Η δημοκρατία απειλείται ή μήπως η ηγεσία της ΝΔ;

ĥ場筠嵪ᩱߡ �43粠尥��瑱�᳧쯪Რ襳堯 б� �ħ쯪Რб謁С�ﵫﲠ� ̝㡱ﮠĥ�ᬠ24 ɯ��17 (EUROKINISSI / ÉّÏӠʏ͔QɍǓ)

Στις 24 Ιουλίου, ημέρα που όλοι φερόμαστε ως εάν να εορτάζουμε την πτώση της δικτατορίας, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης θεώρησε σκόπιμο να δηλώσει πως «για πρώτη φορά, 43 χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, η υπονόμευση των δημοκρατικών θεσμών είναι τόσο απροκάλυπτη». Η χρονική στιγμή που γίνεται η δήλωση αυτή, δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία για το νόημά της: ένα ήταν το μεγάλο πλήγμα κατά της δημοκρατικής ομαλότητας, η δικτατορία, κι άλλο ένα, συγκρίσιμης βαρύτητας, είναι αυτό που δέχονται σήμερα οι δημοκρατικοί θεσμοί από την παρούσα κυβέρνηση.

Συγκρίσεις με τη χούντα…

Για να μη θεωρηθεί ότι πρόκειται για ερμηνεία των λεγομένων της αντιπολίτευσης τραβηγμένη από τα μαλλιά, αξίζει να παραθέσουμε ένα ακόμα δείγμα. Μιλώντας στην ολομέλεια της Βουλής ως εκπρόσωπος της ΔΗΣΥ, ο κ. Γρηγοράκος εκτίμησε πως, αν εξαιρέσουμε τους χουντικούς δικτάτορες, δεν θα βρούμε πιο άσχετους και ανίκανους από τους σημερινούς κυβερνώντες αυτά τα 43 χρόνια από την πτώση της δικτατορίας. Εξαιρώντας τους χουντικούς, είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι, τους αναδεικνύει σε συγκρίσιμο μέγεθος με μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση.
Εάν οι λέξεις δεν έχουν χάσει παντελώς το νόημά τους, οι δηλώσεις αυτές σημαίνουν ότι το δημοκρατικό πολίτευμα απειλείται σοβαρά, εάν δεν έχει ήδη τρωθεί ανεπανόρθωτα, τόσο που να χρειάζεται να ορθωθεί σύμπασα η κοινωνία «απέναντι σε αυτούς που υπονομεύουν τη δημοκρατική ομαλότητα», όπως σαλπίζει ο πρόεδρος της ΝΔ.
Η αλήθεια είναι πως σε όλη τη διάρκεια της τεσσαρακονταετίας που πέρασε από την πτώση της δικτατορίας, όσο σκληρή και οξεία κι αν ήταν η πολιτική και κοινωνική αντιπαράθεση, από την πλευρά της αριστεράς και γενικότερα των προοδευτικών δυνάμεων δεν υπήρξε ποτέ αμφισβήτηση της πρόθεσης οποιασδήποτε κυβέρνησης να παραμείνει στο πλαίσιο της δημοκρατικής ομαλότητας. Καμιά κυβέρνηση της δεξιάς δεν θεωρήθηκε συγκρίσιμη με τη Χούντα από αυτή την άποψη όσο σκληρή κριτική κι αν δέχτηκε για τον αυταρχισμό της.
Μοναδική και σύντομη εξαίρεση –όπως μας θύμισε από τις στήλες της «Εφημερίδας των Συντακτών» ο συνάδελφος Τάσος Παππάς– η πρώτη περίοδος της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, για την οποία η προπαγάνδα της δεξιάς εκτιμούσε πως «χούντα είναι, θα περάσει». Ποτέ, ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν ειπώθηκε σαν επίσημη εκτίμηση από τα χείλη ηγέτη της ΝΔ, και μάλιστα με αφορμή την πτώση της δικτατορίας. Κι αυτό θα έπρεπε να το θυμούνται πρώτοι και καλύτεροι οι κληρονόμοι του τίτλου του ΠΑΣΟΚ, που σήμερα τρέχουν πίσω από την επικίνδυνα διχαστική και καταστροφολογική τακτική της ηγεσίας της ΝΔ.

Κινδυνεύει η δημοκρατία ή η ΝΔ;

Ακολουθώντας η ηγεσία της ΝΔ μια αβαθή τακτική έναντι της κυβέρνησης, στηριγμένη στην ελπίδα της αποτυχίας των διαπραγματεύσεων για την αξιολόγηση και της ακόμα μεγαλύτερης κατάρρευσης της οικονομίας και της κοινωνίας, βρέθηκε χωρίς εναλλακτική πολιτική από τη στιγμή που οι σκοτεινές ελπίδες της φαίνεται να μην επαληθεύονται. Το μόνο που της έμεινε, είναι η πολωτική ιδεολογικοποίηση στο έπακρο της πολεμικής της κατά της κυβέρνησης, η οποία, ελλείψει προεργασίας για συγκεκριμένη πολιτική αντιπαράθεση, κορυφώνεται σε μια καταγγελία των δήθεν αντιδημοκρατικών μύχιων προθέσεων της κυβέρνησης, που την καθιστούν απόβλητη από το δημοκρατικό πλαίσιο πολιτικο-κοινωνικής αντιπαράθεσης. Μη μπορώντας να αντιπαρατεθούν πολιτικά, είτε γιατί δεν έχουν επεξεργαστεί εναλλακτική πολιτική είτε επειδή δεν τολμούν να καταθέσουν με σαφήνεια την άκρως νεοφιλελεύθερη πολιτική τους πρόταση, επιχειρούν με την αμέριστη βοήθεια του μιντιακού κατεστημένου να πείσουν ότι το θέμα δεν είναι «ποια πολιτική;», αλλά αν απειλείται το πολίτευμα από τους «ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ».
Πρόκειται για το αιώνιο καταφύγιο της δεξιάς: όταν αισθάνεται ότι απειλείται η απόλυτη κυριαρχία της, κραυγάζει πως απειλείται η δημοκρατία. Το κακό θα ήταν πολύ μικρό, αν αυτές οι κραυγές –και τα ιδιοτελή συμφέροντα που τις υποδαυλίζουν– δεν δρούσαν πολλαπλασιαστικά, καλλιεργώντας ατμόσφαιρα εκτροπής, εικόνα κατάστασης εκτός ελέγχου. Συνθήκες, δηλαδή, στις οποίες ο έλεγχος φεύγει ουσιαστικά από τις υπεύθυνες και υπόλογες πολιτικές ηγεσίες και υπάρχει ο κίνδυνος να περάσει σε ανεξέλεγκτα εξωθεσμικά κέντρα. Ρίξτε μια ματιά στα πρωτοσέλιδα μέχρι χθες έγκυρων εφημερίδων, τα οποία σχεδόν καθημερινά δεν διαφέρουν πια από τα πρωτοσέλιδα του «Μακελειού». Ή προσπαθήστε να αποτιμήσετε τις παρεμβάσεις των καναλαρχών (και τις απειλές τους) προς το ΕΣΡ, καθώς και το περιεχόμενο των «αιτημάτων» τους, που συμποσούνται στην απαίτηση «μη μου άπτου!» Και μην παραλείψετε το γεγονός ότι όλοι σχεδόν αυτοί που κόπτονται για τον «ευαίσθητο χώρο» της ενημέρωσης, κυριαρχούν στο δίχως αισθήματα τόπο του ανεξέλεγκτου οικονομικού μεγα-συμφέροντος.

Κραυγές χωρίς πολιτική πρόταση

Η μεγάλη εικόνα θα ήταν ατελής, αν δεν την συμπληρώναμε με ένα ακόμη στοιχείο: την καταφανή αμηχανία της συμμαχίας μπροστά σε ένα σχέδιο νόμου, όπως αυτό για την αυτοδιοίκηση, το οποίο υποδέχτηκαν με πολεμικές αντιπολιτευτικές ρητορείες, αλλά την ώρα της ψηφοφορίας στη Βουλή αναγκάστηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό να το ψηφίσουν. Γιατί, αν δεν το έκαναν, θα έρχονταν σε σύγκρουση με τις ίδιες τις ανάγκες της κοινωνίας. Το σενάριο αυτό θα το δούμε να επαναλαμβάνεται το αμέσως επόμενο διάστημα, πρώτα με το σχέδιο νόμου για την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και κατόπιν με άλλα που έπονται. Όσο θα υποχρεώνεται η αντιπολίτευση να τοποθετείται επί του συγκεκριμένου, τόσο θα βρίσκεται μπροστά στα πραγματικά διλήμματα και τόσο θα επιχειρεί να ξεφύγει, καταφεύγοντας σε τεχνητά, που κατασκευάζονται με τη βοήθεια των επικοινωνιακών στηριγμάτων της. Κι αυτό ήδη οδηγεί και στην όξυνση των εσωτερικών διαφορών, όπως δείχνει, για παράδειγμα, η διαφοροποίηση του Κώστα Μπακογιάννη από τη στάση της ηγεσίας της ΝΔ.

Για ποιον άλλο μιλάει ο μύθος

Ο μύθος, όμως, δεν μιλάει μόνο για την αντιπολίτευση, μιλάει και για την κυβέρνηση. Αν η κυβέρνηση συνεχίσει να δίνει τροφή ή και αθέλητα περιθώρια στην αντιπολίτευση, ώστε να αναπτύσσει την επικίνδυνη τακτική της πετώντας τη μπάλα στο γήπεδο των κατασκευασμένων διλημμάτων, τότε θα έχει χάσει την ιστορική δυνατότητα να αναδείξει τις πραγματικές διαφορές μιας κυβέρνησης με κορμό την αριστερά από μια κυβέρνηση με κορμό τη δεξιά. Σ’ αυτό το πεδίο θα κριθεί η μάχη. Και σ’ αυτό το πεδίο προσέρχεται με εγγενείς αδυναμίες η ΝΔ, επίσης. Σ’ αυτό, εξασθενούν αισθητά οι όροι πραγμάτωσης της συμμαχίας κέντρου και δεξιάς. Τουλάχιστον με πιθανότητες εκλογικής νίκης.

Χ. Γεωργούλας