Η δουλεία και τα σημάδια που δεν θα σβήσουν ποτέ

Κόλσον Γουάιτχεντ «Υπόγειος σιδηρόδρομος»
(μτφ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Ψυχογιός, 2018)

«Υπόγειος σιδηρόδρομος» ονομαζόταν, την εποχή της δουλείας στις ΗΠΑ, ένα κρυφό (και εν μέρει παράνομο) δίκτυο διαφυγής με ομάδες υποστήριξης, μυστικές διαδρομές και ασφαλή καταφύγια, το οποίο είχαν στήσει άνθρωποι αντίθετοι στον θεσμό της δουλείας, με σκοπό να φυγαδεύουν σκλάβους που δραπέτευαν από τις φυτείες του άγριου Νότου και προσπαθούσαν να φτάσουν στον Βορρά, σε περιοχές των ΗΠΑ όπου μπορούσαν να ζήσουν ελεύθεροι ή στον Καναδά, αλλά και προς τα νότια, προς το Μεξικό. Μάλιστα, η κωδικοποιημένη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν ακολουθούσε την ορολογία των σιδηροδρόμων (οδηγοί, σταθμοί κ.λπ., ενώ ως επιβάτες αναφέρονταν οι δραπέτες σκλάβοι). Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν, πάνω από 1.000 σκλάβοι τον χρόνο κατάφερναν να διαφύγουν χρησιμοποιώντας αυτό το σύστημα.

Με βάση αυτή τη μεταφορά, ο Κόλσον Γουάιτχεντ πλάθει ένα πραγματικό, απτό, υποτίθεται, υπόγειο δίκτυο σιδηροδρόμου, με τούνελ, βαγόνια, ράγες, μηχανές, που δουλεύει για τη φυγάδευση των δραπετών σκλάβων. Γύρω από αυτό, αναπλάθει όλον τον κόσμο της δουλείας, όλη τη φρίκη της ζωής των σκλάβων, τον φόβο πριν πάρουν την απόφαση, την ελπίδα όταν αποφασίσουν να αναλάβουν αυτό το τεράστιο ρίσκο.
Το μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία της Κόρα, μιας νεαρής σκλάβας που δουλεύει σε μια βαμβακοφυτεία της Πολιτείας της Τζόρτζια. Ζώντας μια ζωή εφιαλτική, κάποια στιγμή παίρνει τη μεγάλη και ριψοκίνδυνη απόφαση να δραπετεύσει, γνωρίζοντας πως αν αποτύχει την περιμένει ο πιο τρομερός θάνατος. Διασχίζει –σταδιακά, με ενδιάμεσες στάσεις– πολλές πολιτείες (Νότια Καρολίνα, Βόρεια Καρολίνα, Τενεσί, Ιντιάνα), πασχίζοντας να φτάσει στον πολυπόθητο Βορρά και τους τόπους που πολεμούσαν τη δουλεία («η πόλη της Νέας Υόρκης ήταν ένα εργοστάσιο παραγωγής αισθημάτων κατά της δουλείας»). Στη διάρκεια αυτής της οδύσσειας, κρύβεται, δουλεύει, συλλαμβάνεται από κυνηγούς σκλάβων, δραπετεύει ξανά, γνωρίζει κόσμους που δεν πίστευε ότι υπήρχαν, συναντάει αρωγούς και προδότες, μάχεται, φοβάται, απελπίζεται, ελπίζει, καθώς κινείται προς το τέλος της περιπέτειάς της και το μυθιστόρημα οδεύει προς το έντονα αλληγορικό τέλος του.

Ένα οδοιπορικό τρόμου και ελπίδας

Ο Γουάιτχεντ στηρίχτηκε σε πολλές προσωπικές μαρτυρίες για να γράψει ένα οδοιπορικό τρόμου και ελπίδας, αποτυπώνοντας έναν αγώνα για την ελευθερία που συνοδεύεται από κάθε πιθανό και απίθανο κίνδυνο, και αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουν όσοι κάνουν τη δύσκολη επιλογή να πάρουν αυτόν τον δρόμο. Αυτό όμως που επιλέγουν να αφήσουν πίσω τους είναι η απόλυτη φρίκη: είναι ένας κόσμος όπου η ζωή τους αξίζει μόλις λίγα δολάρια (αν και η τιμή τους «παρουσίαζε διακυμάνσεις», άλλωστε «μια νεαρή σκλάβα που γεννάει κουτάβια ήταν σαν νομισματοκοπείο: λεφτά που γεννούσαν λεφτά»), όπου τα περισσότερα αντικείμενα γύρω τους μπορεί να έχουν μεγαλύτερη αξία για τους λευκούς («στην Αμερική οι άνθρωποι ήταν πράγματα»), ένας κόσμος άγριας βίας και ταπείνωσης («είχε δει ανθρώπους κρεμασμένους σε δέντρα, παρατημένους στους γύπες και στα κοράκια, γυναίκες κομματιασμένες ως τα κόκαλα από το μαστίγιο, κορμιά ζωντανά και νεκρά να ψήνονται σε πυρές, πόδια κομμένα για να αποτραπεί η απόδραση και χέρια κομμένα για να εμποδιστεί η κλοπή»), ένας κόσμος όπου απαγορεύεται να ξέρουν να διαβάζουν (η ποινή για τον σκλάβο για τον οποίο υποψιάζονται ότι ξέρει ανάγνωση μπορεί να είναι η τύφλωση – ένας επιστάτης «έβγαλε κάποτε τα μάτια ενός σκλάβου επειδή κοίταξε λέξεις»). Ο κόσμος των σκλάβων είναι η δουλειά μέχρι θανάτου, «τα άσπλαχνα κλαδιά του δέντρου της τιμωρίας», οι βάναυσοι επιστάτες («ο ίδιος άνδρας που είχε μαστιγώσει τη γιαγιά και τη μητέρα της»), οι κυνηγοί των δραπετών («σε άλλη χώρα θα ήταν εγκληματίες, αλλά εδώ ήταν Αμερική»), αλλά και οι «ελεύθεροι νέγροι που συμπλήρωναν το εισόδημά τους πιάνοντας δραπέτες», ο καλοκάγαθος αλλά και αλαζονικός πατερναλισμός, το συγκαλυμμένο πρόγραμμα των στειρώσεων.

O πραγματικός χαρακτήρας των αντιθέσεων

Καθώς στις ΗΠΑ χτίζεται ο νέος κόσμος και ο πραγματικός χαρακτήρας των αντιθέσεων γίνεται όλο και πιο φανερός, τα χρώματα μοιάζουν κάποια στιγμή να θολώνουν («στην πραγματικότητα, ένας αμόρφωτος Ιρλανδός [μετανάστης], οδηγημένος από την κοινωνία να ζει ψαχουλεύοντας τάφους, είχε περισσότερα κοινά μ’ έναν νέγρο παρά μ’ έναν λευκό γιατρό»). Ενόσω όμως πολιτείες των ΗΠΑ γέμιζαν με «ίδιο αριθμό [όσοι οι σκλάβοι] Ευρωπαίων, Ιρλανδών και Γερμανών κυρίως, που δραπέτευαν από την πείνα και τη δυσάρεστη πολιτική κατάσταση» μεταναστών, εντούτοις «δεν θα μπορούσες να μεταχειριστείς έναν Ιρλανδό σαν Αφρικανό, κι ας ήταν ένας “λευκός αράπης”».
Ο συγγραφέας αποφεύγει τον εύκολο συναισθηματισμό, τόσο στην περιγραφή της κατάστασης των σκλάβων όσο και στην αφήγηση του έπους εκείνων που δραπέτευαν και των ανθρώπων που τους στήριζαν και οι οποίοι συχνά έπαιρναν το ίδιο ρίσκο και μπορούσαν να υποστούν τις ίδιες τιμωρίες, ως «φίλοι των μαύρων». Αυτός ο συγκρατημένος, χωρίς υπερβολές, λόγος σκιαγραφεί μια πολύ πειστική και ζωντανή εικόνα και ο Γουάιτχεντ καταφέρνει τελικά έτσι να αποτυπώσει το κρίσιμο γεγονός ότι «ο υπόγειος σιδηρόδρομος είναι μεγαλύτερος από τους ανθρώπους που τον διευθύνουν – είναι κι όλοι εσείς», σε μια μάχη που ακόμα και η νίκη σημαδεύεται από το όριο της συλλογικής και ατομικής μνήμης: «ιδού μια ψευδαίσθηση: ότι μπορούμε να γλιτώσουμε από τη σκλαβιά. Δεν μπορούμε. Τα σημάδια της δεν θα σβήσουν ποτέ».
Ο Υπόγειος σιδηρόδρομος έχει βραβευθεί με το Βραβείο Πούλιτζερ και με το Εθνικό Βραβείο των ΗΠΑ, ενώ ήταν υποψήφιος και για το Μπούκερ.

Κώστας Αθανασίου