Η δύσκολη ευθύνη της ελευθερίας

“Ειρήνη” του Αριστοφάνη από το Εθνικό Θέατρο

theatis_2

Όταν ο Αριστοφάνης έγραψε την «Ειρήνη» ήταν πολύ νέος, 24-25 χρόνων. Και αυτό είναι σημαντικό. Ήταν το 421 π.Χ. και ο εμφύλιος, που αργότερα πήρε το όνομα «Πελοποννησιακός», μετρούσε ήδη δέκα χρόνια βίας, καταστροφών και θανάτου. Τη χρονιά που παίχτηκε η «Ειρήνη», οι Αθηναίοι είχαν πιστέψει για λίγο πως τέλειωσε το κακό, γιατί μόλις είχε υπογραφεί η περίφημη Νικίειος Ειρήνη, που θα κρατούσε, λέει, πενήντα χρόνια. Γελάστηκαν. Οι εχθροπραξίες δεν σταμάτησαν ποτέ κι ο πόλεμος έφερε κάτι πολύ βαρύτερο στην ιστορία των ελληνικών πόλεων: η Περσία εκμεταλλεύτηκε το διχασμό για να ορίζει τα ελληνικά πράγματα, το κυριότερο όμως, ο θεσμός της πόλης – κράτους άρχισε να καταρρέει, παίρνοντας μαζί του την αισιόδοξη περηφάνια του πολίτη πως μόνο η συμμετοχή στα κοινά μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα, πως η πολιτική –αντίθετα από τις πλατωνικές εμμονές– οφείλει να ασκείται από όλους και όλοι να έχουν μερίδιο ευθύνης στα τεκταινόμενα. Η λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου ήταν η αρχή του τέλους της έννοιας «πολίτης» και η επαναφορά της ανάθεσης. Επίκαιροι οι προβληματισμοί από τη μελέτη της περιόδου και σημαντικά τα συμπεράσματα που μπορεί κανείς να βγάλει.

 

Ας επιστρέψουμε όμως στο 421 π.Χ. και στην «Ειρήνη». Προϊόν και αυτή η κωμωδία των προβληματισμών του ποιητή για την κατάσταση της πόλης του, εμπεριέχει μια επιθετική παρώδηση του (χαμένου) «Βελλερεφόντη» του δημοκρατικού Ευριπίδη –που, όμως, από ένα άλλο πολιτικό δρόμο συναντά τον κωμικό ποιητή μας και ζητά κι αυτός στο έργο του να πάψει η σφαγή.
Ο αμπελοκαλλιεργητής Τρυγαίος έχει επιφορτίσει δύο δούλους να ταΐζουν ένα κοπροκάνθαρο, για να τον ιππεύσει και να ανέβει στους θεούς να ζητήσει ειρήνη. Όμως οι θεοί έχουν αποτραβηχτεί αφήνοντας τους ανθρώπους μόνους με την τρέλα του πολέμου. Η Ειρήνη είναι φυλακισμένη και ο Πόλεμος θριαμβεύει. Ο Τρυγαίος υποχρεώνει τον φοβιτσιάρη Ερμή να τον βοηθήσει να απελευθερώσει την Ειρήνη και να την φέρει στην Αθήνα, μαζί με την Οπώρα –τη θεά της καρποφορίας και της γονιμότητας– και την Θεωρία –θεά του πανηγυριού και της γιορτής–, για να λήξει η κωμωδία, ύστερα από μια σειρά λεκτικών αντιπαραθέσεων μεταξύ ειρηνόφιλων και πολεμοκάπηλων, με το γάμο του Τρυγαίου και της Οπώρας.

Αναγνώσεις του Αριστοφάνη

Η κωμωδία αυτή είναι πολύ πλούσια σε πολιτικά, αλλά και ανθρωπολογικά στοιχεία, μια έξυπνη χρήση των οποίων θα έδινε ενδιαφέρουσες αναγνώσεις, εμπνεύσεις και λύσεις τόσο στις μεταφράσεις (μιλάμε για μεταφράσεις-διασκευές προοριζόμενες να παρασταθούν, όχι για φιλολογικές που οφείλουν να είναι πιστές στο κείμενο) όσο φυσικά και στους σκηνοθέτες. Δυο μονάχα επισημάνσεις: ο Αριστοφάνης είναι συντηρητικών πολιτικών αντιλήψεων, έτσι την πρωτοβουλία για την ειρήνη αναλαμβάνει ένας αγρότης, που εκπροσωπεί τους φορείς των παραδοσιακών αξιών αλλά και τον κόσμο εκείνο που έχει ιδιαίτερα πληγεί από τις μάχες με καταστροφή των καλλιεργήσιμων γαιών. Το στοιχείο αυτό ενυπάρχει και στους παλιότερους «Αχαρνής» (425 π.Χ.), μόνο που εδώ ο Αριστοφάνης προτιμά όχι μια ιδιωτική ειρήνη της αγανάκτησης, αλλά μια πολιτική πρωτοβουλία από τα συντηρητικά πολιτικά στρώματα ώστε η ειρήνη να απλωθεί σ’ ολόκληρη την πόλη. Παρά τη συντηρητική βάση της σκέψης του, έχουμε μια άκρως ενδιαφέρουσα ιδέα που μπορεί να αξιοποιηθεί κατάλληλα για να αναδειχθούν αιτήματα των καιρών της: την ανάγκη πολιτικής πρωτοβουλίας και δράσης των πολιτών, όταν βρισκόμαστε μπροστά σε πολιτικά και οικονομικά αδιέξοδα.
Ένα άλλο στοιχείο σχετίζεται με τη λατρεία των θεών: οι Αθηναίοι είχαν μια θρησκεία που, στην επίσημη διάστασή της, ήταν πολιτική και ορθολογική (βλ. Parker, H θρησκεία στην Αρχαία Αθήνα) –μολονότι δεν έλειπαν άλλα στοιχεία, ανορθολογικά, κυρίως στη λαϊκή λατρεία. Όπως και νά ’χει, υπήρχε ο φόβος των θεών, που η οργή τους θα μπορούσε να βλάψει την πόλη ως σύνολο. Η στάση των θεών στην αριστοφανική «Ειρήνη», δείχνει θυμό για τις ανοησίες και τη βαρβαρότητα των ανθρώπων. Ο χειρισμός του θέματος από τον ποιητή φανερώνει πικρία για τη σιωπή τους, παρόλο που του δίνει την ευκαιρία για την απίστευτη κωμική σκηνή του Πολέμου. Όμως, χωρίς να είναι πρόθεση του Αριστοφάνη φυσικά, ένας σύγχρονος σκηνοθέτης μπορεί εδώ να δει την ανάγκη ρήξης των δεσμών με μια λογική που εξαρτά τον άνθρωπο και την επίλυση των προβλημάτων του από θείες δυνάμεις. Να θέσει, δηλαδή, και από αυτή την πλευρά το θέμα της ανάληψης ευθύνης από την πλευρά των πολιτών, να μιλήσει για τη δύσκολη ευθύνη της ελευθερίας.
Τέλος, δεν είναι μικρότερης σημασίας το ανθρωπολογικό, με σημαντικές πολιτικές υποδηλώσεις, στοιχείο της σημασίας της γιορτής (Θεωρία), ενώ οι σκηνικές δυσκολίες που παρουσιάζει η παράσταση (ο κοπροκάνθαρος, η διαδρομή από τον ουρανό στη γη κ.ά.) είναι εξόχως ενδιαφέρουσες για τον σκηνοθέτη και προκλητικές για τον σκηνογράφο.

Το πρόβλημα της κωμωδίας

Η πιο συνηθισμένη προσέγγιση του Αριστοφάνη στη χώρα μας τις τελευταίες τέσσερις τουλάχιστον δεκαετίες, ήταν μια πρόχειρη, αισθητικής Δελφιναρίου, κακόγουστη μεταφορά των υποθέσεων στα κάθε φορά καθ’ ημάς, συνήθως ανεπιτυχής και επίσης συνήθως στηριγμένη στην ευκολία, τη βωμολοχία και κάποια λαμπερά ονόματα. Η δήθεν πολιτική ανάγνωση του Αριστοφάνη κατέφευγε στις χείριστες ευκολίες που συχνά πρόσβαλλαν ακόμα και τον πιο καλοπροαίρετο θεατή και διαστρέβλωναν το έργο του ποιητή στις συνειδήσεις των θεατών –που δεν γνωρίζουν όπως και όσο πρέπει ούτε τον ποιητή ούτε την περίοδο που εξέφρασε. Οι παραστάσεις του Κουν έμειναν αξεπέραστες και ελάχιστες φορές κάποιοι σκηνοθέτες έδειξαν στο κοινό κάτι αξιόλογο, μια πρόταση, έστω και ασαφή, προσέγγισαν τον Αριστοφάνη με γνώση και θάρρος.

Αναποφάσιστη προσέγγιση

Η παράσταση του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη είχε την εντιμότητα να δηλώσει ευθύς εξαρχής πως πρόκειται για διασκευή του αριστοφανικού έργου, μια διασκευή που ανέλαβε ένας πολύ νέος αλλά ιδιαιτέρως ταλαντούχος συγγραφέας, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, καλός γνώστης της ελληνικής γλώσσας αλλά και της παράδοσης. Και πράγματι έδωσε ένα κείμενο (ας αφήσουμε κατά μέρος τους χαρακτηρισμούς «όπερα» και «λιμπρέτο», σηκώνουν μεγάλη συζήτηση) που παρουσίασε σε γενικές γραμμές την ιστορία της «Ειρήνης», προσπαθώντας δύο σημαντικά πράγματα: να ξεφύγει από τη βωμολοχική ευκολία και να ψάξει έξυπνα λογοπαίγνια που να θυμίζουν όχι εκείνα του ποιητή μας (μάστορης σε τέτοια γλωσσικά παίγνια) αλλά την τεχνική του και, δεύτερον, να αφήσει λυρικές νότες που υπενθύμιζαν πως ο συγγραφέας στον οποίο αναφερόμαστε ήταν, πριν απ’ όλα, σπουδαίος ποιητής. Δεν εξέπληξε όμως το κείμενο, δεν έκανε τη διαφορά, παρόλο που ήταν καλογραμμένο και ευφάνταστο, ευχάριστο.
Ο σκηνοθέτης, Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, στάθηκε αναποφάσιστος απέναντι στο υλικό του. Σε όλη τη διάρκεια της παράστασης υπήρχε μια διάχυτη αίσθηση ότι δοκίμαζε είδη και τρόπους, αλλά δεν είχε αποφασίσει τους τελικούς συνδυασμούς. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο θεατής γρήγορα «μπούχτιζε» από τον καταιγισμό ευρημάτων, που όμως δεν εξηγούταν η παρουσία τους, δεν έπειθαν πως είχαν ρόλο και αιτία, άλλα από το να γεμίσουν το κενό μιας απορίας. Αν έκοβε κανείς την παράσταση σε ολιγόλεπτα «μέρη», θα έβρισκε πολλά γοητευτικά σημεία, σαν σύνολο όμως ο θεατής ένιωθε μια κούραση και μια αμηχανία.
Τα σκηνοθετικά «μαλάματα», για να θυμηθούμε τον άγιο λόγο του Σεφέρη, που όλο και συχνότερα στο θέατρο έχουμε αιτίες να ανακαλούμε, ακολούθησε και η μουσική του Νίκου Κυπουργού, μουσικού με γνώση και ευαισθησία. Συνεχείς εναλλαγές ειδών, παραλλαγές γνωστών τραγουδιών από κάθε είδος που μπορεί να φανταστεί κανείς, μια προσπάθεια να συνδεθούν μουσικές παραδόσεις, σαν να επρόκειτο για μια επιτομή της μουσικής ιστορίας του τόπου (πράγμα που φάνηκε ιδιαίτερα στην ομολογουμένως συγκινητική και τρυφερή σκηνή που αντικατέστησε τις δύο παραβάσεις: την αναφορά σε μερικούς δημιουργούς από εκείνους που άφησαν ανεξίτηλη σφραγίδα στην σύγχρονη ελληνική μουσική: τον Αττίκ, τον Χατζηδάκι, τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη…). Ερμηνευμένη έξοχα από την Καμεράτα, ωστόσο από μια στιγμή και μετά μια τέτοια ποικιλία ήχων δεν άφηνε τον θεατή να προσέξει ούτε το κείμενο ούτε τη μουσική του επένδυση.
Η Σεσίλ Μικρούτσικου έκανε φιλότιμη προσπάθεια να κινήσει τόσο τον Χορό όσο και γενικά τους υποκριτές με χάρη και πέτυχε να δώσει ενότητα συνόλου και αρμονίας.
Πρωτότυπη και εντυπωσιακή η εικονική σκηνογραφία –ήταν η πρόταση της παράστασης– που επιμελήθηκε ο Στάθης Μήτσιος, ανακαλώντας την Eurovision, τις μεγάλες πίστες των νυχτερινών κέντρων, τα ντοκιμαντέρ του Ευγενίδειου Ιδρύματος και άλλα πολλά. Χρώματα, σχήματα, συνέχειες είχαν φαντασία και χιούμορ και συνομιλούσαν προκλητικά με τον αρχαίο περίγυρο.
Η Ελένη Μανωλοπούλου προτίμησε το λευκό χρώμα και η επιλογή της ήταν επιτυχής, όπως επιτυχής ήταν και οι νοσταλγικές αναφορές σε κοστούμια παλιότερων παραστάσεων. Τα κοστούμια ήταν ομολογουμένως εντυπωσιακά, φλερτάριζαν με την κωμικότητα αλλά είχαν το αέρινο στοιχείο που ταίριαζε στο λυρισμό της παράστασης.

Παράσταση συνόλου

theatis

Αντιθέτως δεν ήταν επιτυχής η επιλογή του Τζίμη Πανούση στο ρόλο του Τρυγαίου. Ο Πανούσης προέρχεται από το είδος της stand up comedy και το υπηρετεί καλά, ανεξαρτήτως αν σε κάποιους αρέσει ή όχι. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να μεταπηδήσει εύκολα σε ένα είδος απαιτητικό, όπως είναι το αριστοφανικό θέατρο, που έχει ανάγκη από λεπτές ισορροπίες και καλοδουλεμένους υποκριτικούς τρόπους –αλλιώς έχουμε τα αποτελέσματα που περιγράψαμε παραπάνω, όταν τηλεοπτικές περσόνες μεταφέρουν τον τηλεοπτικό εαυτό τους στην Επίδαυρο θεωρώντας ότι οι ακκισμοί και οι κακοφωνίες προκαλούν γέλιο. Δεν ήταν έτοιμος να γίνει Τρυγαίος. Προσπάθησε φιλότιμα μέσα από την παράδοση που υπηρετεί να βρει τρόπους και να σταθεί στα αρχαία θέατρα, να αποδώσει τον αριστοφανικό ήρωα, που με τον τρόπο του δημιουργεί μια ουτοπία, αλλά δεν τα κατάφερε. Άτονος, αμήχανος και διόλου πειστικός, με αυτοσυγκράτηση πάντως που του την προσγράφουμε θετικά.
Ο Ερμής διδάχτηκε μακριά από τους συνηθισμένους τρόπους παρουσίασής του, στιβαρός και δυναμικός, και υπηρετήθηκε καλά από τον Τάση Χριστογιαννόπουλο. Με κωμική προσήλωση ερμήνευσαν τον Δούλο, την Τροφό και τον Ιεροκλή οι Νίκος Καρδώνης, Ευαγγελία Καρακατσάνη και Γιάννης Κλίνης αντίστοιχα. Παράσταση συνόλου πάντως, υπηρετήθηκε με αξιοπρέπεια και αρμονία από το σύνολο των συμμετεχόντων.

Μαρώ Τριανταφύλλου
maro33@otenet.gr