Η δομική κρίση στον ελληνικό Τύπο

mega

Το πρωινό της 21ης Ιανουαρίου, ο κύριος Κ. ξύπνησε όπως πάντα νωρίς, κάνοντας μια σειρά συνδυασμών στο μυαλό του, για το πώς το πενηντάρικο και τα δύο εικοσάρικα, που είχε στο πορτοφόλι του, θα του έσωζαν μια ολόκληρη εβδομάδα. Με τη μορφή του σπουδαγμένου, άνεργου, οικογενειάρχη γιου του να αναδύεται επίμονη από τον μετωπιαίο λοβό του και να του επαναλαμβάνει ότι «αν δεν πληρωθεί το κινητό του, θα μείνει χωρίς Facebook και θα χαθεί από τον κόσμο», τσαλάκωσε σαν μπαλίτσα το πενηντάρικο και το εξαφάνισε στην τσέπη της πιτζάμας του.
Ο κύριος Κ., όταν άλλαζε, δε μπορούσε να αποφασίσει ακόμη,αν θα θυσίαζε το ένα εικοσάρικο για τα κυριακάτικα φύλλα και τα αγαπημένα του American blend τσιγάρα, συνήθειες, που η κουτσουρεμένη του σύνταξη, είχαν κάνει πλέον απαγορευτικές. Κοντοστάθηκε αναποφάσιστος, αλλά δεν είχε χρόνο· σε μισή ώρα έπρεπε να έχει πιει τον καφέ του και να φτάσει με το γέρικο Ρενώ του στα ΚΤΕΛ. Τα πούλμαν είχαν δρόμο μπροστά τους και δεν θα περίμεναν τον κύριο Κ. και την —πάντα αργούσε να ετοιμαστεί— σύζυγό του.
Πέρασαν τέσσερις ώρες. Το πούλμαν με τον κύριο Κ. και τη σύζυγό του, φιδοσερνόταν, σε μια μακρότατη ουρά διοδίων, στα Μάλγαρα, με αποτέλεσμα ο κλιματισμός να «γρυλίζει» και να φέρνει μαζί με τη ζέστη του κι ένα πλούσιο άρωμα, καμένου πετρελαίου στην καμπίνα. Όλα τα αρώματα του περιοδικού για κέικ, που είχε επιλέξει με το πακέτο της αγαπημένης του εφημερίδας, για τη σύζυγο, είχαν ταξιδέψει με τον Βαρδάρη. Ούτε συζήτηση για το ερωτικό ωροσκόπιο του 2018, που επίσης είχε επιλέξει με άλλο φύλλο, επίσης για τη σύζυγο. Τώρα, λίγα χιλιόμετρα πριν ο κύριος Κ. βρεθεί στο μεγάλο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία, αδυνατούσε να περιηγηθεί περαιτέρω στη βιογραφία του Ιωάννη Μεταξά (τόμος δεύτερος), που επέλεξε να αγοράσει με άλλη εφημερίδα. Επίμονα, τον παρενοχλούσε η σύζυγος: «Κύριε Κ. θα χρονίσουμε εδώ, και το βράδυ εγώ το «Survivor» δεν το χάνω με τίποτα!».
Ο σοφός συντηρητισμός της κας Κ. αποδείχθηκε περίτρανα το ίδιο βράδυ! Εκείνη μαζί με 2.232.099 συμπατριώτες τηλεθεατές, απόλαυσαν άνευ εισιτηρίου, την επιβίωση της, γραμμωμένης κοιλιακώς, ελληνικής τηλεόρασης, ενώ ο κύριος Κ. περιορίστηκε να ψειρίζει τις προσφορές γνωστής γερμανικής εκπτωτικής αλυσίδας, ώστε να βγουν με τα λίγα ευρώ που περίσσεψαν τα ψώνια της εβδομάδας. «Όχι», όταν τον ρωτούσε η ταμίας, «Σακουλίτσα θέλετε;», θα απαντούσε υπερηφάνως, ακόμη μία φορά «Όχι», σαν τον Μεταξά. Αυτό δεν είχε προτείνει και στο συλλαλητήριο, ένας σημερινός στρατηγός με τα όλα του (και όχι του Μηχανικού, όπως ήταν ο Μεταξάς);

Η γλυκιά, ισχυρή Ελλάδα

Τώρα θα πείτε, του Μηχανικού ήταν κι ο Ντοστογιέφσκι, αλλά πάει πολύς καιρός, από τότε που είχε γίνει άλλοθι, ως προσφορά και αυτός, μαζί με συνταγές, αρωματάκια, ομπρέλες, φουλάρια, ερωτικά ωροσκόπια, οδηγούς για να κερδίσεις στο καζίνο και το χρηματιστήριο και άλλα ενδημικά στην άνθιση του ελληνικού Τύπου. Ήταν εκείνη η γλυκιά, life style, διαπλοκή των εφημερίδων με την αγορά, στην εποχή της ισχυρής Ελλάδας. Αυτές τις στιγμές άλλωστε, η Ελλάδα και ο Τύπος τις λαχταρούσε από το 1790, όταν η «Εφημερίς» της Βιέννης άνοιξε μια αυλαία, που άντεξε με τις εφημερίδες μόνες στην σκηνή, δύο αιώνες!
Μέσα σε αυτά τα χρόνια, ήταν πολλά τα πικρά και διχασμένα πρωινά της Κυριακής, μέχρι την άνω τελεία στον Εμφύλιο το ’81 και την τελεία, το ’89. Τώρα, μια ολόκληρη χώρα ριχνόταν στην ανέμελη πρωινή ανάγνωση της Κυριακής, αποφασισμένη να ζήσει τη δική της καταναλωτική belle epoque, όπως την ύφαινε, ο δόλιος μύθος, του Χρηματιστηρίου, που ερχόταν. Αρχή του παραμυθιού για την άνοδο και την πτώση του μεταπολιτευτικού ελληνικού Τύπου είναι τα 360 εκατομμύρια φύλλα που πουλήθηκαν στη χώρα μας το 1989. Σχεδόν τριάντα χρόνια από τότε, ο καλός μας κύριος Κ. έχει ξεχάσει ότι το πρωτοσέλιδο «Κάθαρση», σε ένα κυριακάτικο του ’89, είχε από κάτω κι ένα δεκαεξασέλιδο ενθετάκι με ζώδια, πολύ πιθανόν το ίδιο που διάβαζε τώρα για πολλοστή φορά, η συμπαθέστατη σύζυγός του. Είναι βέβαιον, δε, ότι ποτέ δεν υποψιάστηκε, ότι αυτό το ενθετάκι, μείωνε τις διαρροές ενός Τύπου, που είχε εξαντλήσει τις κουτσομπολίστικες πτυχές της υπόθεσης Κοσκωτά. Κι αποτελούσε άλλοθι για τις τραπεζικές συσκέψεις, ώστε να δανείζονται, οι τιμωροί εκδότες, που ταπείνωσαν τον «πειρατή» της «Κρήτης». Το «θρεμμένο» από το σκάνδαλο Κοσκωτά, θηρίο του νέου εκδοτικού κατεστημένου, παραβίαζε τώρα τις ανοιχτές θύρες και του χρηματοπιστωτικού και του πολιτικού συστήματος.
«Εγώ λεφτά από την τσέπη μου δεν βάζω. Θα μπούμε στο Χρηματιστήριο κι άμα χρειαστεί παίρνουμε κι ένα δάνειο», αυτό ήταν το εκδοτικό δόγμα που καθόρισε, όχι μόνο το success story του ελληνικού Τύπου, αλλά και τη θανάσιμη διόγκωσή του. Μετά τα ένθετα, ήρθαν τα ρολόγια, τα παγούρια, οι σφυρίχτρες, τα κασκόλ, τα καλσόν, τα καλλυντικά, ό,τι απαιτούσε ο καταναλωτής, αρκεί να παραγόταν στην αναδυόμενη Κίνα. Πήγαιναν κι έρχονταν τα κοντέινερ της Νότιας Σινικής Θάλασσας κι ο φόρος στα τάρταρα, γιατί προσφέρονταν από τις εφημερίδες για καλό σκοπό, δηλαδή τον καταναλωτικό εκσυγχρονισμό, του κυρίου Κ. Κι αυτός ο συμπαθέστατος κύριος, δεν γινόταν να περιοριστεί μόνο στα ρολόγια και τα ξυπνητήρια. Ήθελε και τα ταξίδια του, ήθελε και τα real estate του, ήθελε και τα πονταρίσματά του στο ΧΑΑ. Οι εκδότες απλώθηκαν σε όλα! Ο καθείς και το πιεστήριό του, το πρακτορείο του, το πρακτορείο ταξιδίων του, τα ακίνητά του, τη διαφημιστική εταιρεία του, τη λογιστική εταιρεία του, τον εκδοτικό οίκο του, τη δισκογραφική εταιρεία του, τα καταστήματά του (ακόμα και εστίασης) και τα σινεμά του! Ολόκληρη η βιομηχανία ψυχαγωγίας και ενημέρωσης, τροφοδοτημένη από το «φύλλο» με τις προσφορές, που ευτυχώς κάποιοι ρομαντικοί, το έβαζαν ακόμα, στο κλουβί από το καναρίνι, ενώ ο πολύς κόσμος πριν εμφανιστούν οι κεραμικές εστίες, για να μην λαδώνεται η κουζίνα στο τηγάνισμα.
Ένα βουλιμικό Τύπο όμως, που νυχτιάτικα, χαϊδεύει την κοιλιά του και καταναλώνει όση σκέψη του απομένει για να βρει κι άλλο γλυκό στο ντουλάπι, τον περιμένει πάντα μια καταστροφή. Φουσκωμένος, μπορεί να αποκοιμηθεί και στο τιμόνι. Κάπως έτσι, χωρίς πρόγραμμα, μέσα στην ευμάρεια του ’89, άνοιξαν και την τηλεόραση, να παίζει. Ουδείς τους είπε, το πόσο ακριβό παιχνίδι είναι η τηλεόραση. Άλλωστε, με το Χρηματιστήριο σε ώρα Λαναρά και τις τράπεζες όποτε έβλεπαν εκδότη, να στρώνουν κόκκινο χαλί, τι τους ένοιαζε; Αυτή, όμως, η δίδυμη φούσκα, είναι μια άλλη ιστορία. Το θέμα είναι γιατί οι εκδότες, βγαίνοντας στην εθνική, δεν κοίταξαν ούτε το κοντέρ, ούτε το ρολόι.
Όσο νύχτωνε, ιδίως μετά τους Αγώνες του 2004 κι εξαφανιζόταν από τον ορίζοντα το Χρηματιστήριο, ο κινητήρας άρχιζε να βήχει. Τα φύλλα λιγόστευαν και οι προσφορές ήταν πια χιλιοπαιγμένες. Παράλληλα, στο περιεχόμενο είχε εξαντληθεί όλο το γλυκό μυστήριο, από τη «γαλαρία» του Χατζηδάκι και κακά τα ψέμματα, από πολιτική αρθρογραφία, ούτε λόγος. Άμα κοιμηθείς με σκάνδαλο Κοσκωτά, θα ξυπνήσεις με σκάνδαλο Βατοπεδίου. Και κάπως έτσι έγινε. Στα χρόνια πριν το Καστελόριζο, η τηλεόραση είχε αρπάξει όλο το ρεπορτάζ απ’ τις εφημερίδες, γιατί πλέον, είχε το ένστικτο να καταλάβει, ότι έπρεπε να σωθεί πρώτη! Δεν σώθηκε κανείς και δεν ήταν θέμα κανιβαλισμού, λόγω τεχνολογίας. Όταν σβήνονται από την αγορά 300 εκατομμύρια φύλλα το χρόνο, δε μπορεί να επιζήσει ούτε το σύμβολο του μεταπολιτευτικού Τύπου, όπως ήταν η «Ελευθεροτυπία», κι όταν υποχωρεί η τηλεοπτική διαφήμιση κατά 80%, δεν μπορεί να επιζήσει και κανένα τηλεοπτικό βασίλειο του Mega.

Από το θρίαμβο στην τραγωδία

Τα σχεδόν τριάντα χρόνια, από το 1989 μέχρι σήμερα, θα μπορούσαν σαφώς να έχουν τον τίτλο «Ο Τύπος, από το θρίαμβο στην τραγωδία». Αποτυπώνουν τη δομική κρίση μιας αγοράς, στο περιεχόμενο-αξιοπιστία της και στο κόστος της. Αποτυπώνουν και κάτι χειρότερο, την αμεριμνησία της για τις επαναστατικές, τεχνολογικές αλλαγές στην Επικοινωνία. Όταν το 1989, η Ελλάδα απολάμβανε στο σαλόνι ιδιωτική τηλεόραση, τα τρία «w» είχαν αρχίσει να καρφώνονται στα μόνιτορ και το ίντερνετ είχε ήδη αποφοιτήσει από τα πανεπιστήμια. Ο ελληνικός Τύπος μέσα στον ανέμελο νεοπλουτισμό του, περιφρόνησε προκλητικά το νέο δίκτυο διανομής, που χωνεύει όλα τα άλλα δίκτυα. Οι φτηνότερες νέες τεχνολογίες διανομής, περιφρονήθηκαν (στοιχείο που κράτησε ζωντανές ιστορικές εφημερίδες, όπως η Humanite). Τα site των εφημερίδων ποτέ δεν έγιναν αγορά, στη λογική «από την ενημέρωση στο e-shop». Η έκρηξη των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, δεν οδήγησε σε χτίσιμο Ολικής Επικοινωνίας κι οι πρώην αναγνώστες περνάνε τη μισή μέρα τους στον κατακερματισμένο, ατομικό χώρο του FB, με ότι κι αν συνεπάγεται αυτό για τη συλλογική μας συνείδηση. Εν τέλει, ακόμη κι η αξιολάτρευτη σύζυγος του κυρίου Κ. με έκπληξη ανακάλυψε και με τη βοήθεια του γιου της, ότι όλες οι συνταγές για «κεκ» που πλήρωσε ο προκομμένος της, κυκλοφορούν ανέμελες και στο διαδίκτυο…

Κ.Κ.