει πώς έφτασαν στα χέρια του Αρτινού οι επιστολές της Μπεμπούλας και θα συναντήσει, μαζί με τον συγγραφέα, την Νέλη, σύζυγο του μικρότερου αδελφού της οικογένειας, από την οποία θα πάρει κάποιες πληροφορίες για τα dramatis personae, την Μπεμπούλα, τη Ροζαλίνδη, τους αδελφούς τους Γιώργο και Αντρέα, τη μητέρα τους, πληροφορίες κι αυτές από δεύτερο χέρι ως επί το πλείστον (η Νέλη δεν γνώρισε ποτέ την Μπεμπούλα), θραύσματα ζωών που εμφανίζονται φευγαλέα και χάνονται σε ένα αργό fade out για να αφήσουν τη σκηνή αποκλειστικά στα γράμματα και να καλέσουν τον συγγραφέα κι εμάς να αφουγκραστούμε «τον παλμό της δικής τους συγκίνησης, τις μοναχικές τους απευθύνσεις, κι απ’ τη δική τους πάντα εσχατιά». Έτσι τελειώνει αυτό το πρώτο κεφάλαιο κι έτσι ξεκινά η ανάγνωση των ίδιων των γραμμάτων και του τετραδίου της Μπεμπούλας, διαρκώς υπό τη διερώτηση για το καθεστώς αλήθειας τους και υπό τη διακριτική καθοδήγηση του αναγνώστη-συγγραφέα Αρτινού.
Το «Αγαπημένη μου Lyda» θέτει μια σειρά από ζητήματα που κατά κύριο λόγο αφορούν ακριβώς την έννοια της γραφής, τη σχέση μυθοπλασίας, ντοκουμέντου και πραγματικότητας, ερωτήματα που στρέφονται διαρκώς στο κείμενο και στο υποκείμενό του, αλλά και στη χειρονομία της απεύθυνσής του. Ποιος γράφει και σε ποιον απευθύνεται; Τα γράμματα, λέει ο Αρτινός, φέρουν πάντα το ίχνος μιας απώλειας, αλλά και μιας απουσίας, της απουσίας του άλλου ή του Άλλου (με κεφαλαίο Α). Η Μπεμπούλα γράφει για να μιλήσει για τις απώλειές της, γράφει γιατί είναι μόνη (στο Τουρκοπάλουκο ή κατόπιν στην Αθήνα), σχεδόν δεν την ενδιαφέρει ο αποδέκτης των γραμμάτων της, γράφει για να καταγραφεί κάπου το ίχνος των απουσιών και των απωλειών της, για να μη χαθεί η ίδια και η ζωή της. Με τον ίδιο τρόπο διαβάζει και αντιγράφει στο τετράδιό της τα κείμενα που τηνζ συγκινούν – Μπροντέ, Τέννυσον, Κητς, Μπλέικ, Σαίξπηρ. Κι ο συγγραφέας αυτό το ίχνος της συγκίνησης αναζητά και υπογραμμίζει στις σημειώσεις του και επιτελεί αυτή την ανεπαίσθητη και ταυτοχρόνως αποκαλυπτική μετα-τόπιση –μεταγραφή και μετατροπή– του κειμένου των επιστολών στον τόπο της λογοτεχνίας, ονομάζοντάς το μυθιστόρημα, προσφέροντάς το στον αναγνώστη ως μια κατασκευή της οποίας διεκδικεί την «πατρότητα» για την αυθεντικότητα της οποίας διαρκώς αμφιβάλλει.

Μυθιστόρημα από δύο κείμενα

Σε αντίθεση με το τυπικό επιστολικό μυθιστόρημα, το readymade κείμενο του Αρτινού είναι μια μονόδρομη επιστολογραφία, γράμματα μόνο της μιας από τις επιστολογράφους, πράγμα που δικαιολογείται αληθοφανώς από την ίδια τη συνθήκη εύρεσής τους. Οι απαντήσεις της Lyda παραμένουν εκτός του τόπου του μυθιστορήματος, μόνο να τις εικάσει μπορεί ο αναγνώστης, όπως και πολλές από τις αναφορές των επιστολών – πρόσωπα, ερωτικές περιπέτειες, σχέσεις, που η Μπεμπούλα δεν εξηγεί μιας και η αποδέκτρια των επιστολών της στο πεδίο του πραγματικού τα γνωρίζει ήδη. Έτσι το μυθιστόρημα φτιάχνεται ουσιαστικά από δύο κείμενα, ένα εμφανές, το ίδιο το σώμα των γραμμάτων, και ένα αφανές και διαρκώς προς διαμόρφωση από την κάθε αναγνώστρια, που καθώς διαβάζει τις επιστολές της Μπεμπούλας επιχειρεί να ανασυνθέσει την «πραγματική» ιστορία της ζωής της. Και η μετατόπιση αποκτά διπλή κατεύθυνση, τα γράμματα μετατοπίζονται από την πραγματικότητα του τεκμηρίου στη μυθοπλαστική κατασκευή, κι ο αναγνώστης επιχειρεί να αναδημιουργήσει κατά τη διάρκεια της ανάγνωσής του την «πραγματική» ιστορία της οποίας θραύσματα βρίσκει εντός του κειμένου.

Η «νέα γυναίκα» της εποχής της

Όμως ποια είναι η Μπεμπούλα; Η δεύτερη ηρωίδα του Αρτινού, που έρχεται να τον συναντήσει μετά την Ντόρα του πρώτου του μυθιστορήματος, είναι και πάλι μια γυναίκα μιας άλλης εποχής, που αγωνίζεται να επιβιώσει, δυνατή και αδύναμη μαζί, μόνη και γεμάτη επιθυμία να μοιραστεί τη ζωή της, που αναζητά καταφύγιο στα βιβλία της, που καταγράφει τη ζωή της μέσα στα γράμματά της, που επιθυμεί να αφήσει ένα ίχνος αυτής της ζωής. Ακόμη και το όνομα με το οποίο υπογράφει την περιγράφει και την προδιαγράφει κατά κάποιον τρόπο. Μεγαλύτερη κόρη μιας αστικής οικογένειας της Κέρκυρας που έρχεται αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία της οικογενειακής επιχείρησης και το θάνατο του πατέρα, η Μπεμπούλα θα προσπαθήσει να κερδίσει τα προς το ζην αλλά και να συντηρήσει την οικογένειά της δουλεύοντας ως δασκάλα αρχικά στην Ήπειρο, στο χωριό Τουρκοπάλουκο, για να βρεθεί στη συνέχεια στην Αθήνα, όπου θα κάνει διάφορες δουλειές μέχρι να ξαναδιοριστεί ως δασκάλα. Ο χρόνος των επιστολών καλύπτει έντεκα χρόνια, από το 1930 ως το 1941, ξεκινώντας από την οικονομική κρίση του 1929 για να φτάσει στην Αθήνα των πρώτων χρόνων του πολέμου. Οι δυσκολίες της ζωής της, η ένδεια, η πείνα, οι αρρώστιες, οι χαμένοι έρωτες και η προσδοκία ίσως ενός καλού γάμου, η μοναξιά και οι αναμνήσεις μιας άλλης πιο χαρούμενης ζωής, τα πρόσωπα από το παρελθόν που επανέρχονται διαρκώς στις επιστολές, η αδυναμία της να προσαρμοστεί ως μια γυναίκα μόνη στο ορεινό χωριό της Ηπείρου αλλά και στην αχανή πρωτεύουσα, οι δαιδαλώδεις προσπάθειές της να βρει μια σταθερή δουλειά, η νοσταλγία του γενέθλιου νησιού, όλα αυτά περνούν από τις επιστολές σκιαγραφώντας την Μπεμπούλα, μια γυναίκα μορφωμένη και αρκετά χειραφετημένη, μια γυναίκα του ήρεμου πάθους, όπως την περιγράφει σε μια συνέντευξή του ο Αρτινός, ρεαλίστρια αλλά και ρεμβαστική, με ένα τσιγάρο διαρκώς στο στόμα – κατά κάποιον τρόπο η «νέα γυναίκα» της εποχής της.

Αρνούμενος το ρόλο του παντοδύναμου συγγραφέα

Έχει ενδιαφέρον αυτή η επιμονή του Αρτινού σε ηρωίδες όπως η Ντόρα κι η Μπεμπούλα, η τρυφερότητα με την οποία τις περιβάλλει, αλλά κι ο τρόπος με τον οποίο επιχειρεί να ιχνογραφήσει μαζί τους την ιστορία της ζωής τους, να παραθέσει το λόγο τους, να γράψει μαζί τους το κείμενό τους, να διασώσει αλλά και να κατασκευάσει το ίχνος τους. Αρνούμενος το ρόλο ενός παντοδύναμου δημιουργού-συγγραφέα-πατέρα, που επιβάλλεται στις ηρωίδες του και ορίζει τη μοίρα τους, αλλά παραθέτοντας και κατά κάποιον τρόπο «αναλαμβάνοντας» τη δική τους γραφή, αφήνοντας σε εκείνες τον μεγαλύτερο δυνατό χώρο. Οι λιγοστές του σημειώσεις που διατρέχουν τα γράμματα της Μπεμπούλας, όπως παλιότερα αυτά της Ντόρας, αποτελούν σημεία ενσυναίσθησης, ίσως και ταύτισης ακόμη με τις συγγραφείς των γραμμάτων.
«Σου ’γραφα όλα αυτά τα χρόνια για να μπορώ να είμαι εκεί, κοντά σας, στις ρίζες μου, Lyda. Αλλά και για να μπορώ πάλι να ’μαι και μακριά σας» γράφει στο τελευταίο γράμμα της η Μπεμπούλα, κι αυτό μοιάζει να είναι μια καταστατική συνθήκη της γραφής που οπωσδήποτε υπογράφει πλάι στην Μπεμπούλα και ο Αρτινός. Γράφουμε για να βρεθούμε κοντά σε αυτόν ή αυτό που μας λείπει, για να γεμίσουμε μια έλλειψη, την ίδια στιγμή που για να συνεχίσουμε να γράφουμε, η έλλειψη πρέπει να παραμένει ακέραια και η απόσταση να διατηρείται αμείωτη.

Έφη Γιαννοπούλου