Η δικαιοσύνη, η δικαστική εξουσία και η ευκαιρία της αντιπολίτευσης

irianna2

Απορρίφθηκαν την περασμένη Δευτέρα από το Πενταμελές Εφετείο Αναστολών Αθήνας, με πλειοψηφία 3-2, ύστερα από την αρνητική πρόταση του εισαγγελέα, οι αιτήσεις της Ηριάννας και του Περικλή για αναστολή εκτέλεση της ποινής μέχρι την έφεση. Το σκεπτικό της απόφασης είναι πως και οι δύο τους είναι ύποπτοι για τέλεση νέων αδικημάτων, εάν αποφυλακιστούν. Μιλώντας στην ολομέλεια της βουλής, το απόγευμα της Δευτέρας, ο υπουργός Δικαιοσύνης Σταύρος Κοντονής, χαρακτήρισε «δυσάρεστη έκπληξη» την απόφαση, γιατί όπως είπε «η στάση της αιτούσας καθόλο το χρόνο της υποδικίας ήταν καθόλα υποδειγματική. Η ίδια, σεβόμενη το δικαιικό μας σύστημα, αξιοποίησε τα δικονομικά εργαλεία για την άρση των περιοριστικών όρων. Οι πολίτες ζητούν και απαιτούν από τη δικαιοσύνη ίσα μέτρα και σταθμά για όλους. Είναι τουλάχιστον περίεργο ορισμένοι καταδικασμένοι σε πολλά χρόνια φυλάκισης για εμπόριο ναρκωτικών να μπορούν να έχουν το ευεργέτημα της αναστολής ως την εκδίκαση της έφεσης και να μην το έχει η συγκεκριμένη». Στη συνέχεια ο Στ. Κοντονής χαρακτήρισε τα επεισόδια ως «απαράδεκτες και καταδικαστέες ενέργειες επειδή δυσφημούν τον αγώνα της κοπέλας για να αποδείξει τη βασιμότητα των ισχυρισμών της, αλλά και διότι και οι δικαστές είναι άνθρωποι. Και οι άνθρωποι κάνουν λάθη. Προβλέπεται υποβολή νέας αίτησης και εξέτασή της από το ίδιο δικαστήριο, πιθανώς με νέα σύνθεση».
Θύελλα αντιδράσεων προκάλεσε η τοποθέτηση του υπουργού με τη ΝΔ να τον  χαρακτηρίζει «ηθικό αυτουργό για τα επεισόδια, βανδαλισμούς και καταστροφές στο κέντρο της Αθήνας» και τη Δημοκρατική Συμπαράταξη να κρίνει τη στάση του ως «αντισυνταγματική και αντιθεσμική επίθεση, που τροφοδοτεί το διχασμό και απαξιώνει τη Δικαιοσύνη». Αντίστοιχα, ο Γρ. Ψαριανός χαρακτήρισε τις δηλώσεις ως «απόπειρα αλλαγής καθεστώτος». Το ΚΚΕ, από την άλλη, αφού χαρακτήρισε «απαράδεκτη, προκλητική απέναντι στο κοινό περί δικαίου αίσθημα και επικίνδυνη για τις λαϊκές ελευθερίες την επιμονή των δικαστηρίων στην άδικη φυλάκιση της Ηριάννας Β.Λ., χωρίς κανένα σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο», συνέχισε πως «οι αντιδράσεις στελεχών της κυβέρνησης κατά της δικαστικής απόφασης υπηρετούν άλλους σχεδιασμούς, στο φόντο της γενικότερης αντιπαράθεσης γύρω από τη «δικαιοσύνη», ενώ περιέχουν και αρκετή δόση υποκρισίας, όσο δεν ακουμπούν το αυταρχικό νομοθετικό πλαίσιο, όπως για παράδειγμα αυτό της λεγόμενης αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας».
Και ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιχειρούν να πλήξουν την κυβέρνηση, πατώντας πάνω σε νέους ανθρώπους, η Ηριάννα και ο Περικλής παραμένουν στη φυλακή. Παρότι ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένα κριτήρια για να αποφυλακιστούν υπό όρους, τα οποία πληρούν αμφότεροι, οι δικαστές αποφάσισαν πως δεν πλήττεται η καριέρα της Ηριάννας, ούτε η υγεία του Περικλή –ο οποίος έχει διαγνωσθεί πως πάσχει από σπάνιο αυτοάνοσο. Για τους δικαστές, αυτοί οι δύο πρέπει να είναι στη φυλακή. Για αυτό και επιμένουμε, μέσα από τις στήλες της «Εποχής», τώρα είναι η ώρα για συνολική μεταρρύθμιση του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Διαφορετικά, θα συνεχίσει το ζήτημα να αποτελεί χρήσιμη ασπίδα της αντιπολίτευσης, για να μην τοποθετηθεί σε άλλες κυβερνητικές πρωτοβουλίες, που έρχονται να αντιμετωπίσουν βαθιά κοινωνικά προβλήματα.

Ι.Δ.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟ, ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΣΥΡΙΖΑ
Χρειάζεται συνολική μεταρρύθμιση για την εξομάλυνση του ποινικού συστήματος

Ӵ飬鼴�᰼ �ﱪ�ᠴﵠ흯�ﵱ㯽  ĩꡩﳽ�, ĩᶜ�Რꡩ m豹�骡鹬ܴ�꼫᯵ С嵼ﵠ孾 �б�ħ쯪Რ ʜ�顠ꡩ � �б���띮研ᠴ筠ԥ�砲8 ɡ�ᱟﵠ2015, б磻 ̝㡱ﮊ(EUROKINISSI/ÉّÏӠʏ͔QɍǓ)

Τη συνέντευξη πήρε η Ιωάννα Δρόσου

Συζητήθηκε πολύ την περασμένη βδομάδα κατά πόσο μπορεί και πρέπει ο καθένας να κρίνει δικαστικές αποφάσεις. Ποια η γνώμη σας;
Είναι αυτονόητο πως ο οποιοσδήποτε μπορεί να κρίνει οποιαδήποτε δικαστική απόφαση. Είναι ένα αναφαίρετο δικαίωμα του πολίτη να ασκεί κριτική σε όποιον ασκεί εξουσία. Αυτή του η πράξη διασφαλίζει την ελευθερία του λόγου, της σκέψης, της έρευνας.

Το δικαίωμα στην κριτική

Η επίθεση που ασκεί η αντιπολίτευση, αλλά και μερίδα του Τύπου για το γεγονός ότι κυβερνητικά στελέχη, αλλά και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, τοποθετήθηκαν απέναντι σε δικαστικές αποφάσεις είναι, κατά τη γνώμη σας, δικαιολογημένη;
Η κυβέρνηση ασφαλώς και μπορεί να ασκήσει κριτική σε μια δικαστική απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί, όχι όμως να σχολιάσει -και ιδιαίτερα ο υπουργός Δικαιοσύνης- διαδικαστικές πράξεις, οι οποίες οδηγούν μετά από ένα χρονικό διάστημα στην έκδοση μιας απόφασης. Διότι αν σχολιάσουν μια προδικαστική κρίση, για παράδειγμα μια κρίση για προφυλάκιση, δημιουργούν στον δικαστή την εντύπωση ότι θέλουν την α ή τη β έκβαση για την υπόθεση αυτή. Δημιουργείται, έτσι, ο κίνδυνος ο δικαστής να θελήσει να προσαρμοστεί στην κυβερνητική βούληση, προκειμένου να έχει μια ευνοϊκή τύχη αργότερα στις κρίσεις, οι οποίες γίνονται. Βέβαια, και εδώ υπάρχει μια υπερβολή. Ο κίνδυνος υπάρχει μόνο στο μέτρο που ο δικαστής είναι φοβικός και σπεύδει να προσαρμόζεται στη βούληση της κυβέρνησης. Αλλά για να αντιμετωπιστεί αυτός ο κίνδυνος, είναι καλό όσο εκκρεμεί μια διαδικασία, η κυβέρνηση να μην τοποθετείται.

Η δήλωση του υπουργού Δικαιοσύνης κατόπιν της απόρριψης της αίτησης αναστολής της Ηριάννας και του Περικλή σχολιάστηκε αρνητικά από την αντιπολίτευση, με την Νέα Δημοκρατία να τον χαρακτηρίζει ως «ηθικό αυτουργό» για όσα συνέβησαν στην Ερμού το βράδυ της Δευτέρας.
Αυτά είναι υπερβολές και κορώνες. Προσωπικά έχω χαρακτηριστεί πολλές φορές ως «ηθικός αυτουργός» για εγκλήματα που έγιναν από ανθρώπους που αποφυλακίστηκαν. Η ηθική αυτουργία προϋποθέτει μια πολύ σαφή αιτιακή σχέση ανάμεσα σε μια πράξη και σε ένα αποτέλεσμα. Και αυτό δεν υπάρχει σε αυτές τις περιπτώσεις.
Στην κριτική που ασκείται στις δικαστικές αποφάσεις των τελευταίων ημερών κάποιοι κάνουν λόγο για «κράτος δικαστών» και άλλοι για «απαξιωμένη δικαιοσύνη». Πιστεύετε ότι έχει διαρρηχθεί η εμπιστοσύνη που θα έπρεπε να έχει η κοινωνία στη δικαστική εξουσία;
Χρειάζεται να βρίσκουμε πάντα μια χρυσή τομή στις σχέσεις τη κοινής γνώμης με τη δικαιοσύνη. Ούτε πρέπει η δικαιοσύνη να προσαρμόζεται κάθε φορά στην κοινή γνώμη, αναζητώντας την εμπιστοσύνη της. Ούτε, όμως, πρέπει να φτάνουμε στο αντίθετο άκρο που η δικαιοσύνη θα αδιαφορεί τελείως για ζητήματα, τα οποία αφορούν την κοινωνική στάση και συμπεριφορά.

Συνολική μεταρρύθμιση

Αυτές οι αποφάσεις θέτουν ένα ζήτημα νομοθετικών μεταρρυθμίσεων; Για παράδειγμα, να περιοριστεί το εύρος των προβλεπόμενων ποινών;
Σαφώς πρέπει να μην είναι πολύ ευρύ το φάσμα μιας ποινής, η οποία επιμετράται. Στον τομέα αυτό μπορούν να γίνουν μεταρρυθμίσεις που θα κάνουν την ποινική δικαιοσύνη πιο ασφαλή.

Πέραν αυτών, έχει τεθεί με αφορμή την καταδίκη της Ηριάννας και του Περικλή ζήτημα κατάργησης του τρομονόμου και περιορισμού της χρήσης γενετικού υλικού. Ποια η γνώμη σας;
Η χρήση γενετικού υλικού εφαρμόζεται με εγγυήσεις σε όλο τον κόσμο. Νομίζω ότι κατά περίπτωση αυτές οι εγγυήσεις τηρούνται, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που εμφανίζονται προβλήματα. Επομένως, χρειάζεται μια διορθωτική επέμβαση. Σε ό,τι αφορά τις ρυθμίσεις του ποινικού κώδικα για την ποινική καταπολέμηση της τρομοκρατίας, η διάταξη που αφορά την τρομοκρατία είναι πιο προσεκτικά διαρθρωμένη από ό,τι η αντίστοιχη που αφορά το οργανωμένο έγκλημα. Δηλαδή, το άρθρο 187 τιμωρεί τη συμμετοχή σε μια οργάνωση, εφόσον υπήρχε και η πρόθεση να τελεστεί και κάποιο έγκλημα από τα μέλη της. Επομένως, το κέντρο βάρους της απαξίας και της αιτιολόγησης της ποινής, σε μεγάλο βαθμό, πέφτει στην πρόθεση. Αντίθετα, η ρύθμιση για τρομοκρατία έχει έναν κατάλογο πράξεων και αναφέρει ότι εάν οι πράξεις αυτές τελέστηκαν από κάποιον που είναι οργανωμένος σε μια δομή, τότε τιμωρούνται αυστηρότερα. Επειδή αυτά που λέω είναι πολύπλοκα και εξειδικευμένα, αυτό που πρέπει να προσέξουμε είναι ότι η μεταρρύθμιση χρειάζεται να είναι συνολική και να αφορά τον ποινικό κώδικα και τον κώδικα ποινικής δικονομίας, ώστε να επιτραπεί η εξομάλυνση του ποινικού μας συστήματος.

Η συνείδηση του δικαστή

Ωστόσο, φάνηκε πως ο τρομονόμος και η εφαρμογή του από το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης  μπορεί να καταδικάσει οποιονδήποτε ως μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης και να τον στείλει για πολλά χρόνια στη φυλακή. Πώς τοποθετήστε στην υπόθεση της Ηριάννας και του Περικλή;
Αυτό που καθημερινά αποκαλείται «τρομονόμος» είναι ένα σύμπλεγμα ρυθμίσεων, άλλων στον Ποινικό Κώδικα και άλλων στην Ποινική Δικονομία. Μου είναι δύσκολο να δώσω εξειδικευμένη απάντηση με δυο λόγια, κάποιες διατάξεις χρειάζονται αλλαγή κάποιες όχι. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη υπόθεση τα προβλήματα εντοπίζονται ιδίως στην εκτίμηση των αποδείξεων. Η διάταξη που υποθάλπει τα σχετικά λάθη είναι το άρθρο 177 της ποινικής δικονομίας, που ιδρύει τυπικά ένα αλάθητο. Ο δικαστής κρίνει τις αποδείξεις με διακριτική εξουσία, χωρίς έλεγχο από το ανώτατο δικαστήριο, ακούγοντας τη φωνή της συνείδησής του. Τι σημαίνει όμως συνείδηση; Είναι ένα «λινκ με τα θεία», ή αυτό που υποδεικνύει η ψυχολογία, δηλαδή μια σύνθεση ατομικών γνώσεων, διαθέσεων, παθών και συμπλεγμάτων;

Υπάρχει, από την άλλη, μια τάση πρωτόδικες ποινές να είναι εξαιρετικά αυστηρές και στο εφετείο να μειώνονται σημαντικά ή ακόμα και να αθωώνονται οι καταδικασθέντες, όπως συνέβη με την περίπτωση του Τ. Θεοφίλου. Δεν θα έπρεπε να υπάρχει μια δικλείδα ασφαλείας για να μην συμβαίνει αυτό;
Δεν είναι εύκολο να υπάρξει δικλίδα ασφαλείας. Αυτή μάλιστα, μπορεί να δημιουργήσει και προβλήματα. Αυτό, όμως, που όντως χρειάζεται είναι να εξετάσουμε τις ποινές που επαπειλούνται για διάφορα αδικήματα, οι οποίες –σε ό,τι αφορά τη χώρα μας- είναι πολύ αυστηρές σε σχέση με ό,τι ισχύει σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης.
Έχετε δεχθεί πολύ μεγάλη επίθεση για τον ονομαζόμενο «νόμο Παρασκευόπουλου», ο οποίος όμως κατάφερε να μειώσει αισθητά τον πληθυσμό των κρατουμένων και να βελτιώσει έτσι τις συνθήκες κράτησης. Κατά καιρούς, ακούγονται τοποθετήσεις –ακόμα και από κυβερνητικά στελέχη- αλλαγής του νόμου, προς αυστηρότερη κατεύθυνση. Χρειάζονται αλλαγές;
Όλη η νομοθεσία είναι υπό καθεστώς ρευστότητας. Αλλαγές πάντοτε γίνονται. Σε ό,τι αφορά όμως τον ν.4322/2015, νομίζω ότι οι απολύσεις που έγιναν δεν απείχαν πολύ από αυτό που προβλεπόταν πριν τη συγκεκριμένη ρύθμιση. Βεβαίως, για κάποιες κατηγορίες κρατουμένων προβλέφθηκαν συντομότερα όρια απόλυσης. Με κανέναν τρόπο, όμως, δεν προκύπτει ότι η παραμονή για ένα μικρό ακόμα χρονικό διάστημα στη φυλακή δημιουργεί μια προσδοκία περισσότερης ασφάλειας και αποχής από την εγκληματικότητα. Ίσα ίσα έχουμε έρευνες, και μάλιστα και στις ΗΠΑ, που δείχνουν ότι ποινές οι οποίες εκτίονται ολόκληρες χωρίς απόλυση προηγουμένως, συνοδεύονται με υψηλότερα ποσοστά υποτροπής, σε σχέση με εκείνες που επακολουθούν μια απόλυση και συνοδεύονται και από κάποιους όρους. Άλλωστε, η εγγύηση που έχουμε για μια πιο ανθρώπινη ζωή του αποφυλακιζόμενου και για περισσότερη ασφάλεια, δηλαδή για αποφυγή της εγκληματικότητας, είναι η επανένταξη. Εκεί μπορούμε να στηρίξουμε τις ελπίδες μας για ένα καλύτερο αύριο μετά την αποφυλάκιση και όχι στο χρονικό διάστημα, μετά από το οποίο επιτρέπεται η απόλυση.

Η απονομή της δικαιοσύνης, η ανεξαρτησία της και οι παρεμβάσεις στο έργο της

 

Του Νίκου Κουλούρη

Είναι είδηση ότι, σε μια κοινωνία ανταγωνισμών που οξύνονται και ανισοτήτων που διευρύνονται, η νομοθεσία εκφράζει τους συσχετισμούς συμφερόντων που διεκδικούν την κατά προτεραιότητα, ενδεχομένως και αποκλειστικότητα, ικανοποίησή τους; Είναι ανακάλυψη ότι η δικαιοσύνη που ερμηνεύει και εφαρμόζει αυτήν τη νομοθεσία, έχει όλες τις αισθήσεις της, συμπεριλαμβανομένης της όρασης, τεταμένες και ότι λειτουργεί με τρόπο επιλεκτικά στοχευμένο, δείχνοντας κατά την απονομή της ευμένεια ή δυσμένεια ανάλογα με τα αγαθά και τις αξίες που καλείται να προστατεύσει, την αντίληψη των λειτουργών της για τους τρόπους με τους οποίους εκδηλώνονται ο σεβασμός και η αμφισβήτηση αυτών των αγαθών και αξιών, και τη θέση ισχύος ή αδυναμίας στην οποία ευρίσκονται όσοι προσφεύγουν σ’ αυτήν ή άγονται ενώπιόν της; Η συζήτηση περί «τυφλής» δικαιοσύνης σε αυτό το περιβάλλον απλώς διαπιστώνει την προφανή οξύτητα του βλέμματός της. Αυτό δεν σημαίνει ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει να έχει επαφή με την κοινωνική πραγματικότητα. Αντιθέτως, πρέπει να διατηρεί την επικοινωνία με ό,τι συμβαίνει στην πραγματική ζωή και να μην απομονώνεται σε νομικίστικα στεγανά για να πείθει ότι είναι ανεξάρτητη και ανεπηρέαστη, στερούμενη κάθε κοινωνικής ευαισθησίας.

Πότε απασχολεί μια δικαστική απόφαση

Η δικαιοσύνη δεν είναι ταξικά ουδέτερη. Μπορεί, όμως, να απονέμεται με διάφορους τρόπους, δείχνοντας άλλοτε συντηρητικά και άλλοτε φιλελεύθερα αντανακλαστικά. Στα πρώτα συγκαταλέγονται η επίκληση φρονηματικών στοιχείων και βιοτικών υφών και προσωπικών-κοινωνικών σχέσεων, στα δεύτερα η ανοχή και η αποδοχή της διαφορετικότητας, η ελαχιστοποίηση του πεδίου της ποινικοποίησης, η έμφαση στα συνταγματικά δικαιώματα κ.ο.κ.
Υπό αυτήν την έννοια μια δικαστική απόφαση μπορεί να αποτελεί άλλοτε ευχάριστη και άλλοτε δυσάρεστη έκπληξη, όπως μπορεί να περνά και απαρατήρητη. Το τελευταίο συμβαίνει στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, όπου οι δικαστικές κρίσεις μένουν ασχολίαστες και δεν καθίστανται μέρος του δημόσιου βίου και των αντιμαχιών που αναπτύσσονται στα διάφορα πεδία του. Το ίδιο εξάλλου ισχύει για κάθε απόφαση με την οποία ασκείται δημόσια εξουσία ή λειτουργία. Τα δεδομένα διαφοροποιούνται στις περιπτώσεις που η κάθε φορά κρίσιμη απόφαση αφορά ή ενδιαφέρει ένα ή περισσότερα κοινωνικά ακροατήρια που έχουν εξασφαλίσει ποικιλοτρόπως βήμα για να καθιστούν τον λόγο και τα έργα τους μέρος της καθημερινής ειδησεογραφίας, άρα και της κοινωνικής ζωής. Διαφορετικά, η πιο προκλητική, θετικά ή αρνητικά, απόφαση δεν απασχολεί κανέναν πέραν των άμεσα ευνοούμενων ή θιγόμενων από αυτήν. Αυτή η πτυχή είναι πολύ σοβαρή, καθώς με ανεπαρκή στοιχεία και σαθρά επιχειρήματα μπορεί να καταστρέφονται ανθρώπινες ζωές, χωρίς να έχουν καμιά προοπτική να ακουστούν και να διεκδικήσουν την αποκατάστασή τους. Εν προκειμένω έχει σημασία να απαιτούμε ισονομία κατά την απονομή της δικαιοσύνης, «ίσα μέτρα και ίσα σταθμά για όλους», τήρηση των δικονομικών αρχών και εγγυήσεων (π.χ. του τεκμηρίου αθωότητας και της αξιολόγησης των αποδεικτικών αμφιβολιών και της τήρησης των περιοριστικών όρων που έχουν επιβληθεί στο κατηγορούμενο πρόσωπο υπέρ του), χωρίς να λησμονούμε ότι δεν είναι ίσοι όλοι όσοι κρίνονται από αυτήν… Η ισονομία όμως δεν μπορεί να εξαρτάται από την ικανότητα ή τη δυνατότητα οποιουδήποτε να επικαλείται την κοινωνική θέση του ή να προκαλεί το ενδιαφέρον και να παράγει θόρυβο, αλλά από την εγρήγορσή μας να αναδεικνύουμε κάθε περίπτωση που η ισονομία αυτή δεν τηρείται.

«Προκλητική» δικαστική απόφαση

Μια δικαστική απόφαση μπορεί να είναι θετικά ή αρνητικά «προκλητική», υπό πολλές έννοιες και με διαφορετικούς τρόπους. Όταν τέμνει νομικά ή πραγματικά ζητήματα, όταν διαπλάθει την κοινωνική συνείδηση και ωθεί σε νέους δρόμους τους παγιωμένους, συμβατικούς τρόπους σκέψης, όταν αγνοεί τα διδάγματα της κοινής πείρας και την επιστημονική γνώση, όταν αυθαιρετεί και μεροληπτεί. Τότε μπορεί να αποτελεί αντικείμενο ευμενούς ή δυσμενούς κριτικής, όπως και να παραγάγει τις έννομες συνέπειές της προστιθέμενη στον σωρό χιλιάδων άλλων αποφάσεων, δικαστικών και άλλων αρχών που επιλύουν διαφορές, αναγνωρίζουν ή διαμορφώνουν σχέσεις και θεμελιώνουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ο νομικός τύπος βρίθει παραδειγμάτων που αποδεικνύουν τη βασιμότητα αυτής της σκέψης.
Ο θετικός ή αρνητικός σχολιασμός μιας απόφασης που εκδίδεται στο πλαίσιο του δικαιοδοτικού έργου της μιας από τις τρεις διακριτές εξουσίες ή λειτουργίες σε μια συντεταγμένη αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία και τη χαρακτηρίζουν, αν και αποτελεί εξαίρεση, είναι μέρος της κανονικότητας του οικονομικοπολιτικού συστήματος. Η απόφανση όμως από την πλευρά της εκτελεστικής εξουσίας ή λειτουργίας ότι μια δικαστική απόφαση είναι “λάθος” σε συνδυασμό με την -ακόμη και έμμεση- υπόδειξη ότι αυτό πρέπει να διορθωθεί περνά τη διαχωριστική γραμμή της θεμιτής (και θεσμικά) έκφρασης του αποφθέγματος «και οι κρίνοντες κρίνονται».
Η συγκεκριμένη πτυχή εντάσσεται στην ευρύτερη διαμάχη που έχει εκδηλωθεί για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και τον οφειλόμενο από ­όλες τις πλευρές σεβασμό στο κράτος δικαίου, του οποίου αποτελεί βασικό πυλώνα. Η διαμάχη αυτή, αναπτύσσεται επιχειρηματολογικά γύρω από την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των λειτουργών της και τις συνταγματικές εγγυήσεις υπέρ της συντεταγμένης δικαστικής λειτουργίας, θέματα που είναι συζητήσιμα ακόμη και με τους όρους του ίδιου του Συντάγματος και του σχετικού θεσμικού πλαισίου (π.χ με την ανάδειξη της ηγεσίας της δικαιοσύνης από το υπουργικό συμβούλιο). Το υπόβαθρό της, όμως, φαίνεται ότι βρίσκεται στη διεκδίκηση του πρώτου ή και του τελευταίου, πάντως αποφασιστικού λόγου από την κυβέρνηση και τη δικαιοσύνη ως προς τον έλεγχο και τη ρύθμιση ορισμένων καίριων ζητημάτων για τη διαμόρφωση του σημερινού πολιτικού και οικονομικού τοπίου της χώρας, κρίσιμων για το μέλλον της. Υπό αυτήν την έννοια, πρέπει να προσεγγιστούν μερικές αποφάσεις των ανώτατων δικαστηρίων των τελευταίων χρόνων με τις οποίες ακυρώνονται κυβερνητικές νομοθετικές πρωτοβουλίες, η απόδοση του χαρακτηρισμού «θεσμικό εμπόδιο» από την πλευρά της κυβέρνησης στη δικαιοσύνη και η -αναμενόμενη- αντίδραση των λειτουργών της, στοιχεία της έντασης που έχει καλλιεργηθεί στις μεταξύ τους σχέσεις.

Η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί σε χωροχρονικό κενό

Συμπερασματικά, η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί σε χωροχρονικό κενό, καλείται να επιτελέσει το έργο που της ανατίθεται σε συγκεκριμένο πολιτικοοικονομικό περιβάλλον. Η αντιπαράθεσή της με την κυβέρνηση (με αφορμές που δίδονται εκατέρωθεν) όταν αυτό το περιβάλλον είναι ασταθές, δείχνει την υπό εξέλιξη αναζήτηση ενός νέου συσχετισμού ισχύος, αλλά δημιουργεί κρίση στα θεμέλια του θεσμικού οικοδομήματος. Η συμπόρευσή της με τις δυνάμεις που επιζητούν τη μεταβολή των κοινωνικών σχέσεων, των σχέσεων που συγκροτούν τον πυρήνα της «καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων», υπερβαίνει το θεσμικό της ρόλο και δεν είναι αναμενόμενη. Είναι όμως εφικτή και δεν εκφεύγει του ρόλου αυτού -αντιθέτως, τον ενισχύει και τον νομιμοποιεί- η αποφυγή άστοχων δικονομικά κρίσεων που βρίσκονται σε δυσαρμονία με μια διάχυτη πεποίθηση περί δικαίου και που κατά κανόνα ευνοούν τους ισχυρούς ή πλήττουν τους αδύναμους.

* Ο Ν. Κουλούρης είναι επίκουρος καθηγητής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.